Του Γ. Παναγιωτάκη*
(1ο)
Υπάρχουν περίοδοι αλλά και πρόσωπα της Κρητικής Ιστορίας που την ομορφαίνουν και ακτινοβολούν στη μακρόχρονη και κυματώδη διαδρομή της.
Eμάς μας κάνουν να αισθανόμαστε εθνική υπερηφάνεια, ενθουσιασμό και ικανοποίηση. Και τα συναισθήματα αυτά είναι εντονότερα, όσο μεγαλύτερες σε παλμό είναι οι εκρήξεις της κρητικής ψυχής, που συνδέονται με τις περιόδους αυτές.
Μια τέτοια περίοδος που σημαδεύει την ιστορία μας και καλύπτει το χρονικό διάστημα 1866-69 είναι η μεγάλη Κρητική Επανάσταση.
Είναι μια περίοδος αναταραχής και εν δράσει πτυχής του όλου Ανατολικού ζητήματος. Ολες οι επαναστάσεις της Κρήτης κατά του τουρκικού δεσποτισμού, τροφοδοτούνταν πάντα από δικαιολογημένες αιτίες και σαφείς αφορμές. Ειδικότερα η επανάσταση 1866-69 είχε εθνικό χαρακτήρα βασικά, αφού στη συνείδηση των Κρητικών αποτελούσε συνέχεια της επανάστασης του 1821. Το νέο ξεσήκωμα είχε σκοπό την εθνική αποκατάσταση, την αποτίναξη του ξενικού ζυγού και την απελευθέρωση, από τη μακρόχρονη οικονομική και κοινωνική καταπίεση.
Η βαριά φορολογία, η ανεξιθρησκεία, οι καταδιώξεις, οι φυλακίσεις και δολοφονίες των χριστιανών για ανύπαρκτες ή ασήμαντες αφορμές και η κακοδιοίκηση γενικά, συνέθεταν μια άλλη πλευρά, που βρισκόταν σε αναντιστοιχία με τις υποτιθέμενες ευνοϊκές διατάξεις του Χάτι Χουμαγιούν του 1856. Με τις διατάξεις αυτές ο Σουλτάνος είχε παραχωρήσει στους υπηκόους του και μάλιστα στους χριστιανούς, ορισμένα προνόμια που αφορούσαν θέματα σχετικά με τη θρησκεία, τη φορολογία, τα δικαστήρια κ.α. Με το κίνημα του Μαυρογένη του 1858, η Πύλη αναγκάστηκε να εκδώσει ειδικό και ευνοϊκό για την Κρήτη φιρμάνι.
Η εφαρμογή όμως των διατάξεών του, παρουσίαζε μια σκόπιμη και αδικαιολόγητη βραδύτητα.
Παραβιάζονταν έτσι και καταπατούνταν κατά τρόπο βάναυσο τα δικαιώματα αυτά από τους Τούρκους, γεγονός που ισοδυναμούσε με ολική ή μερική καταστρατήγηση των διατάξεων αυτών. Την όλη ατμόσφαιρα βάραινε και η διπρόσωπη και υπονομευτική στάση και ο διασπαστικός γενικότερα ρόλος του Τούρκου Γενικού Διοικητή του νησιού, Ισμαήλ Πασά, καθώς και η ανάμειξή του στο καλούμενο μοναστηριακό ζήτημα. Ενα μέρος από τα έσοδα των μοναστηριών κάθε μορφής κάλυπτε εκπαιδευτικές ανάγκες. Αυτό αποτέλεσε αντικείμενο διεκδικήσεων μεταξύ του Mητροπολίτη Κρήτης, των ηγουμένων των μονών, της Δημογεροντίας Ηρακλείου και του λαού από την άλλη πλευρά, που στερούνταν αγροτικές εκτάσεις για καλλιέργεια.
Η παραχώρηση των εσόδων αυτών για ανέγερση και λειτουργία σχολείων, ερχόταν σʼ αντίθεση με την τακτική και τα καταχθόνια σχέδια της Πύλης που ήθελε να κρατεί τους Κρητικούς σε “παντελή απαιδευσία”.
Σκανδαλώδης και προκλητική στάση του Ισμαήλ, ήταν και η ανάμειξή του στην εκλογή των πληρεξουσίων που θα συζητούσαν τα διάφορα καυτά θέματα. Αποκορύφωμα μάλιστα της αυθαίρετης συμπεριφοράς του, ήταν η σύλληψη και φυλάκιση των μελών της Επιτροπής που θα μετέβαινε στο Πατριαρχείο για ενημέρωση.
Η καταδυνάστευση του κρητικού λαού σε συνδυασμό με τις πολλαπλές αυθαιρεσίες, αποτελούσαν προτροπή και αιτία για μια νέα αντίδραση με επαναστατικό χαρακτήρα.
Το κλίμα βέβαια που επικρατούσε τότε δεν ήταν ευνοϊκό, ούτε ενθαρρυντικό για την επιτυχία του αγώνα. Η στάση της Υψηλής Πύλης ήταν όχι μόνο αποτρεπτική και αρνητική στα υπομνήματα της μεγάλης Παγκρήτιας Συνέλευσης που είχε λάβει χώρα στη μονή της Αγίας Κυριακής στις 14 του Μάη 1866, αλλά και έντονα απειλητική. Οι αναφορές επίσης στους πρόξενους και τους ηγεμόνες των Μεγάλων Δυνάμεων, δεν έβρισκαν ανταπόκριση. Ηταν υπέρμαχοι της άποψης να μην διασαλευθεί το υπάρχον καθεστώς, που εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της Τουρκίας. Μόνο η ταπεινωμένη για την εποχή Ρωσία κι αυτή για τους δικούς της λόγους, ευνοούσε το ξέσπασμα της επανάστασης.
Η θέση της ανίσχυρης ελληνικής κυβέρνησης του Μπενιζέλου Ρούφου ήταν επίσης σαφώς αντίθετη, απέναντι στο Κρητικό ζήτημα. Εκρινε αρκετή μόνο την αποστολή υπομνημάτων στην Οθωμανική Πύλη και μάλιστα “μετριοπαθώς συντεταγμένων”.
Ακόμα και ο οπλισμός που υπήρχε στην Κρήτη ήταν ανεπαρκής, παλιός και δύσχρηστος, συγκριτικά με τον οπλισμό των αντίπαλων. Η ίδια δυσαναλογία σημειωνόταν και στην αριθμητική δύναμη του κρητικού με τον οθωμανικό στρατό. Τον Σεπτέμβριο του 1866 βρισκόταν στην Κρήτη 45.000 τουρκοαιγυπτιακός άριστα εξοπλισμένος στρατός. Στη δύναμη αυτή πρέπει να συνυπολογιστούν και 10.000 Τουρκοκρήτες που είχαν στρατολογηθεί.
Αλλά και η έλλειψη ενός γενικού αρχηγού που θα συντόνιζε τον αγώνα, καθώς και το πρόβλημα του ανεφοδιασμού και επισιτισμού, υπεισέρχονταν ως παράγοντες που φόρτιζαν αρνητικά το κλίμα της εποχής. Τις ελλείψεις και εγγενείς αυτές αδυναμίες, αναπλήρωνε η αισιοδοξία και ο ακράτητος ενθουσιασμός που επικρατούσε παντού με την έναρξη της επανάστασης.
Ως θετικό στοιχείο εκτιμάται η συμβολή μιας ομάδας νέων της Κρήτης που είχαν εγκολπωθεί τις πολιτικές ιδέες και τα μηνύματα των καιρών που είχαν διαδοθεί και κυκλοφορήσει σʼ ολόκληρη την Ευρώπη. Οι φερέλπιδες αυτοί νέοι που είχαν σπουδάσει στην Αθήνα και αλλού, γεμάτοι ενθουσιασμό και πατριωτική έξαρση, αψηφούσαν ακόμα και το θάνατο μπροστά στις εθνικές επιδιώξεις του νέου αγώνα, στην προετοιμασία του οποίου συμμετείχαν ενεργά.
Πρέπει ακόμα να συνεκτιμήσουμε και το μεγάλο λαϊκό ενθουσιασμό που είχε δημιουργηθεί στην ελεύθερη Ελλάδα.
Μέσα στο κλίμα αυτό, η φλογισμένη και δυνατά χτυπημένη στο αμόνι των αγώνων και των θυσιών κρητική ψυχή, προχωρούσε σταθερά και αταλάντευτα μόνη και απροστάτευτη τον ανήφορο της δόξας και του χρέους.
Η επίσημη κήρυξη της επανάστασης έγινε στις 21 Αυγούστου 1866 στο χωριό Ασκύφου της επαρχίας Σφακίων.
Με απόφασή της η Επιτροπή των πληρεξουσίων που μετονομάστηκε σε Γενική Συνέλευση των Κρητών, κατάργησε την τουρκική εξουσία στο νησί και κήρυξε την αδιάσπαστη ένωση της Κρήτης με τη μητέρα Ελλάδα.
Το δύσκολο έργο καταστολής της νέας Κρητικής επανάστασης, ανέθεσε ο Σουλτάνος στο Μουσταφά Πασά, Αλβανό την καταγωγή πρώην βεζύρη τον αποκαλούμενο και Γκιριτλή, δηλαδή Κρητικό, λόγω της μακρόχρονης παραμονής του στη Διοίκηση της Κρήτης. Ο Μουσταφά Πασάς έφτασε στην Κρήτη τον Αύγουστο του 1866. Στην άρνηση των επαναστατών να καταθέσουν τα όπλα όπως ζήτησε ο ίδιος, άρχισαν οι ένοπλες συγκρούσεις στις επαρχίες του Αποκόρωνα και του Σελίνου. Μετά τις νικηφόρες τελικά επιτυχίες του, προχώρησε προς το Ρέθυμνο με αντικειμενικό στόχο και προορισμό το Αρκάδι. Στη μονή είχε την έδρα της η Επαναστατική Επιτροπή του τμήματος Ρεθύμνου, όπου είχαν καταφύγει και πολλές χριστιανικές οικογένειες.
Στις αποθήκες επίσης είχαν μεταφερθεί πολεμοφόδια και τρόφιμα.
Μια δύναμη από 15.000 Τουρκαλβανούς και Αιγύπτιους “εν άρμασι και εν ίπποις” που υποστηριζόταν από ισχυρό πυροβολικό, άρχισε να πολιορκεί το Αρκάδι από την αυγή της 8ης Νοεμβρίου. Η άποψη του γενικού αρχηγού του τμήματος Ρεθύμνου Πάνου Κορωναίου, ήταν ότι η Μονή λόγω της γεωφυσικής της θέσης δεν μπορούσε να αποτρέψει την κατάληψη, αφού το περιτείχισμα ήταν αδύνατο να αντέξει στα βλήματα ενός σύγχρονου για την εποχή πυροβολικού.
Ο Κορωναίος μάλιστα είχε δηλώσει ότι “ήλθα μεν να θυσιαστώ για την πατρίδα, αλλʼ ουχί και να πιαστώ εκεί μέσα”. Οπως σημειώνει στην έκθεσή του ο πρόξενος Νικόλαος Σακκόπουλος, στη Μονή βρίσκονταν 966 άτομα, από τα οποία 250 υπερασπίζονταν με όπλα τη Μονή και τα υπόλοιπα ήταν κυρίως γυναικόπαιδα, αλλά και ηλικιωμένοι. Παρά την αριθμητική υπεροχή του εχθρού και τον διαφαινόμενο υψηλό κίνδυνο, απέρριψαν τις προτάσεις των Τούρκων να παραδοθούν και ήταν προετοιμασμένοι και έτοιμοι για τη μεγάλη θυσία.
Ο ηγούμενος Γαβριήλ με την επιβλητική βιβλική μορφή του, αναλαμβάνει το ρόλο του Λεωνίδα και απαντά στο Μουσταφά:
Τʼ άρματα δε τα δίδουμε
κʼ έντα και παρέτέ τα
μα σεις θε να μουτίσετε
για δεν περνάτε ντρέτα.
Επικεφαλής της φρουράς ήταν ο Μεσσήνιος εθελοντής, ανθυπολοχαγός Ιωάννης Δημακόπουλος. Η πρώτη μέρα δεν ευνόησε τον επίδοξο κατακτητή, για την εκπόρθηση της Μονής. Στο διάστημα της νύχτας της 8ης προς 9η Νοεμβρίου, νέες ενισχυτικές δυνάμεις μεταφέρονται από το Ρέθυμνο.
Μεταφέρονται ακόμα βαριά φρουριακής μορφής τηλεβόλα, από τα οποία η “κουτσαχείλα μπουρμπάδα” τοποθετήθηκε σε απόσταση 47 μόλις μέτρων από τη δυτική κύρια είσοδο της Μονής. Οι επιθέσεις γίνονται σφοδρότερες και μετά από 1000 περίπου βομβαρδισμούς καθώς λένε, η πύλη γκρεμίστηκε και όρμησαν οι Τούρκοι στο εσωτερικό της Μονής, για να συνεχιστεί στήθος με στήθος ο σκληρός αγώνας. Η άκρα απελπισία στην οποία περιέρχονται οι υπερασπιστές του ιερού χώρου, τους τροφοδοτεί με δύναμη και θάρρος, με αυταπάρνηση και ηρωισμό.
Πολεμούσαν όχι τόσο για την αβέβαιαη σωτηρία τους, αλλά για την υπεράσπιση των προαιώνιων ηθικών αξιών, που με το ανέσπερο φως τους φωτίζουν το δρόμο της τιμής, του χρέους και της αξιοπρέπειας. Οι φλογισμένες καρδιές των επαναστατών και οι πυριτιδαποθήκες του μοναστηριού, σε μια αρμονική συγχορδία, ζητούν τον πυρπολητή τους, που θα μεταφέρει το πύρωμα της καρδιάς τους για να ανάψει η πυρίτιδα. Η έγκλειστη κρητική ψυχή ζητούσε την απελευθέρωσή της. Ηθελε την κορύφωση του αγώνα, που δεν ήταν άλλη από την ανατίναξη της Μονής. Και η ηφαιστειακή έκρηξη της κρητικής ψυχής συνετελέσθη. Οι πυρακτωμένες πέτρες της πυριτιδαποθήκης έγιναν λάβα, κατακαίοντας και αφανίζοντας μαζί με τους χριστιανούς και τους Τούρκους, που ο αριθμός τους πλησιάζει τις 3.000. Το αθώο αίμα των γυναικόπαιδων τρέχει στο ίδιο αυλάκι με το αφρισμένο από τη μανία αίμα των κατακτητών.
«Το τσανλί μοναστήρ» δηλαδή το μοναστήρι με την καμπάνα, έπαψε να χτυπά. Μας θύμιζε απλά μια άλλη καμπάνα στην εκκλησιά της Αγιά Σοφιάς, που δεν πρόλαβε να σημάνει το τέλος της λειτουργίας.
Ετσι, ο ιερός χώρος του Αρκαδίου, το διάσελο τούτο της ρεθυμνιώτικης φύσης, μετατράπηκε σε οχυρό της ιστορίας, που διδάσκει, φρονιματίζει και καθοδηγεί.
Η θυσία ακόμα του Αρκαδίου αποτελεί μια εξέδρα προσανατολισμού που ανεξίτηλα σημάδεψε την ιστορία του έθνους μας. Παραμένει ακόμα ένα φωτεινό ορόσημο χρήσιμο για να κρατά στην επιφάνεια της μνήμης μας, τέτοια περιφανή γεγονότα.
(Αύριο η συνέχεια)
* Ο Γ. Παναγιωτάκης είναι συγγραφέας-ιστορικός ερευνητής

