Η γυναίκα, είπε στην “Π” ότι όχι μόνο δεν γνώριζε ότι δύο άνθρωποι στην οικογένεια ήταν ασθενείς, αλλά και ότι αγνοούσε την ύπαρξη αυτής της ασθένειας στην εποχή μας.

“Λέτε να το ήξερα και να έβαζα σε κίνδυνο τα παιδιά μου;”, σχολίασε.



Ηθελαν να διώξουν τα παιδιά μου από το σχολείο. “Μην τους κάνετε παρέα έχουν χολέρα!”.



Η ύπαρξη της αρρώστιας μαθεύτηκε στο μικρό χωριό και έφθασε και στο Δημοτικό σχολείο όπου πήγαιναν τα παιδιά της 10 και 11 ετών.



“ Αυτό που ζήσαμε με τα παιδιά μου, ήταν πραγματικά οδυνηρό.



Πήγαν γονείς στον διευθυντή και του ζήτησαν να απομακρυνθούν από το σχολείο.



Ελεγαν στα παιδιά τους, μην κάνετε αυτά τα παιδιά παρέα γιατί έχουν χολέρα!



Δεν φταίνε τα παιδιά, φταίνε οι γονείς και η άγνοιά τους. Ευτυχώς όμως ο διευθυντής μας συμπαραστάθηκε αλλά τι έφταιγαν τα παιδιά μου να το ζήσουν όλο αυτό;”



“Ολο το χωριό μιλάει για μας”

Η νεαρή γυναίκα δεν μπορεί να κρύψει την πίκρα και την αγανάκτησή της για τον κοινωνικό στιγματισμό που έχει βιώσει η ίδια και η οικογένειά της, για κάτι για το οποίο δεν έχει καμία ευθύνη.

“Είναι φοβερό να νιώθεις αυτό το στίγμα αρρώστιας, να ξέρεις ότι σε σχολιάζει ο κόσμος χωρίς να φταις σε τίποτα”.



Καμία βοήθεια από πουθενά

Η Μ., μαζί με τα 4 παιδιά της, έφυγαν από το χωριό και ενοικίασαν σπίτι σε κοντινή πόλη, ωστόσο τα έξοδα είναι δυσβάσταχτα και εκείνη δεν μπορεί να ανταπεξέλθει, αφού εδώ και χρόνια έχει πάρει διαζύγιο και ο πρώην σύζυγός της δεν της προσφέρει καμία οικονομική βοήθεια.

“Εργάζομαι ως εποχιακή υπάλληλος και παίρνω ένα μικρό μισθό. Με 4 παιδιά, ενοίκιο, πώς να τα βγάλω πέρα; Εχω απευθυνθεί στη Νομαρχία, την Πρόνοια, τις Υγειονομικές Υπηρεσίες, για βοήθεια. Μου λένε ότι δεν μπορούν να κάνουν τίποτα”.



“Χρειάζομαι μια δουλειά”

“Είμαι σε απόγνωση και χρειάζομαι επειγόντως μια οποιαδήποτε δουλειά. Διαφορετικά, δεν μπορώ να τα βγάλω πέρα. Οι γιατροί με ανάγκασαν να φύγω από το χωριό. Πως όμως τώρα θα μπορέσω να ανταπεξέλθω οικονομικά και να φροντίσω τα παιδιά μου;”



“Νιώθουμε το ρατσισμό γύρω μας”

Η ίδια, απαντώντας στο ερώτημα αν αισθάνεται άβολα να μιλάει για την συγκεκριμένη ασθένεια, λέει: “Ούτε σʼ εμένα, ούτε στη μητέρα μου αρέσει να μιλάμε για το θέμα αυτό. Γιατί νιώθουμε το ρατσισμό από τους γύρω μας, χωρίς να έχουμε φταίξει στο παραμικρό, χωρίς να έχουμε πειράξει κανένα. Και στα παιδιά μου που είναι μικρά, αναγκάστηκα να μιλήσω με ήρεμο τρόπο για την αρρώστια και να τα καθησυχάσω γιατί κι αυτά δεν φταίνει να τραβάνε ό,τι τραβάνε. Θέλω να μας αφήσουν ήσυχους και να μεγαλώσω όσο μπορώ καλύτερα τα παιδιά μου, αρκεί να βρω μια δουλειά!

Ελπίζω να μπορέσουμε να συνεχίσουμε ήσυχα τη ζωή μας και να μην αναγκαστώ να φύγω από την Κρήτη, εξαιτίας μιας ασθένειας που δεν έχω ούτε εγώ, ούτε τα παιδιά μου, αλλά ακόμη και στην εποχή μας, προκαλεί τόσο φόβο, τόση ντροπή και τόση προκατάληψη...”