Η παρουσία των τσιγγάνων στο Ηράκλειο έγινε περισσότερο εμφανής μέσα στη δεκαετία του ʽ80. Τότε σχηματίστηκαν διάφοροι μικροκαταυλισμοί, διάσπαρτοι στο πολεοδομικό συγκρότημα του Ηρακλείου. Μια μικρή ομάδα εγκαταστάθηκε στη θέση που σήμερα βρίσκεται ο καταυλισμός πίσω από την εθνική οδό που μάλιστα την περίοδο εκείνη στο σημείο αυτό συγκεντρώνονταν οι πίσες που έστρωναν το δρόμο.
Στις 25 Απριλίου του 1983 με απόφαση την οποία συνεπέγραψαν οι υπουργοί Γεννηματάς, Αυγερινός, Παπαϊωάννου, Κυπριωτάκης, εκδόθηηκε μια υγειονομική διάταξη, με την οποία ξεκαθαριζόταν ότι θα πρέπει να γίνεται οργανωμένη εγκατάσταση των πλανώμενων ομάδων. Η τότε νομάρχης Χ. Αθανασάκη, τότε ανέλαβε πρωτοβουλία και συγκεντρώθηκαν όλες οι διάσπαρτες εστίες των τσιγγάνων στο χώρο που βρίσκεται σήμερα ο καταυλισμός. Παρά το γεγονός ότι η υγειονομική διάταξη όριζε παράλληλα και μια σειρά από παρεμβά΄σεις και έργα υποδομής που θα διασφάλιζαν ανθρώπινες συνθήκες διαβίωσης, στους τσιγγάνους ποτέ δεν δημιουργήθηκαν. Οι παρεμβάσεις αυτές αφορούσαν στην κατασκευή δικτύων ύδρευσης, αποχέτευσης, την εγκατάσταση λουτρών και αποχωρητηρίων και ειδικών χώρων στους οποίους οι τσιγγάνοι θα μπορούσαν να πλένουν τα ρούχα τους. Τίποτα απʼ αυτά δεν έγινε τελικά από τότε μέχρι σήμερα όπου οι οικογένειες των τσιγγάνων εξακολουθούν να ζουν κάτω από τριτοκοσμικές συνθήκες διαβίωσης. Το 1995, και υπό την πίεση των κατοίκων της Ν. Αλικαρνασσού που ζητούσαν λύση στο θέμα των τσιγγάνων, ο τότε νομάρχης Γ. Γαρεφαλάκης συγκρότησε επιτροπή με επικεφαλής τον Η. Πυργιαννάκη και την συμμετοχή όλων των εμπλεκόμενων φορέων. Στόχος της επιτροπής ήταν να βρεθεί ένας χώρος μετεγκατάστασης του καταυλισμού στον οποίο θα μεταφέρονταν όλοι οι τσιγγάνοι και θα συνοδεύονταν από τις αναγκαίες υποδομές για την ανθρώπινη διαβίωσή τους. Στο “τραπέζι του διαλόγου” τέθηκαν διάφορες προτάσεις, και η διαδικασία επιλογής δεν ήταν καθόλου εύκολη υπόθεση καθώς ανέκυπταν συνεχώς προβλήματα που μπλόκαραν την νέα χωροθέτηση. Ο δήμος Ν. Αλικαρνασσού μάλιστα είχε θέσει βέτο ο χώρος που τελικά θα επιλεγεί να είναι εκτός των διοικητικών του ορίων. Η αναζήτηση νέας χωροθέτησης του καταυλισμού, είχε οδηγηθεί σε αδιέξοδο, αφού η μια μετά την άλλη οι λύσεις που είχαν επιλεγεί ακυρωνόταν. Ανάμεσα σʼ αυτές ήταν το στρατόπεδο Γιακουμάκη και πολλές άλλες που τελικά ακυρώθηκαν. Ακολούθησε η παρέμβαση του πρώην περιφερειάρχη Β. Βαλασσόπουλου, ο οποίος σε συνεργασία με τον επικεφαλής του ΟΑΝΑΚ Γ. Σταρίδα, εντόπισαν το οικόπεδο στην περιοχή Δύο Αοράκια, το οποίο ήταν ιδιοκτησίας της ΕΤΒΑ. Οπως περιγράφει το μέλος της Διεθνούς Αμνηστίας και της επιτροπής που είχε συγκροτηθεί από τη Νομαρχία, Λεωνίδας Δρανδάκης, η κατάσταση του οικοπέδου παρέπεμπε σε χωματερή. Ηταν γεμάτο μπάζα και σκουπίδια. Με παρέμβαση του περιφερειάρχη και του κ. Σταρίδα έγιναν διαπραγματεύσεις με την ΕΤΒΑ, με την οποία έγινε συμφωνία για ανταλλαγή οικοπέδων. Δηλαδή από την πλευρά της η ΕΤΒΑ θα διέθετε το οικόπεδο και σε αντάλλαγμα θα έπαιρνε ένα άλλο αντίστοιχης αξίας σε διαφορετική περιοχή της χώρας.
Ταυτόχρονα, ξεκίνησε μια μαραθώνια διαδικασία παρεμβάσεων στα Υπουργεία που έφτασε μέχρι το πρωθυπουργικό γραφείο του κ. Σημίτη, με τις ευλογίες του οποίου δεσμεύτηκε ένα κονδύλι της τάξεως του 1 δις δρχ. προκειμένου να κατασκευαστούν σύγχρονα κτίρια με όλες τις αναγκαίες υποδομές για να στεγαστούν 128 οικογένειες τσιγγάνων που ζούσαν στον καταυλισμό. Από τα χρήματα αυτά ένα κονδύλι της τάξεως των 180 εκατ. δρχ. διατέθηκε για να καθαριστεί ο χώρος, να γίνουν δρόμοι και να κατασκευαστούν δίκτυα αποχέτευσης ύδρευσης. Το έργο μπλόκαρε όμως όταν με δικαστική προσφυγή ενός Πολιτιστικού Συλλόγου ζητήθηκε η έκδοση άδειας για να προχωρήσει η ανέγερση των σπιτιών που επρόκειτο να κατασκευαστούν για να στεγαστούν οι τσιγγάνοι. Η άδεια εκδόθηκε αρκετά αργότερα και αφού είχαν προηγηθεί οι δημοτικές εκλογές όπου άλλαξε η δημοτική Αρχή της Αλικαρνασσού, όπου με πρωτοβουλία του δημάρχου Β. Σισαμάκη, ο χώρος έκλεισε επειδή σύμφωνα με τον ίδιο, σημαντικό μέρος της έκτασης ανήκε στην ιδιοκτησία του Δήμου και έπρεπε να περιφρουρηθεί.

