Είνε λίαν αμφίβολον αν ο Ισκαριώτης εγνώριζε γράμματα· ούτε αρκούν προς απόδειξιν του εναντίου τα χρέη του ταμίου και οικονόμον, άτινα είχεν εις την μικράν κοινότητα του Ιησού. Το “γλωσσόκομον” δεν φαίνεται να περιείχε πλειότερα των τριάκοντα αργυρίων, αντί των οποίων επρόδωσε τον διδάσκαλον· και προς την διαχείρισιν τόσον μικρώς περιουσίας δεν ήσαν απαραίτητα λογιστικά βιβλία.
Αν εγνώριζε γράμματα κάτι θα έγραφα προς εξήγησιν και δικαιολογίαν της προδοσίας του.
Αλλʼ ίσως υπήρξεν ευτυχέστερος διότι δεν εγνώριζε γράμματα και δεν έγραψεν.
Εν πρώτοις η φροντίς της συγγραφής θα τον ημπόδιζεν όχι μόνον νʼ αυτοκτονήση, αλλά και νʼ αποδώση τα τριάκοντα αργύρια. Ούτω θα παρέτεινε το μαρτύριον της μεταμελείας και των τύψεων και θα έχανε τον εξιλασμόν της μετανοίας, της οποίας την ειλικρίνειαν επεσφράγισεν η αυτοκτονία του.
Επειτα τι ηδύνατο να γράψη δια να δικαιολογήση ούτω μυσαρόν ανοσιούργημα;
Η απολογία του θα ήτο απολογία ευτελούς ανθρώπου, εις το στήθος του οποίου την θέσιν της καρδίας είχε καταλάβει το βαλάντιον. Από τας περικοπάς των Ευαγγελίων, τας αναφερομένας εις αυτόν, δυνάμεθα να μαντεύσωμεν τας δικαιολογίας του. Οι Ευαγγελισταί τον αποκαλούν φιλάργυρον και κλέπτη. Αφού ήτο ο ταμίας και διαχειριστής, επόμενον ήτο να κινή την αντιπάθειαν και τας υποψίας. Αυτή ήτο και είνε η κοινή μοίρα των διαχειριζομένων κοινά χρήματα. Φαίνεται δε ότι το πρακτικόν και οικονομικόν του πνεύμα τον έφερον ενίοτε εις σύγκρουσιν και προς αυτόν τον διδάσκαλον, όστις εδίδασκε τους οπαδούς αυτού να μη μεριμνώσι περί της αύριον, αλλά να ζουν ως τα πετεινά του ουρανού, τα οποία ούτε σπείρουν, ούτε θερίζουν. Ολίγας ημέρας προ του Πάθους, ο Ιησούς διερχόμενος εκ Βηθανίας, κατέλυσεν εις την οικίαν του Σίμωνος. Εκεί προσήλθε μια των γυναικών κομίζουσα μύρον βαρύτιμον, το οποίον εκένωσε επί των ποδών του Ιησού και κατά την κρατούσαν συνήθειαν εις την υποδοχήν επισήμων ξένων, συνέτριψε το τιμαλφές μυροδοχείον, έπειτα δε κύψασα απέμαξε τους πόδας του διδασκάλου με την κόμην της. Η εξαιρετική αύτη ένδειξις αγάπης και σεβασμού ευηρέστησε τον Ιησούν και τους μαθητάς.
Μόνον ο Ισκαριώτης, ασυγκίνητος και ψυχρός, υπελόγιζε πόσον χρήμα επήγε χαμένον με το καταναλωθέν μύρον και το θραυσθέν μυροδοχείον. Και εμουρμούρισεν ότι το χρήμα εκείνο ηδύνατο να χρησιμοποιηθή καλλίτερα, διδόμενον εις τους πτωχούς αντί να χυθή εις την γην, χάριν ματαίας τέρψεως. Εννοείται ότι η μέρμινά του περί των πτωχών ήτο πρόφασις. Ο Ιούδας ελυπείτο απλώς το χρήμα και με τρόπον έλεγεν ότι πρακτικώτερον θα ήτο αν η προσφορά εκείνη εγίνετο εις χρήμα, αντί μύρου. Ο Ιησούς ακούσας την παρατήρησιν δυσηρεστήθη και είπεν ότι πτωχοί θα υπήρχον πάντοτε, ενώ αυτός επʼ ολίγον ακόμη θα έμενε εν μέσω αυτών.
Εις τα επεισόδια ταύτα διαφαίνεται ότι ο Ιούδας ούτε του Διδασκάλου, ούτε των μαθητών την συμπάθειαν είχε. Ητο δύσηχος παραφωνία εις την αρμονίαν εκείνην των υψηλών και αφελών αισθημάτων. Και η αντίθεσις αύτη εστάλαζεν εις την μικράν και διεστραμμένην ψυχή του το μίσος, το οποίον επί τέλος τον ώθησε εις την προδοσίαν.
Τί απολογίαν λοιπόν να καταρτίση εκ τοιούτων στοιχείων; Αντί να ελαφρύνη την κατάραν, ήτις παρακολουθεί την μνήμην του, θα την εβάρυνε περισσότερον.
Είνε άλλως λίαν αμφίβολον αν θα έφθανον μέχρι των μεταγεγνεστέρων τʼ απομνημονεύματά του και, αν διασωζόμενα, θα έφθανον αναλοίωτα όπως θα τα έγραφε.
Καλλίτερον επομένως διʼ αυτόν ήτο ότι δεν εγνώριζε γράμματα και δεν έγραψε τίποτε· ως μόνην δε απολογίαν αφήκε την φράσιν, ήν διέσωσαν οι Ευαγγελισταί: “Ημαρτον, παραδούς αίμα αθώον”.
Ούτω ηδυνήθησαν άλλοι νʼ αναλάβουν την δικαιολογίαν του επί των ημερών μας. Και οι συνήγοροι ούτοι τον υπεράσπισαν τόσον δεξιώς, ώστε μία αίρεσις εις την Ρωσσίαν του απέδωκε την θέσιν του μεταξύ των δώδεκα Αποστόλων. Αλλά και όσοι δεν τον θεωρούν άξιον αυτής της αποκαταστάσεως εις τα πολιτικά του δικαιώματα, αναγνωρίζουν ότι είνε άξιος οίκτου μάλλον ή αποστροφής εκείνος όστις κατεδικάσθη να υποδυθή το μυσαρώτερον πρόσωπον εις το έργον της σωτηρίας. Τω όντι δε αφού ήτο ανάγκη απαραίτητος, ανάγκη άνωθεν ωρισμένη, ενός τούτου προσώπου δια να πληρωθή το έργον της σωτηρίας, η μνησικακία της σωθείσης ανθρωπότητος προς τον Ισκαριώτην καταντά να ομοιάζη ολίγον, αν όχι με αχαριστίαν, τουλάχιστον με την οργήν την οποίαν εκδηλώνουν οι αφαλείς θεαταί εναντίον των ηθοποιών των υποκρινομένων αντιπαθητικά πρόσωπα.
ΔΙΑΒΑΤΗΣ
(Εμπρός, Κυριακή του Πάσχα, 17 Απριλίου 1905)

