Και η Μονή όπως γράφει ο Βίκτωρας Ουγκώ “η δίκην φρουρίου αγωνισαμένη αποθνήσκει ως ηφαίστειον”. Ανώνυμος Αγγλος επίσης αντικρίζοντας τις σφαγές και βλέποντας τις λεηλασίες θα γράψει: “Ουδʼ αυτή η έξαλλος φαντασία ημπορεί να συλλάβει την φρικαλεότητα των διαδραματισθέντων σκηνών”.
Τρόχαλος έγινεʼ η Μονή
κʼ εσείστʼ ο Ψηλορείτης
κι αντιλαλούνε τα βουνά
κι απάκρʼ ως άκρʼ η Κρήτη
θα μας διασώσει η λαϊκή μούσα.
Το δράμα του Αρκαδίου δεν αποτελεί γεγονός που περιορίζεται σε συγκεκριμένα ιστορικά και γεωγραφικά πλαίσια. Φωτίζει με τη λάμψη του τα σκοτάδια της εποχής και γίνεται τραγούδι, σύμβολο, εθνικό μετέωρο, ιδέα θρύλος. Ο ηχηρός απόηχος του κρούει την πόρτα της συνείδησης του φιλελεύθερου κόσμου της Ευρώπης και της Αμερικής. Αρχίζει έτσι σιγά-σιγά να μετατρέπεται η αδιαφορία σε ενδιαφέρον, η ουδετερότητα σε δράση, η αντίδραση σε συμπαράσταση, η απάθεια σε συμπάθεια και η απραξία σε πράξη. Δημιουργήθηκε μια μεγάλη φιλοκρητική κίνηση, συγκροτήθηκαν επιτροπές στην Αθήνα και Σύρο, διενεργήθηκαν έρανοι και ο Τύπος της εποχής αφιέρωσε αρκετά και συγκινητικά δημοσιεύματα, για το κρητικό δράμα.
Το Αρκάδι μπορεί να έγινε ένας σωρός από ερείπια. Τα ερείπια όμως αυτά δεν μπόρεσαν να θάψουν τον ασίγαστο πόθο της λευτεριάς του κρητικού λαού, ούτε νʼ ανακόψουν το αγωνιστικό του πάθος όπως ήθελαν να πιστεύουν οι Τούρκοι. Η ψυχή του έμεινε απτόητη και ακλόνητη για να συνεχίσει τον αγώνα και να υπερασπιστεί τα δικαιώματα του λαού, όπως έδειξε η γιγαντομαχία του Λασιθίόυ τον επόμενο Μάιο του 1867.
Μπορεί η Επανάσταση αυτή να μην είχε εντυπωσιακές επιτυχίες λόγω της δυσαναλογίας των αντιμαχόμενων μερών. Αποτέλεσε όμως ένα σταθερό βήμα για τις παραπέρα βελτιωτικές εξελίξεις.
Μεταξύ των άλλων συνέτεινε στην παραχώρηση ορισμένων δικαιωμάτων στους χριστιανούς με τον καλούμενο Οργανικό Νόμο του 1868 με βάση των περιορισμένων έστω διατάξεων του οποίου διοικήθηκε η Κρήτη για μια δεκαετία. Διανοίχθηκε ακόμα μια στενωπός που οδήγησε στην αυτονομία και τη μετέπειτα ένωση της Κρήτης.
Ποιός ο πραγματικός πυρπολητής του Αρκαδίου
Κάθε έγκλειστη κρητική ψυχή, ήταν κι ένα μικρό Αρκάδι. Κάθε άτομο ήταν και μια μικρή πυριτιδαποθήκη, έτοιμη να εκραγεί. Απʼ αυτό λοιπόν το ανώνυμο κατά το μεγαλύτερο μέρος πλήθος, που βρίσκεται στον πολιορκητικό κλοιό “εν φόβω και σκια θανάτου” έκαναν απλά ένα μικρό βηματισμό 1-2 άτομα για να γίνουν οι επώνυμοι πυρπολητές. Και η πράξη τους αυτή δεν ήταν τυχαία. Ούτε ήταν πράξη επίδειξης, έπαρσης, παραλογισμού ή αλαζονείας. Η ζυγαριά της φρόνησης και της αυστηρής εκτίμησης της κατάστασης τους οδήγησε στην ηρωική τους πράξη.
Ηταν λοιπόν μια συνειδητή ενέργεια και μια υψηλόβαθμη προσφορά στο θυσιαστήριο της αδούλωτης σκέψης και των ακατάλυτων πνευματικών αξιών.
Μετά την ανατίναξη του Αρκαδίου επικράτησε μια σκόπιμη παρασιώπηση του γεγονότος και μια εξυπηρετική για τα συμφέροντα των Τούρκων σιωπή, γιατί ο απόηχος της ηρωικής θυσίας τους ενοχλούσε φοβερά.
Ο εκτός Κρήτης βέβαια Τύπος της εποχής αν και ελάχιστος, δεν άφησε ακάλυπτο το γεγονός. Στην Κρήτη καλύφθηκε από διάφορα αφηγηματικά στιχουργήματα, των λαϊκών ποιητών.
Σε ανταπόκριση από τα Χανιά στην εφημερίδα των Αθηνών “Αυγή” δημοσιογράφου με το ψευδώνυμο Α.Μ.Ν.Ω. για ευνόητους λόγους, αναφέρεται ως πυρπολητής ο Σκουλάς. “Φαίνεται” όπως γράφει ο ανταποκριτής “ότι το μέγιστον μέρος των όπλων των επαναστατών κατήντησε άχρηστον και ο κίνδυνος αυτών εμεγαλύνετοα η απόφασις εγένετο και την εκτέλεσιν αυτής ανεδέχθη, όχι ο καλόγερος Μανασής, αλλʼ εις νεανίας Κρης Σκουλάς ονομαζόμενος. Σοι σημειώ εν παρενθέσει ότι ο μικρός ούτος την ηλικίαν ήρως, ήτο νέος ανεπτυγμένος, διότι είχε σπουδάσει εις τας Αθήνας και το πλείστον μέρος της ηλικίας του διέμενεν εκτός της Κρήτης...”
Το κείμενο στέλνεται από τα Χανιά στις 25 Νοεμβρίου 1866 και δημοσιεύεται από την εφημερίδα στη στήλη ΕΛΛΑΣ στις 3 Δεκεμβρίου 1866.
Σε απόσπασμα επίσης της εφημερίδας “Αλήθεια” των Αθηνών στις 26 Νοεμβρίου 1866 δημοσιεύεται έκθεσις της πολιορκίας του Αρκαδίου στην οποία αναγράφεται: “Αφού δε εγέμισεν η αυλή του μοναστηρίου Τούρκους, έδωκε πυρ εις τον υπόνομον ο Εμμανουήλ Α. Σκουλάς εικοσαετής ανδρείας και πεπαιδευμένος καθώς ομολογεί ο μόνος σωθείς παπα Γεράσιμος εκ Χαλέπας”.
Την ίδια έκθεση είχε δημοσιεύσει πέντε μέρες νωρίτερα η εφημερίδα “Νόμος” της Σύρου, καθώς και η εφημερίδα “Ελπίς” στις 29.11.1866.
Σε επιστολή του στην Επιτροπή της Σύρου με ημερομηνία 1.2.1867 ο οπλαρχηγός αδελφός του Μιχάλης Σκουλάς γράφει: “Μέχρι σήμερον δυο εξ ημών έπεσαν ο μεν προ των πυλών του Ηρακλείου, ο δε εις Αρκάδιον, όστις και επυρπόλησε την πυρίτιδα”. Η επιστολή αυτή βρίσκεται στα γενικά αρχεία του κρά΄τους. Ο προ των πυλών του Ηρακλείου αδελφός του ήταν ο Νικόλαος που σκοτώθηκε στη μάχη του Αλμυρού στις 8 Σεπτεμβρίου 1866.
Για τη μεγαλειώδη αυτή πράξη που δηλώνει μεταξύ των άλλων και την περιφρόνηση προς το θάνατο, ο λαϊκός ποιητής που ήταν ο χρονογράφος της εποχής θα πει:
“Ο λόγος σου Ηγούμενε
μες την καρδιά μʼ αγγίζει
λέει ο Μανόλης ο Σκουλάς
και διπλογονατίζει.
Δώσε μου το δικαίωμα
νʼ ανάψω τον πυρίτη
να βγούμε στα ουράνια
να φωτιστεί η Κρήτη”.
Στο τραγούδι του Σταμάτη Δρανδάκη συναντούμε τους στίχους:
“Σαν εγεμώσαν τα κελιά
κι επιάσαν το μπεντένι,
τότε ο Γιάννης ο Σκουλάς
δε στέκει νʼ ανημένει.
Δίδει του μπαρουθιού φωθιά
το τέλος για να κλείσει
κι έκαμαν και το Μουσταφά
κουρμπάνι να δειπνήσει”.
Για τον Εμμανουήλ Σκουλά ως πυρπολητή του Αρκαδίου, γράφει και ο Αναγνώστης Ντούνης στο ποίημά του: “Οι ήρωες του 1866 εν Κρήτη”. Αφού τον ζηλεύει για την ομορφιά του και τη μεγάλη γενιά του τον παρουσιάζει με τους παρακάτω αποσπασματικούς στίχους:
“Καλώς ήρθεν του είπενε
μα πρώτα να στρωθούνε
χιλιάδων Τούρκων πτώματα
για να διαβώ από πάνω.
Και η Μονή του Αρκαδιού
ένας σωρός θα γίνει,
για να την κάμω μνήμα μου
και να θαφτώ από κάτω”.
Από τις δημοσιεύσεις των εφημερίδων και τις διηγήσεις προσφυγικών οικογενειών της Κρήτης, το αρκαδικό δράμα γίνεται θεατρικό έργο από τον Τιμολέοντα Αμπελά και το Γεώργιο Ανδρικόπουλο. Στα έργα αυτά μνημονεύεται πολλές φορές το όνομα του Μανόλη Σκουλά ως πυρπολητή του Αρκαδίου. Υπάρχουν ακόμα και διάφορες άλλες ενισχυτικές μαρτυρίες.
Ο Ιωσήφ Χατζιδάκης γιατρός και πρώτος στυλοβάτης της Αρχαιολογίας, στο βιβλίο του “Περιήγησις εις Κρήτην 1881”, αντίθετα αναγράφει το όνομα του Κων/νου Γιαμπουδάκη “... κατά την φοβεράν ταύτην στιγμήν ο Κωνσταντίνος Γιαμπουδάκης, ανδρείος πολεμιστής εκ του χωρίου Αδελε της επαρχίας Ρεθύμνης, εισορμά εντός του υπέρ την πυριταποθήκη κελλίου κειμένου εις την βορειοανατολικήν της Μονής γωνίαν και κραυγάζει προς τους εντός άνδρας και γυναίκας. Τούρκοι μας εκύκλωσαν πανταχόθεν, έσωθεν και έξωθεν κατά χιλιάδες. Θα παραδοθώμεν ή θα δώσω φωτιά; Φωτιά εκραύγασαν πάντες”. Ο ίδιος γράφει επίσης ότι έδωσαν φωτιά και στην πυρίτιδα που υπήρχε στο ηγουμενείο με καταστρεπτικές επίσης συνέπειες.
Ακολουθεί μια μακρόσυρτη σιωπή ως το 1930, που το ελληνικό Υπουργείο των Στρατιωτικών συγκροτεί επιτροπή την καλούμενη “Επιτροπή Εκατονταετηρίδος”, η οποία προέβη σε ειδική έκδοση με τίτλο “Αγώνες και νεκροί 1830-1930”. Η έκδοση αναφέρθηκε φυσικά και στο Αρκάδι και στον πυρπολητή του Μαρινάκη ηγούμενο Γαβριήλ. Η επένδυση αυτή στο όνομα του ηγουμένου Γαβριήλ δεν ξέρουμε πιο σκοπό εξυπηρετούσε. Αν πάντως η Επιτροπή στηρίχθηκε στο γνωστό πίνακα ελεύθερης σύνθεσης του Ιταλού ζωγράφου Gatteri που φυλάσσεται στην Εθνική Πινακοθήκη και παρουσιάζει πρόσωπο με ιερατική στολή και κρατεί το δαυλό μπροστά στην πυριτιδαποθήκη, αποτελεί άποψη παντελώς ατεκμηρίωτη και ιστορικά ανυπόληπτη. Ο Γαβριήλ τόσο κατά την άποψη του Ελληνα πρόξενου Νικόλαου Σακκόπουλου, όσο και τη σχετική αναφορά του επισκόπου Διονύσιου Μαραγκουδάκη στο βιβλίο του “Το ιερόν και ηρωικόν της Κρήτης Αρκάδι”, σκοτώθηκε πολεμώντας. Μια άλλη πειστικότερη εκδοχή τον θέλει να αυτοχειριάζεται, προκειμένου να μην πέσει στα χέρια του εχθρού. Μαρτυρείται ακόμα ότι ο νεκρός του αναγνωρίστηκε από τους Τούρκους, οι οποίοι τον αποκεφάλισαν και τον περιύβρισαν κατά το συνηθισμένο και γνώριμο σʼ αυτούς τρόπο. Αυτό προκύπτει από τις αναφορές των υποπρόξενων στο Ρέθυμνο Γ. Καλοκαιρινού και Γ. Σκουλούδη.
Ετσι, ο θρύλος αυτός υποχωρεί σύντομα. Το έτος 1938 κυκλοφορεί το περισπούδαστο βιβλίο του Mητροπολίτη Τιμόθεου Βενέρη “το Αρκάδι δια των αιώνων” η χρυσή βίβλος του αρκαδικού δράματος όπως το χαρακτήρισε ο αείμνηστος πανεπιστημιακός δάσκαλος Νικόλαος Τωμαδάκης. Ο συγγραφέας αποφαίνεται ότι πυρπολητής του Αρκαδίου ήταν ο Κωνσταντίνος Γιαμπουδάκης “... ο οποίος προ της εισβολής των Τούρκων εις το περίαυλον είχεν εισέλθει εις την πυριτιδαποθήκην και εξεκένωσε την πιστόλα του εις την χαμαί χυμένην πυρίτιδα, εξ ης το πυρ μετεδόθη και εις τα περιέχοντα την πυρίτιδα βαρέλια και εγένετο πάραυτα η έκρηξις”. Η ίδια άποψη υποστηρίζεται από τον Eπίσκοπο Διονύσιο στο ανέκδοτο τότε βιβλίο του “Το ιερόν και ηρωικόν της Κρήτης Αρκάδι” από το οποίο προφανώς αντλεί την πληροφορία του ο Τιμόθεος Βενέρης.
Στο Κρητολογικό Συνέδριο του 1966 ο Ελευθέριος Πρεβελάκης σε εμπεριστατωμένη ανακοίνωσή του αποφαίνεται διαζευτικά ότι η ανατίναξη της πυριτιδαποθήκης είναι έργο το Κων/νου Γιαμπουδάκη ή του Ανωγειανού δασκάλου Εμμανουήλ Σκουλά.
Το Κέντρο Ερευνας της Ιστορίας του Νεότερου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών, διεξάγει σε βάθος μια επιστημονική έρευνα στις προσφερόμενες πρωτογενείς αρχειακές πηγές. Στο μνημειώδες έργο της “Μνημεία της Ελληνικής Ιστορίας” σημειώνεται: “Δια του δημιουργηθέντος ρήγματος ο στρατός εισήλασεν εις την Μονήν, εντός της οποίας ο αγών συνεχίσθη σκληρώς στήθος προς στήθος, εκορυφώθη δε δια της ανατινάξεως της πυριτιδαποθήκης υπό του Κωνσταντίνου Γιαμπουδάκη ή κατʼ άλλην εκδοχήν υπό του εξ Ανωγείων Μανόλη Σκουλά...”
Η έρευνα στηρίχθηκε κυρίως στις προξενικές εκθέσεις οι οποίες κατά τους συντάκτες της έρευνας “αποτελούν πολυτίμους πηγάς δια να ολοκληρώσει τις την εικόνα της εν Κρήτη καταστάσεως... Αι επιλεγείσαι προς έκδοσιν εκθέσεις μετά την μικροφωτογράφησιν αυτών, αντεγράφησαν, εταξινομήθησαν κατά χρονολογικήν σειράν και εμελετήθησαν από απόψεως γλώσσης, ταυτίσεως τοπωνυμίων και περιεχομένου” συνεχίζει η έκθεση.
Καταφαίνεται λοιπόν ότι έγινε επιλογή των Εκθέσεων, χωρίς να γνωρίζουμε τα κριτήρια με τα οποία έγινε η επιλογή αυτή. Ετσι παραλείφθηκε να συμπεριληφθεί η Εκθεση του υποπρόξενου της Ελλάδας στο Ηράκλειο Ιωάννου Μπαρουξάκη που είχε εμπιστευτικό χαρακτήρα και απευθύνεται στον Ελληνα Yπουργό Εξωτερικών Επαμεινώνδα Δεληγεώργη και φέρει τον αριθμό 284/21 Νοεμβρίου 1866. Η Εκθεση αυτή καταγράφει στις είκοσι έξι χειρόγραφες σελίδες της, τα σημαντικά γεγονότα που συνδέονται με το δράμα του Αρκαδίου. Δεν γνωρίζουμε αν η παράλειψη αυτή, με τις σημαντικές πληροφορίες που περιέχει οφείλεται σε ηθελημένη σκοπιμότητα ή αποτελεί απλό βλεπτικό ατόπημα της συντακτικής επιτροπής. Στην Εκθεση αυτή για πρώτη φορά αναφέρεται επώνυμα το όνομα του εικοσιπενταετούς Μανόλη Σκουλά ότι “έδωκεν πυρ εις την πυριτιδαποθήκην και ανέτρεψε την Μονήν μεθʼ όλων των συναδέλφων του και των εισβαλόντων Οθωμανών”.
Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Ν. Τωμαδάκης που αποδέχεται ως πιθανότερο πυρπολητή τον Εμμ. Σκουλά συνιστά ότι η έρευνα πρέπει να συνεχιστεί και οι γραπτές μαρτυρίες πρέπει να αναζητηθούν.
Αθάνατε ήρωα Μανόλη Σκουλά
Κυρίες και κύριοι που τιμάτε τη μνήμη του με την παρουσία σας.
Τα σύντομα αυτά λόγια ενός μη ειδικού που του έκαναν την τιμή και του εμπιστεύθηκαν τη σημερινή ομιλία, έρχονται ως συμπλήρωμα των κατά καιρούς δημοσιευμάτων, γύρω από το αρκαδικό δράμα και τους πρωταγωνιστές του. Και η ομιλία μου αυτή, δεν έχει σκοπό να διαταράξει τα ιστορικώς καθιερωμένα και αποδεκτά. Ούτε έχει σκοπό να αποκαθηλώσει, να δευτεροποιήσει ή να αποχρωματίσει το ρόλο άλλων πρωταγωνιστών του ιερού αγώνα του Αρκαδίου που στέκεται όχι μόνο ως φρούριο της Ορθοδοξίας, αλλά και ως καθέδρα της ιστορίας. Η παγιωμένη ιστορική άποψη ότι ένας ήταν ο πυρπολητής του Αρκαδίου, πρέπει να υποχωρήσει. Ας μην ξεχνούμε ακόμα ότι στο χώρο της Μονής υπήρχαν τρεις πυριτιδαποθήκες, από τις οπoίες οι δυο ανατινάχτηκαν. Αβίαστα λοιπόν εξάγεται το συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να ήταν ένας ο πυρπολητής. Σύμφωνα με τις πρωτογενείς πηγές που υπάρχουν και με τα στοιχεία που διέσωσε η λαϊκή μας μούσα, αυτός είναι ο τιμώμενος σήμερα ήρωας Εμμανουήλ Σκουλάς. Συμφωνούμε και μεις ότι η έρευνα παρά τις δυσκολίες της, πρέπει να συνεχιστεί.
Η ιστορία ας μην ξεχνούμε δεν κλείνει ποτέ τα χαρτιά της. Τείνει συνεχώς το χέρι της και ζητά τη βοήθειά μας, για να παραδοθεί στους επιγενόμενους ως ολοκληρωμένη εθνική παρακαταθήκη. Και η οικογένεια Σκουλά στη βοήθεια αυτή της ιστορίας πρόσφερε απλόχερα τον πνευματικό της οβολό, με την εξονυχιστική σε βάθος έρευνα σε αρχεία και σε άγνωστες και δυσπρόσιτες πηγές, από τις οποίες συστηματικά και επίμονα συγκέντρωσε το διαφωτιστικό υλικό που βρίσκεται σήμερα στη διάθεση των ιστορικών ερευνητών.
Εμείς που στεκόμαστε σήμερα γύρω από το άγαλμά σου, αφήνουμε νοερά τη φαντασία μας να βρεθεί στο Αρκάδι το “Μνημείο θυσίας και ελευθερίας της Ευρώπης” όπως δίκαια έχει χαρακτηριστεί, για την απαστράπτουσα δόξα του. Σου προσφέρουμε ακόμα τη λήκυνθο της ευγνωμοσύνης μας και υποκλινόμαστε στη ιερή μνήμη όλων των γνωστών και άγνωστων που υπερασπίστηκαν ή βρέθηκαν στο Αρκάδι και θυσιάστηκαν για τη λευτεριά, την αξιοπρέπεια και το μεγαλείο της πατρίδας.
* Ο Γ. Παναγιωτάκης είναι συγγραφέας-ιστορικός ερευνητής

