Του Δημοσθένη Ραπτόπουλου

Τα κύρια χαρακτηριστικά σημεία της συνέντευξης είναι: Α. Η αποκάλυψη των σφοδρών επιθυμιών και επιδιώξεων των αντιπάλων για την επικυριαρχία του πάνω στην Ελλάδα μέχρι και του διαμελισμού της και ιδιαίτερα της Κρήτης τόσο από την ιδεολογικά συγγενή του, ναζιστική Γερμανία όσο και από την πρόσφατα αναγκαία εκλεκτή, σύμμαχο του Αγγλία και το φοβερό δίλημμα της εκλογής.

Β. Η επίγνωση ότι η επιλογή του θα προκαλέσει την επέμβαση της Γερμανίας και ότι πιθανότατα θα κατακτηθεί η Ελλάδα αλλά έστω και μόνο για την τιμή της, πρέπει να αγωνιστεί αυτό θα είναι το παραδοσιακό χαρακτηριστικό των Ελλήνων αλλά και γιατί τελικά ο Άξονας θα ηττηθεί.

Γ. Οτι στην ήττα του Άξονα αποφασιστικό ρόλο θα παίξει η Σοβιετική Ένωση και

Δ. Η ομολογία του ότι η ελληνική απόφαση να αντισταθεί στην εισβολή του Ιταλικού φασισμού έφερε την ομοψυχία του Ελληνικού λαού την οποία θεωρεί “το πλέον ανεκτίμητον των αγαθών και το μεγαλύτερον στοιχείον της δυνάμεως τους”.

Αναλυτικότερα τα παραπάνω χαρακτηριστικά

Α. Το μεγαλύτερο μέρος (60%) των “ανακοινώσεων” του Ι.Μ. ασχολείται με το να εξηγήσει στο από τον ίδιο κατασκευασμένο Γερμανόφιλο κατά πλειονότητα, ακροατήριο του τις προσπάθειες που είχε καταβάλει για να γνωρίσει και να κατανοήσει τι ήθελε από την Ελλάδα ο ηγέτης του Άξονα Αδόλφος Χίτλερ, ιδεολογικό, πολιτικό και ηγετικό πρόσωπο του.

Η απροκάλυπτη Αγγλοφιλία του Μονάρχη και οι συνεχείς και κυνικές προκλήσεις του Μουσολινικού Φασισμού, με αποκορύφωμα τη βύθιση του καταδρομικού ΕΛΛΗ τον Δεκαπενταύγουστο του 1940 στην Τήνο, που τον είχαν εξοργίσει κατά του Ιταλού δικτάτορα, τον είχαν φέρει σε δύσκολη θέση απέναντι στον Χίτλερ, στον οποίον τα φιλελληνικά αισθήματα πίστευε και από τον οποίον περίμενε μια δίκαιη παρέμβαση για ειρηνική τακτοποίηση των προβλημάτων με τον Μουσολίνι.

Οι προσπάθειες του είχαν αποτέλεσμα αλλά απογοητευτικό για τα φιλοναζιστικά του αισθήματα ώστε να ειρωνευθεί την πολυδιαφημισμένη από τη ναζιστική προπαγάνδα ανύπαρκτη ιδιότητα του “εραστή του ελληνικού πνεύματος”. Η διαπίστωση του για το αντάλλαγμα της ενδεχόμενης υποταγής της Ελλάδας στη Νέα Τάξη ήταν όχι ωφέλεια αλλά θυσία που “συνίστατο εις μερικάς ικανοποιήσεις προς την Ιταλίαν δυτικώς μέχρι Πρεβέζης, ίσως και προς την Βουλγαρίαν ανατολικώς μέχρι Δεδεαγάτς (Αλεξανδρουπόλεως”.

Ο Ι. Μ. στη στροφή της πολιτικής του ένιωθε μόνος σε μια μοναξιά θανάσιμα ανθυγιεινή. Έπρεπε να πείσει το θρόνο και τους Βρετανούς ότι η στροφή του ήταν πραγματική και ολοκληρωτική και του Γερμανόφιλους συνεργάτες του ότι αυτή η στροφή ήταν όχι μόνο αναγκαία αλλά και αναπόφευκτη για την Ελλάδα και για τους ίδιους. Ο ανομολόγητος αλλά διαφαινόμενος στο ημερολόγιο του, φόβος του από τον τρομερό Ηρακλή του στέμματος Μανιαδάκη και η ανάμνηση της επιδημίας αιφνιδίων θανάτων διακεκριμένων προσώπων του Δημόσιου βίου της περασμένης τετραετίας, ίσως βρίσκεται πίσω από την προσπάθεια του να πείσει για την αναγκαιότητα και την ειλικρίνεια της μετάλλαξης του. Εν τούτοις δεν έπαψε να καταβάλει προσπάθειες μη πρόκλησης της Γερμανίας. Ίσως αυτό να έχει σχέση με τον αιφνίδιο θάνατο του στις 29 Ιαν. 1941 όταν οι Γερμανοί είχαν κάνει αισθητή την παρουσία τους στα Βαλκάνια και φανερή την απειλή εισβολής τους στην Ελλάδα.

Στην προσπάθεια του ο Ι.Μ. να πείσει για την ειλικρίνεια των προθέσεων και ενεργειών του αποκάλυψε πράγματα που είναι βέβαιο ότι τα ήξερε πολύ καλά όπως ότι το “Ελληνόφιλο ενδιαφέρον των Γερμανών και Βρετανών αφορούσε στην κυριαρχία πάνω στη χώρα μας με εδαφική και χρονική προτεραιότητα στην Κρήτη”.

Για την περίπτωση της υποταγής της Ελλάδας στον άξονα προεξοφλεί την αντίδραση των Άγγλων οι οποίοι “Κυρίαρχοι πάντοτε της θαλάσσης δεν θα περέλειπον υπερασπίζοντες πλέον τον εαυτόν των, έπειτα από μια τοιαύτην αυτοδούλωσιν της Ελλάδος εις τους εχθρούς των, να καταλάβουν την Κρήτην και τας άλλας νήσους μας τουλάχιστον. Το συμπέρασμα αυτό δεν προέκυπτεν μόνον από την πλέον απλήν λογικήν, αλλά και από ασφαλεις και βεβαιας πληροφορίας εξ Αιγύπτου καθʼ ας είχεν ήδη προμελητηθή και αντιμετωπισθή η ενέργεια που θα έπρεπε να γίνη, ως φυσικόν επακόλουθον πάσης τυχόν εκούσιας ή ακούσιας συνεργασίας της Ελλάδος με τον Άξονα, εις τας ελληνικάς νήσους και προς παρεμπόδισιν εν περιπτώσει της δυνατότητος δια τον Άξονα να τας χρησιμοποιήση”.

Είναι τόσο καθαρά αυτά που λέει ο Ι. Μ. ώστε να περιττεύει κάθε σχόλιο.

Αλλά και τις προθέσεις των Γερμανών εγνώριζε, ίσως όχι τόσο καλά σε ό,τι αφορούσε στη Κρήτη. Οι προθέσεις του Χίτλερ για την Κρήτη εκτίθενται κατηγορηματικά στην επικριτική του επιστολή προς τον Μουσολίνι από τη Βιέννη της 20 Νοεμβρ. 1940 όταν πια οι εισβολείς Ιταλοί είχαν εκδιωχθεί από το ελληνικό έδαφος και καταδιώκονταν μέσα στη Βόρεια Ήπειρο. Στην οργισμένη επιστολή του από το φιάσκο της ιταλικής επίθεσης ο Φύρερ υπενθυμίζει στον Ντούτσε “Οταν σα παρακάλεσα να με δεχτείτε στη Φλωρενία, άρχισα το ταξίδι με την ελπίδα ότι θα μπορέσω να σας εκθέσω τις σκέψεις μου πριν αρχίσετε την απειλητική σύγκρουση με την Ελλάδα για την οποία είχα μόνα γενικές ενδείξεις” και λίγο πιο κάτω “Οπωσδήποτε ήθελα να σας παρακαλέσω Ντούτσε να μην αναλάβετε αυτήν την επιχείρηση χωρίς προηγουμένως να καταλάβετε με τρόπο κεραυνοβόλο την Κρήτη ήθελα για το σκοπό αυτό να σας κάμω και πρακτικές προτάσεις σχετικά με τη χρησιμοποίηση μιας Γερμανικής μεραρχίας αλεξιπτωτιστών και μας άλλης μεραρχίας αερομεταφερόμενου πεζικού” Γεωργίου Ναπ. Θεοφάνους “Το μοιραίο 1941” εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2004, σελ. 77-81. Ο Χίτλερ χωρίς περιστροφές λέει πως ήθελε αυτός να καταλάβει την Κρήτη και εκθέτει και το σχέδιο του που θα εφαρμόσει εφτά μήνες αργότερα όταν θα είναι σε θέση να το κάμει με βεβαιότητα επιτυχίας όπως πραγματικά έκαμε. Την επιστολή αυτή δεν την εγνώριζε βέβαια ο Μεταξάς και δεν εγνώριζε τα σχέδια του Χίτλερ για την Κρήτη αλλά εγνώριζε τα σχέδια του για την Ελλάδα γενικά.

Η Κρήτη λοιπόν ήταν στα σχέδια κατάκτησης συμμάχων και αντιπάλων και μάλιστα σε πρώτη προτεραιότητα προς δόξαν του φιλελληνισμού αμφοτέρων.

Β. ΟΙ.Μ διαισθανόταν ή μάλλον είναι σχεδόν βέβαιος ότι εάν μας επιτεθεί ο Χίτλερ η Ελλάδα θα υποκύψει. Πιστεύω πως δεν πρόκειται για ηττοπάθεια, πολύ περισσότερο δεν πρόκειται για πρόθεση υποταγής αλλά για ρεαλιστική εκτίμηση της αδυναμίας των Βρετανών να παράσχουν στην Ελλάδα την απαιτούμενη βοήθεια για την αντιμετώπιση της τρομερής ναζιστικής πολεμικής μηχανής που έχει επιπλέον κινητήρια δύναμη το πνεύμα του αήττητου νικητή. Το ότι δεν πρόκειται για ηττοπάθεια ή για πρόθεση υποταγής το επιβεβαιώνει η έκφραση πίστης του ότι “τελικώς λοιπόν θα νικήσωμεν” βασίζοντας την πίστη του αυτή στη γενναιότητα και φιλοπατρία των Ελλήνων αλλά και στη φιλία της θαλασσοκράτειρας Αγγλίας και της αναπόφευκτης εμπλοκής κατά του Άξονα της “Μυστηριώδους Ανατολής” δηλαδή της Σοβιετικής Ένωσης.

Γ. Είναι πραγματικά παράξενο που αυτός ο φοβερός αντικομμουνιστής προέβλεπε μελλοντική συμπαράταξη με τη Σοβιετική Ένωση και μάλιστα ως αποφασιστικό παράγοντα της ήττας του Άξονα. Το πιο παράξενο είναι ότι κάνει αυτή την πρόβλεψη όταν ακόμη υπάρχει το Γερμανοσοβιετικό σύμφωνο του Αυγούστου 1939 που έστρεψε τον αντισοβιετικό προσανατολισμό της Ναζιστικής επιθετικότητας προς αυτούς που την εξέθρεψαν, δηλαδή κατά της δύσης η οποία όχι μόνο την ανικανότητα αλλά και την ασυνέπεια της έδειξε προς την Πολωνία της οποίας την ακεραιότητα και ανεξαρτησία είχε εγγυηθεί. Ολη η δυτική προπαγάνδα και τότε και μετά και μέχρι σήμερα κατακρίνει το Γερμανορωσικό σύμφωνο ως βοήθεια προς τους Γερμανούς για την ήττα των Αγγλογάλλων. Ο Μεταξάς δεν επηρεάζεται από την προπαγάνδα.

Έμπειρος πολιτικός και εξαιρετικός επιτελικός αξιωματικός (αρχηγός του ΓΕΣ το 1915) αποδείχνεται ρεαλιστής, διεισδυτικός και διορατικός. Ξέρει ότι οι δυτικές δυνάμεις είχαν προσπαθήσει να καταπνίξουν την ρωσική επανάσταση και όταν δεν το κατάφεραν ενίσχυσαν τον Χίτλερ στην αντικομμουνιστική και αντισοβιετική του πολιτική την οποία όμως οι Σοβιετικοί εξουδετέρωσαν με το σύμφωνο Μολότωφ- Ριμπέντροπ με το οποίο ανέκτησαν τα Ουκρανικά και Λευκορωσικά εδάφη που είχαν χάσει με την ταπεινωτική συνθήκη του Μπρεστ Λιτοφσκ (3.3 1918) και μετέθεσαν τη Ναζιστική επίθεση κατά ενάμιση χρόνο κατά τον οποίο ενισχύθηκε σημαντικά η Ρωσική άμυνα, ο Ι.Μ. αγνοεί (ηθελημένα) επίσης και το πραγματικό γεγονός ότι ο Χίτλερ τότε είναι ο απόλυτος κυρίαρχος της Ευρώπης με την πολεμική του ισχύ και το γόητρο του αήττητου στο ζενίθ. Αγνοεί λοιπόν ο Μεταξάς την αντισοβιετική προπαγάνδα και εκτιμά σωστά και τις πολεμικές εξελίξεις και τη δύναμη αντίστασης του σοβιετικού κράτους και τη θέληση των λαών της Σοβιετικής Ένωσης να υπερασπιστούν την πατρίδα τους.

Η πρόβλεψη αυτή του Ι.Μ. τόσο αντίθετη προς το δυτικό πνεύμα της εποχής δείχνει ακόμη ότι η πίστη του στην πολιτική που επέλεξε δηλαδή κατά του Άξονα είναι αυθεντική και την πιστεύει απόλυτα.

Δ. Υπερασπιζόμενος την επιλογή του της μη υποταγής λέει:

“Η Ελλάς είναι αποφασισμένη να μην προκαλέση μεν, με κανένα τρόπον κανένα, αλλά και με κανένα τρόπον να μην υποκύψη. Προ παντός είναι αποφασισμένη να υπερασπίση τα εδάφη της, έστω και αν πρόκειται να πέση. Ηδη δε, η απόφασις της αυτή και η πολιτική της αυτή, χάρις εις την οποίαν απρόκλητα προσεβλήθη, εχάρισαν εις τον τόπον και εις τον λαόν μας το πλέον ανεκτίμητον των αγαθών και το μεγαλύτερον στοιχείον της δυνάμεως του: Αυτή η πολιτική έδωσεν εις τον λαόν την απόλυτη ψυχικήν και πανεθνικήν ένωσιν του”.

Ηδη έχει πάρει το από 29.10.1940 υπόμνημα των ηγετικών στελεχών του ΚΚΕ από τη φυλακή της Ακροναυπλίας και ξέρει ότι έχει στη διάθεση του το περίφημο γράμμα του αρχηγού του ΚΚΕ που τον αναγνωρίζει ως ηγέτη της πανεθνικής αντίστασης κατά του φασίστα εισβολέα. (Επίσημα κείμενα ΚΚΕ 5ος τόμος 1973 σελ. 641-643).

Επίσης είχε εκδηλωθεί αυτός ο πρωτόφαντος πανελλήνιος και παλλαϊκός ξεσηκωμός και προσφορά για στράτευση στον αγώνα για την υπεράσπιση της πατρίδας.

Η διαπίστωση της αποκατάστασης της “απόλυτης ψυχικής και πανεθνικής ένωσης του ελληνικού λαού” και η διακήρυξη της ως “το πλέον ανεκτίμητο των αγαθών” δεν αποτελεί μόνο αναγνώριση της μέγιστης αξίας του γεγονότος αλλά και αναγνώριση ότι η προηγούμενη του ΟΧΙ πολιτική του είχε διχάσει τον ελληνικό λαό και έμμεσα την αποκηρύσσει.