Του Ζαχαρία Σμυρνάκη*
Η «Νέα Εφημερίς» Ηρακλείου της 28.02.1915 στην είδηση με τίτλο «Εν μέγα γεγονός» γράφει: «Επεφυλάσσετο και τούτο εις τας ημέρας μας. Το μεγαλύτερον φιλολογικόν γεγονός των τελευταίων χρόνων από της μεσαιωνικής εποχής μέχρι σήμερον, το χαιρετίζομεν τώρα και πού; Εδώ εις την Κρήτην, εδώ εις το Ηράκλειον…». Στη συνέχεια αναδημοσιεύει μέρος του Προλόγου του σοφού Ξανθουδίδη και τονίζει την αυτοθυσία του λόγιου εκδότη Στυλιανού Αλεξίου ο οποίος διέθεσε μέχρι στιγμής περί τις 12 χιλ. δραχμές και κατέβαλε από το ταμείο του, ενώ η Κρητική Πολιτεία πρώτα και η Ελληνική Κυβέρνηση έπειτα δεν ανταποκρίθηκαν.
Και μόνο η μνημειώδης αυτή έκδοση -χαρακτηρισμένη διεθνές φιλολογικό γεγονός- που σηκώνει το βάρος της προσωπικότητας του Ξανθουδίδη, αρκούσε να τον κατατάξει στους κορυφαίους.
Ερωτόκριτος και ψυχή της Κρήτης ταυτίζονται. Πιστεύω ότι το τουφέκι λευτεριάς που είναι η αγαπημένη των Κρητικών μουσική και ο Ερωτόκριτος ως βίωμα, λάλημα μουσικό και άκουσμα αλλά και σάλπισμα ελευθέρωσαν την Κρήτη. Στην τουρκική σκλαβιά το ποίημα Ερωτόκριτος γίνεται το κοντάρι με το οποίο ο Αϊ- Γιώργης σκοτώνει το θεριό. Εύστοχα δε ο επιφανής καθηγητής Στυλιανός Αλεξίου στη νέα το 1980 λαμπρή και αυτή έκδοση του Ερωτοκρίτου, την οποία με επιστημονική ακρίβεια εκπόνησε, γράφει ότι «…στο πολυδιάστατο αυτό έργο και ιδιαίτερα στη μονομαχία του Χαρίδημου, αφέντη της Γόρτυνας, με τον Καραμανίτη, ο λαός της Κρήτης, στα χρόνια της τουρκοκρατίας, είδε το σύμβολο των δικών του αγώνων για την απελευθέρωσή του από το ζυγό των Πασάδων και των Αγάδων».
Όλοι γνωρίζομε ότι των ανθρώπων η αξία δεν φαίνεται μόνο στα μεγάλα αλλά και στα «μικρά» της καθημερινής ζωής πώς συμπεριφέρονται, πώς περνούν τη ζωή τους επικοινωνώντας και συναναστρεφόμενοι, πώς βιώνουν και εφαρμόζουν τη θεμελιώδη κοινωνική αρχή ή την αυτονόητη αλήθεια «Είμαστε άνθρωποι, όταν γινόμαστε συνάνθρωποι».
Πρώτος ο αείμνηστος Μενέλαος Παρλαμάς ανακαλύπτει και κάνει γνωστό τον άλλο Ξανθουδίδη, τον άνθρωπο, και στην εξαίρετη επιφυλλίδα του «Ο σοφός Δωριεύς»(1957) με το χαρακτηριστικό του ύφος, εκτός των άλλων, αναφέρει: «Σʼ έναν απʼ αυτούς τους φακέλους βρήκα και μια φωτογραφία του Στεφάνου – έτσι, με το μικρό του όνομα, μνημονεύεται εκεί. Μας τον δείχνει σε νεαρή ηλικία. Θα ήταν φοιτητής τότε ή καθηγητής στη Νεάπολη. Είναι ντυμένος με κομψό λαϊκό γούστο: γκιλότα με γκέτες, σακκάκι ξεκούμπωτο – με γιασεμί στο πέτο. Χωρίστρα «στραβή»- «όταν προβάλεις και σε δω με τη στραβοχωρίστρα…»- μέτωπο λείο, μάτια «γελαντζίδικα» αλλά και στοχαστικά, χείλη μισοανοιγμένα σε ανεπαίσθητο χαμόγελο. Ώρα πολλή κοίταζα το απροσδόκητο εύρημα: Μια- μια λύνονταν όλες μου οι απορίες. Μα βέβαια! Σε τούτον εδώ τον Στέφανο- όχι στον άλλο,τον Δωριέα- ταιριάζουν οι περίεργες διηγήσεις της Νεαπολίτισσας, που δεν «εποχόρταινε», λέει, να τόνε καμαρώνει κάθε φορά που περνούσεν από το σπίτι της πηγαίνοντας στο Γυμνάσιο…
… Σε τούτο,τέλος,το παλληκάρι με τα όμορφα στοχαστικά μάτια ταιριάζουν και οι άλλες ψιθυριστές διηγήσεις για τον μεγάλο, τον άτυχο και δραματικόν έρωτα,που θα ξεράνει το γιασεμί του πέτου,θα σβήσει τη λάμψη των ματιών, θα προσθέσει ρυτίδες στο μέτωπο και πίκρα στα χείλη, και θα μεταμορφώσει το γελαστό λεβεντόπαιδο σε δυσπρόσιτο – Δωριέα - το θύμα της Κυθερείας σε αφιέρωμα της Αθηνάς…Τις πετυχαίνει κάποτε τέτοιες ριζικές μεταμορφώσεις ο πόνος.
… Την ίδια αποκαλυπτική εντύπωση μου έκαμε και η διήγηση ενός γέρου Αβδιώτη γεωργού,φίλου του Στεφάνου.-«Όταν ήρχουντονε κάθε καλοκαίρι στο χωριό και εκάθουμεστανε κι εκουβεδιάζαμε το βραδινό στο ντουκιάνι οπόξω, ήτονε απαράλλαχτος σαν κι εμάς μόνο πως… αυτός εκάτεχε γράμματα.». Ξαναδιαβάζω τούτη την τελευταία φράση: «ήτονε απαράλλαχτος σαν κι εμάς, μόνο πως αυτός εκάτεχε γράμματα».Πόσο απλά και με πόσο βάθος ερμηνεύει το «δημοφιλές» του Στεφάνου. (Πόσον καιρό άραγε πρέπει να ψάχνει κανείς στα βιβλία των σοφών,για να πετύχει τέτοιο ερμηνευτικό εύρημα;)…
… Όταν πάλι βρίσκεται στο Ηράκλειο και τύχει να παίζει Καραγκιόζης,είναι από τους ταχτικότερους θεατές. Μερικοί σπουδαίοι Καστρινοί βλέποντας τον σοβαρό αρχαιολόγο να παρακολουθεί αυτό το χυδαίο - κατά την αντίληψή τους- θέαμα, σκανδαλίζονται, μα αυτός αδιάφορος για το σκάνδαλο χαίρεται τα ευρήματα της λαϊκής θυμοσοφίας και γελά μ ʼεκείνο το παταγώδες λυτρωτικό γέλιο του. Θα ήταν πλάνη να νομιστεί πως ο δεσμός του αυτός με τον λαϊκό πολιτισμό και τους ανθρώπους της υπαίθρου είχε μοναδικήν αφορμή την επιστημονική περιέργεια. Ήταν δεσμός βαθύτατα ψυχικός Κάποτε εφωτογράφησεν όλους τους χωριανούς του και διατήρησεν ευλαβικά τις φωτογραφίες όχι βέβαια γιατί θα του χρειάζονταν στις επιστημονικές του έρευνες, μα γιατί θα τον βοηθούν να «ξαναβρίσκει τον χαμένο χρόνο». (…)
Κατά μαρτυρίαν του σεβάσμιου Στυλιανού Βασιλάκη, τέως Διευθυντή του Λυκείου «ο Κοραής» από το αξιόλογο βιβλίο του «Γράμματα Μνημόσυνα Λήθης» (1996) «…Ανελλιπώς(ο Ξανθουδίδης) τις εορτές των Χριστουγέννων, του Πάσχα, καμιά φορά και τις Απόκριες, το καλοκαίρι τον Αύγουστο, ότε το μεγάλο πανηγύρι του χωριού του της Παναγίας της Παντάνασσας, είναι παρών και συνεορτάζει όχι μόνον με τα κατοικοεδρεύοντα στο χωριό μέλη της οικογένειάς του, αλλά και με τους συνομήλικους συγχωριανούς του…
… Τη νύκτα των Χριστουγέννων ο Στέφανος μαζί με τον αδελφό του Γιάννη, που κατοικούσε στο χωριό, συμμετείχε στη νυκτερινή λειτουργία, έπαιρνε θέση στο τιμητικό στασίδι, που του είχε παραχωρηθεί δίπλα στο δεξιό ψάλτη και… εβοηθούσε με σιγανή φωνή. Η παρουσία του και η συμμετοχή στην εκκλησιαστική ψαλμωδία ενίσχυε τη θρησκευτικότητα των απλών ανθρώπων, «αφού αυτός με τα πολλά γράμματα και τη μεγάλη μόρφωση έδειχνε την πίστη του προς τον Θεό»
Με το ξημέρωμα η λειτουργία τελείωνε και ο Στέφανος, στο στασίδι (στο στασίδι αυτό εστέκετο και ο δεσπότης οσάκις ήρχετο στο χωριό), εδέχετο τις ευχές του εκκλησιάσματος, με το τέλος των οποίων ανεχώρει για το πατρικό σπίτι και, κατά την πορεία προς αυτό εδέχετο την πρόσκληση πολλών: «Ελάτε, κύριε Στέφανε, ελάτε…»…
Και στο καφενείο επήγαινε και έκανε παρέα τον Κρουσθιανό, τον χωρατατζή του χωριού, και μαζί με τους λοιπούς πελάτες του καφενείου εξεκαρδίζοντο στα γέλια, γιατί είχε αυτή τη δυνατότητα ο Κρουσθιανός να δημιουργεί κέφι και ευθυμία. Συνήθως έπαιζαν και χαρτιά, το «σκαμπίλι»,και ο χαμένος προσέφερε το «ζουμπούχι»,ένα καλό μεζέ με καλό κρασί.Ο Στέφανος αγαπούσε το χωριό του και τους χωριανούς του και ηγαπάτο επίσης ειλικρινά από αυτούς».
Το πρωί της 18 Σεπτεμβρίου 1928 ο θάνατος βρίσκει τον Ξανθουδίδη όρθιο στο δρόμο μπροστά από την είσοδο του σημ. κινηματοθεάτρου «Αστόρια», ενώ βάδιζε προς το Μουσείο. Πεθαίνει από καρδιακή συγκοπή σε ηλικία 67 ετών. Την επομένη γίνεται πάνδημη η κηδεία του μέσα σε γενική θλίψη, αφού σε όλους ήταν πολύ αγαπητός και τον θρήνησαν ως δικό τους άνθρωπο.
Όχι μόνο στη ζωή αλλά και μετά θάνατον αποδεικνύεται το μεγαλείο της ψυχής του. Με την ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύτηκε στην εφ. «Ανόρθωσις» 28. 9. 1928, ορίζει τα εξής: «Καθιστώ γενικόν κληρονόμον της περιουσίας μου και συνάμα εκτελεστήν της διαθήκης μου τον ανεψιόν μου Ανδροκλή Ξανθουδίδην και εντέλλομαι όπως ούτος παραδώση εντός του δυνατού βραχυτέρου χρονικού διαστήματος, πάντως όμως ουχί πλέον των 6 μηνών, τα εξής κληροδοτήματα:
Πρώτον να παραδώση όλα τα βιβλία μου και τας περιεχούσας αυτά βιβλιοθήκας εις το Μουσείον Ηρακλείου, προς πλουτισμόν αυτού. Τα βιβλία ταύτα, 800 περίπου τόμοι, δια τα οποία έχω δαπανήσει από 40ετίας υπέρ τας 15.000 χρυσών φράγκων, είναι αρχαιολογικά, ιστορικά, γλωσσικά, λεξικά κ.λ. μεταξύ δε αυτών σπάνιά τινα και δυσεύρετα σήμερον. Παρακαλώ να σφραγισθή έκαστον εξ αυτών διʼ ειδικής σφραγίδος φερούσης το όνομά μου. Τινά των βιβλίων τούτων ευρίσκονται και εις το Μουσείον, ως λ.χ. η σειρά των τόμων της ιστορίας τέχνης κ.λ. Παραγγέλλω λοιπόν όπως ταύτα δοθώσιν εις την Βικελαίαν βιβλιοθήκην Ηρακλείου. Ιδιαιτέρως επί της τραπέζης μου υπάρχουν 15 τετράδια περιέχοντα γλωσσολογικήν ύλην ταύτα να σταλώσιν εις το εν Αθήναις αρχείον του Ιστορικού λεξικού όπου θα είναι χρήσιμα…». Μετά αφήνει κληροδοτήματα σε όλους του συγγενείς του και στην υπηρέτριά του. «Εις την κοινότητα Αβδού δρχ. 10.000 υπό τον ρητόν όρον να χρησιμοποιηθώσι δια το σχολείον αυτής. Εις το Πανάνειον Νοσοκομείον δρχ. 10.000, εις το ορφανοτροφείον θηλέων 10 χιλιάδας, εις το Πτωχοκομείον πέντε χιλιάδας…»
Ο Ξανθουδίδης είναι ο πρόδρομος που ανοίγει το δρόμο, ο πρώτος που με τρόπο επιστημονικό και απαιτητικό ερευνά συστηματικά την Κρήτη και με λαμπρά αποτελέσματα, γι΄αυτό χαρακτηρίστηκε ως «ο πρώτος επιστήμονας Κρητολόγος, ο πατριάρχης των κρητολογικών σπουδών».Με τη θαυμαστή επίδοση σε πέντε επιστήμες «είναι περίπτωση σχεδόν μοναδική στην ιστορία των νεοελληνικών γραμμάτων». Διακρινόταν για την απλότητα και καταδεκτικότητα, τη σεμνότητα και ευαισθησία, την ακεραιότητα του χαρακτήρα, την ευγενική αποποίηση προσφερόμενων επαίνων και τιμών, την ακάματη φιλοπονία, την έμπρακτη καλοσύνη και για το επιστημονικό του ήθος έμεινε «ως η ωραιοτέρα μορφή της Ελληνικής Επιστήμης».
Το αναγνωρισμένο από όλους και ομολογημένο επιστημονικό του ήθος συγκροτούν η εντιμότητά του και ευθύτητα στην έρευνα, η συστηματική και εκ πεποιθήσεως αποφυγή επιστημονικής και ατομικής του επίδειξης, «το αφατρίαστον» (μακριά από φατρίες που σε επιστημονικούς χώρους χωρίζουν την επιστήμη από την αρετή),η αγάπη και η λεπτότητα που συνοδεύουν τις θεμελιωμένες παρατηρήσεις του για τις λανθασμένες απόψεις των άλλων, η με προθυμία και ευγένεια δωρεάν παροχή πνευματικής συνδρομής του και η περί την υπεύθυνη έρευνα αφοπλιστική ειλικρίνειά του π.χ. « Εκ των οικογενειακών τούτων επωνύμων πολλά μεν μετʼ απολύτου βεβαιότητος δύνανται να ερμηνευθώσιν ως προελθόντα εκ ποιμενικών όρων, άλλα τινά μετά πολλής πιθανότητος ερμηνεύονται ως τοιαύτα, καταλέγω όμως και τινα περί της αρχής των οποίων έχω αμφιβολίας τινάς».Αυτή είναι η επιστημονικη αρετή που χαρακτηρίζει τον Ξανθουδίδη «τον τόσον υπέρ το δέον μετριόφρονα και ευγενώς αθόρυβον λόγιον».
Κατά την έκφραση δε του Μ. Ροδά (Ελεύθερον Βήμα, 21.9.1928) ο Ξανθουδίδης στο Μουσείο «έκανε την εντύπωσιν αρχαίου ιερέως εις τον ναόν του» και ήταν «Πελώριον, γιγάντιον και αθόρυβον επιστημονικόν πνεύμα. Η επιστημονική έρευνα υπήρξεν η θρησκεία του και ναός το Μουσείον του Ηρακλείου».
Η Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών εκτιμώντας την επιστημονική αξία και το ήθος του Ξανθουδίδη τον εξέλεξε το 1918 καθηγητή της έδρας της Μεσαιωνικής και νέας Ελληνικής Γλώσσης και Φιλολογίας και μάλιστα χωρίς να υποβάλει υποψηφιότητα, αλλά ευγενώς δεν απεδέχθη την εξαιρετικά τιμητική αυτή θέση, αφού δεν ήθελε να εγκαταλείψει το Μουσείο και το Ηράκλειο.
Ήταν εταίρος σε 11 ελληνικές και ξένες επιστημονικές εταιρείες, τιμήθηκε με τον Αργυρούν Σταυρόν των Ιπποτών από την Ελληνική Πολιτεία (1916)και εξελέγη από τη νεοσύστατη Ακαδημία Αθηνών ως πρώτον αντεπιστέλλον μέλος της (1928)
Στοιχεία πατριωτικής δράσης του Ξανθουδίδη: Ως Πληρεξούσιος Πεδιάδος το 1897 μετέχει στα πολιτικά πράγματα της Κρήτης. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος από τις Αρχάνες αποστέλλει έγγραφο με ημερομηνία 9.8.1897 και τον παρακαλεί εξ ονόματος της Συνελεύσεως να μεταβεί εις Χερσόνησον να υποδεχθεί 12 Άγγλους αξιωματικούς και να τους συνοδεύσει στην περιοδεία τους. «…Θα προσφέρετε μεγάλην υπηρεσίαν εις τον τόπον αν κατορθώσετε να διαθέσετε τους ειρημένους αξιωματικούς ευμενώς υπέρ ημών παρέχοντες καταλλήλως πάσαν πληροφορίαν και χρήσιμον εξήγησιν» και αυτό έπραξε. Τους διάσημους ξένους που τον επισκέπτονται λόγω της αξίας και της πολυγλωσσίας του καλοδιαθέτει υπέρ της Κρήτης και των δικαίων της.
Αγωνίζεται για την προστασία της Λότζιας και άλλων μνημείων. Καταρτίζει αυτόγραφο κατάλογο με 166 ονομασίες οδών της πόλης μας τον οποίο είχε ζητήσει εγγράφως το δημοτικό συμβούλιο προσφεύγοντας στην επιστημονική συνδρομή του.
Το 1911 εργαζόμενος προθύμως και δωρεάν φέρνει σε πέρας το έργο της ταξινόμησης των βιβλίων της Βικελαίας Δημοτικής Βιβλιοθήκης Ηρακλείου.
Το 1924 τον ιστορικό ναό του αγίου Τίτου της πόλεώς μας, ο οποίος ως μουσουλμανικό τέμενος είχε περιέλθει από το 1922 στην υπηρεσία Ανταλλαξίμων, συναποτρέπει να γίνει αγγλικό τηλεγραφείο, αλλά να αποδοθεί ως ναός στην ορθόδοξη λατρεία με κρατική έγκριση.
Την εκφρασθείσα εύστοχη γνώμη του να εορταστεί «πρεπόντως» η χιλιετηρίδα της απελευθέρωσης της Κρήτης από τον καλλίνικο Νικηφόρο Φωκά πραγματοποίησε το 1961 η Εταιρία Κρητικών Ιστορικών Μελετών.
Την ανακαλυπτόμενη με τις ανασκαφές του αζώητη αθανασία ζωοποιεί στις προθήκες του Μουσείου και με τις αναρίθμητες δωρεάν καθοδηγήσεις-ξεναγήσεις του στο Μουσείο και στους αρχαιολογικούς χώρους, με εκλαϊκευτικά κείμενα των επιστημονικών του εργασιών σε εφημερίδες και περιοδικά κάνει κοινωνό τον λαό, τον διαφωτίζει να βιώσει και μετουσιώσει την προγονική κληρονομιά σε κοινή συνείδηση.
«Επηρεασμένος και από το πνεύμα της εποχής του, γράφει ο καθ. Θεοχ. Δετοράκης,… πίστευε σωστά ότι ο λαϊκός βίος έχει μιαν αδιάσπαστη ενότητα και διάρκεια…Από την άποψη αυτή το έργο του Ξανθουδίδη έχει και πελώρια εθνική αξία, καθώς θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως διαρκής αναζήτηση της ελληνικότητας».
Το κείμενο βασίζεται στην ομιλία του συγγραφέα στην εκδήλωση του Λυκείου Ελληνίδων (21-1-2008) στη δημοτική αίθουσα “Ανδρόγεω”
* Ο Ζαχ. Σμυρνάκης είναι φιλόλογος
Την Παρασκευή το τελευταίο μέρος

