Της Κατερίνας Μυλωνά

Βλέπεις καμιά φορά και σε πιάνει μελαγχολία να βραβεύονται βιβλία που μόνο όσοι τα βράβευσαν ξέρουν γιατί το διέπραξαν, ή κυρίες στις ξαπλώστρες της παραλίας να διαμορφώνουν κυκλοφορίες και στην πραγματικότητα νʼ αναγορεύουν και συγγραφείς μόνο και μόνο γιατί τα βιβλία τους τις βοηθούν να περνάνε την ώρα τους και προπαντός να μη σκέπτονται

Διανοούμενοι εκδότες δεν υπάρχουν πια ενώ οι Έλληνες δε διαβάζουν λογοτεχνία.

Οι παραπάνω απόψεις ανήκουν στον επιστημονικό διευθυντή του Ιατρικού Κέντρου Αθηνών και συγγραφέα, Ντίνο Οικονόμου.

Ο κ. Οικονόμου μιλά στην «Π» για το έκτο κατά σειρά βιβλίο του «Το Σπασμένο Τακούνι», όπου στο... στόχαστρο του συγγραφέα μπαίνει ο χώρος των εκδόσεων. «Πλειάδα εκδόσεων που απευθύνονται σε απελπιστικά περιορισμένο κοινό που δε σκοτίζεται να το ψάξει αλλά εκχωρεί το δικαίωμα της επιλογής σε μια κάστα που το τραβάει κυριολεκτικά από τη μύτη και δεν έχει ούτε ιερό ούτε όσιο», αναφέρει χαρακτηριστικά και προσθέτει πως «είναι χαμένος κόπος να ψάχνουμε για διανοούμενους εκδότες, αυτοί έχουν τελειώσει οριστικά, ας αρκεστούμε λοιπόν σε συνεπείς επαγγελματίες».

Φανερά απογοητευμένος από το ενδιαφέρον των Ελλήνων για τη λογοτεχνία αναφέρει πως «από τους συναδέλφους μουζήτημα το πέντε τοις εκατό να διαβάζει ένα δύο βιβλία το χρόνο. Οι καιροί που οι επιστήμονες είχαν μια γενικότερη παιδεία στη χώρα μας, δυστυχώς μας άφησαν πίσω τους».

Αναφέρει πως μια παρουσίαση βιβλίου του στην Κρήτη είναι «ένα από τα απωθημένα μου. Πέρασα ένα καλοκαίρι πρόσφατα, οργώνοντας την Κρήτη απʼ άκρου εις άκρον. Αναγνωρίζω πια τις οσμές και τις γεύσεις της», περιγράφει.

Το βιβλίο σας περιγράφει με μελανά, θα έλεγα, χρώματα το χώρο των εκδόσεων στην Ελλάδα, και όχι μόνο. Θέλετε να θίξετε ορισμένες καταστάσεις;

«Το βλέπει όποιος θέλει να δει. Είναι ολοφάνερο εξάλλου. Πλειάδα εκδόσεων που απευθύνονται σε απελπιστικά περιορισμένο κοινό που δε σκοτίζεται να το ψάξει αλλά εκχωρεί το δικαίωμα της επιλογής σε μια κάστα που το τραβάει κυριολεκτικά από τη μύτη και δεν έχει ούτε ιερό ούτε όσιο.

Όταν παρεΐστικη νοοτροπία, συναλλαγή, ιδιοτέλειες, διαφόρων ειδών ρατσισμοί υποκαθιστούν ουσιαστικά τα κριτήρια, τότε τι να περιμένει κανείς. Βλέπεις καμιά φορά και σε πιάνει μελαγχολία να βραβεύονται βιβλία που μόνο όσοι τα βράβευσαν ξέρουν γιατί το διέπραξαν, ή κυρίες στις ξαπλώστρες της παραλίας να διαμορφώνουν κυκλοφορίες και στην πραγματικότητα νʼ αναγορεύουν και συγγραφείς μόνο και μόνο γιατί τα βιβλία τους τις βοηθούν να περνάνε την ώρα τους και προπαντός να μη σκέπτονται. Ίσως πάλι να είναι και ο προορισμός του βιβλίου. Να βοηθάει να μη σκέπτεται ο αναγνώστης.»

Διαπιστώνετε πως γίνονται λογοκλοπές, πως παίζονται παιχνίδια από τους εκδότες και τους συγγραφείς...;

«Ένας εκδοτικός οίκος δεν παύει, δίχως περιστροφές, να είναι εμπορική επιχείρηση. Το ζήτημα όμως είναι αν πρόκειται κυρίως ή μόνο για εμπορική ή και για εμπορική, πράγμα, κατά τη γνώμη μου, θεμιτό. Στο μέτρο φυσικά που διαδραματίζει και το ρόλο του σαν θεσμού, ο οποίος πετάει στο καλάθι των σκουπιδιών τα σκουπίδια κι αναδεικνύει ό,τι , αντικειμενικά αξίζει να αναδειχθεί.

Στο μυθιστόρημά μου «Το Σπασμένο Τακούνι» για παράδειγμα ο εκδότης, στόφα κυνικού αυτοδημιούργητου εμποράκου, έχει σπάνιες αναλαμπές, σε μια από τις οποίες αναθέτει στον ήρωα, έναν ξέμπαρκο περιθωριακό συγγραφέα, να γράψει μια αστυνομική ιστορία σε χρόνο τελείως ανεπαρκή, προκειμένου να διασκεδάσει σαδιστικά με την αγωνία του, χωρίς ωστόσο να φανταστεί ότι η έμπνευσή του αυτή θα κλυδωνίσει κατεστημένα που θα δυσκολευτούν να βρουν την ισορροπία τους.

Θα έλεγα σαν συμπέρασμα ότι είναι χαμένος κόπος να ψάχνουμε για διανοούμενους εκδότες, αυτοί έχουν τελειώσει οριστικά, ας αρκεστούμε λοιπόν σε συνεπείς επαγγελματίες».