Πάντοτε αυτήν την ημέραν ενθυμούμαι εν εικόνισμα παλαιόν, εις το οποίον πρώτην φοράν είδα εξεικονισμένην την Ανάστασιν.

Το εικόνισμα εκείνο είχε την μίαν γωνίαν σπασμένη, ούτως ώστε το σκέλος του ενός εκ των δύο Ρωμαίων στρατιωτών της κουστωδίας, φαίνετο αποκεκομμένον, ως εάν τον είχεν ακρωτηριάσει ο αποκυλισθείς υπό του Αγγέλου λίθος. Κατά την επανάστασιν του 1866, όταν οι Τούρκοι, μετά του χωρίου κατέστρεψαν και την εκκλησίαν, κατεκερμάτισαν δια των μαχαιρών και τα εικονίσματα και τα μεταχειρίσθησαν ως καυσόξυλα, συγχρόνως δε δια των λογχών εξώρυθαν τους οφθαλμούς των βυζαντινών τοιχογραφιών.

Εκ της καταστροφής εκείνης παραδόξως διεσώθη το εικόνισμα της Αναστάσεως, ευρεθέν μετά την επανάστασιν εντός μιας βάτου, παρά τον ναόν, μόνον με την βλάβην εκείνην της γωνίας και με αμυχάς τινάς εις το χρύσωμα. Αλλά το πρόσωπον του Σωτήρος διετηρείτο άθικτον και έκλαμπρον εν τη αίγλη της Αναστάσεως.

Ουδείς δʼ εγνώριζε πώς εγνώσθη το παρά πάντων αναφερόμενον και πιστεύομεν, ότι οι Τούρκοι, οι εισελθόντες και καταστρέψαντες τον ναόν, ετυφλώθησαν, όταν επεχείρησαν να συντρίψωσι το εικόνισμα τούτο και μόνον όταν το αφήκαν, ανέβλεψαν και ηδυνήθησαν εξέλθωσι του ναού. Αλλά ταυτοχρόνως η εικών έγινεν άφαντος και μόνον μετά την ανάστασιν ανευρέθη εντός της λόγχμης. Και αφέθη όπως ήτο με την απεκεκομμένην γωνίαν και τας μικράς του χρυσώματος εκδοράς, όπως αφέθησαν τυφλοί και ακρωτηριασμένοι οι άγιοι των τοίχων, δια να ενθυμίζουν την προς τους βαρβάρους οφειλήν μας, ήτις αργά μεν ολίγον, αλλʼ οπωσδήποτε επληρώθη.

Αι μορφαί του εικονίσματος εκείνου μένουν βαθύτατα χαραγμέναι εις την φαντασίαν μου και ουδεμία εκ των πολλών εικόνων της Αναστάσεως, τας οποίας είδον κατόπιν, ηδυνήθη να τας εξαλείψη.

Οι μεγαλόσωμοι εκείνοι Ρωμαίοι στρατιώται με τους σιδηρούς θώρακας και τους αγρίους μύστακας, οι πεσμένοι κατά γης έντρομοι εκ του θεάματος των λευκοφόρων αγγέλων και του εγειρομένου εκ του θανάτου Ιησού, αναφαίνονται πάντοτε αυτάς τας ημέρας εις την μνήμην μου, κατʼ αρχάς μεν χλευάζοντες τον επί του σταυρού Θεάνθρωπον και προσφέροντες εις την δίψαν αυτού όξος, αντί ύδατος, έπειτα δε καταπλησσόμενοι και πίπτοντες περίτρομοι ενώπιον του θείου αυτού θριάμβου.

Η δε ιστορία της εικόνος, την οποίαν μου ενθυμίζει η σπασμένη εκείνη γωνία, εταύτισαν εις την φαντασίαν μου τους στρατιώτας εκείνους προς τους Τούρκους και το μίσος μου το φυλετικόν απετέλεσεν εν αδιαίρετον αίσθημα και συνεχωνεύθη με την αγανάκτησίν μου την θρησκευτικήν. Πολλάκις μάλιστα εις φυσιογνωμίας Τούρκων αγριωπών ανεγνώρισα τας μορφάς εκείνας των Ρωμαίων σμπίρων και η εκδίκησής μου εφαντάζετο την ημέραν, καθʼ ην θα τους έβλεπα κατά γης περιδεείς και εκθάμβους ενώπιον του θριάμβου της ελληνικής ελευθερίας.

Φαίνεται δε ότι εις όλων των ομοχωρίων μου την αφελή πίστιν είχε γείνει ο αυτός συνδυασμός. Και ήκουσα μίαν ημέραν ένα χωρικόν, λέγοντα προς το μικρόν του τέκνον, το οποίο εσήκωνε δια να φθάση να προσκυνήση την εικόνα:

- Ψηλά, παιδί μου, προσκύνησε, για να μη φιλήσης τσοι Τούρκους.

Βαθμηδόν δε η εικών εκείνη προσέλαβε μίαν σημασίαν, συμβολίζουσαν την ελπίδα να κατισχύσωμεν των εχθρών του Εθνους και της Θρησκείας ημών. Και κατά την λιτανείαν της Αναστάσεως, προηγείτο πάντοτε η εικών εκείνη, την οποίαν και αυτοί οι Τούρκοι εγνώριζον, φερομένη από τον ανδρειότερον νέον του χωριού, ως απειλή και ως προάγγελος της νίκης. Και όταν η πομπή διήρχετο δια της τουρκικής συνοικίας και ενεφανίζοντο εις τα παράθυρα κιτρινισμέναι εκ του φανατισμού τουρκικαί μορφαί, ο νέος ανύψωνεν ως σημαίαν το εικόνισμα, δια να φαίνεται η ανάμνησις της βεβηλώσεως και οι ψάλται ενέτεινον όλην αυτών την δύναμιν, ψάλλοντες:

“Τις Θεός μέγας ως ο Θεός ημών!”

Μία δε βοή του πλήθους όλου συνώδευε τον ύμνον, ως θύελλα εκπεμπομένη εκ της ψυχής του πολυπαθούς και αδαμάστου λαού, και εκορυφούτο εις την βροντήν των όπλων. Ενώ δε η λιτανεία ήρχιζεν ως θρησκευτική τελετή, ετελείωνεν ως διαδήλωσις, ήτις προσέδιδεν εις το “Χριστός Ανέστη” τους τόνους θουρίου.

Το επανείδα αυτό το εικόνισμα κατά την τελευταίαν επανάστασιν. Ετελείτο μεγάλη εορτή εις το χωρίον, εορτή απολυτρώσεως.

Το τζαμί του χωρίου ήτο παλαιά εκκλησία των χριστιανών, μετατραπείσα εις τέμενος του Μωάμεθ υπό των Τούρκων. Και οι χριστιανοί, νικηταί πλέον, επανήγαγον τον εξισλαμισθέντα ναόν εις την λατρείαν του Χριστού. Την ημέραν δʼ εκείνην ετελούντο τα εγκαίνια. Εις την θέσιν του μινιαρέ είχε κρεμασθή καμπάνα, της οποίας οι ήχοι από πρωίας διέχυνον την χαράν και τον θρίαμβον εις τον αέρα.

Και των χωρικών το πλήθος, με τον επίσκοπον και τους ιερείς επί κεφαλής, διηυθύνετο προς την ξεσκλαβωμένην εκκλησίαν. Εψαλαν όλοι με μίαν φωνήν, την σιδηράν φωνήν του αδαμάστου λαού “Τις θεός μέγας, ως ο Θεός ημών” και η εικών προεπορεύετο, βασταζομένη από τον ανδρειότερον νέον του χωριού.

Και η εικών εφαίνετο ως ακτινοβολούσα λαμπρότερον την ημέραν εκείνην.

- Κρίμα! είπεν εις εκ των χωρικών, έπρεπε νάνε και Τούρκοι να θωρούνε για να σκάσουνε.

- Να! θωρούν αυτοί, απήντησεν άλλος, δεικνύων τους στρατιώτας της εικόνος.

Και όταν το πλήθος εισώρμησεν εις τον ελευθερωθέντα ναόν, η ψαλμωδία έξαφνα έπαυσε και εις τους θόλους αντήχησε ο Εθνικός Υμνος. Λέγεται ότι την αρχήν έκαμεν ο Επίσκοπος.

Οταν δʼ ετελείωσεν ο ύμνος, όλα τα μάτια ήσαν γεμάτα δάκρυα και οι χωρικοί με λυγμούς, οίτινες από πολλού, απʼ αιώνων συνεκρατούντο εις τα στήθη, ήρχισαν νʼ ασπάζωνται αλλήλους, αναφωνούντες:

- Χριστός Ανέστη!

Διαβάτης

(Εμπρός, Κυριακή του Πάσχα 14 Απριλίου 1902)