“Επαρκώς τεκμηριωμένη” έχει κρίνει το Συμβούλιο της Επικρατείας την αναγκαιότητα κατασκευής του φράγματος Αποσελέμη. Η υπόθεση έχει κριθεί τελεσίδικα και επί της ουσίας από το ΣτΕ μετά από προσφυγή που κατέθεσαν 20 κάτοικοι της περιοχής, κυρίως από το Αβδού και από το Σφεντύλι.
Με την απόφαση 1955/2003 το Στ’ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε ότι το έργο είναι αναγκαίο αλλα και ωφέλιμο, ενώ είναι εντυπωσιακό ότι απαντά και επι της ουσίας ότι:
• Θα υπάρχουν επαρκείς ποσότητες νερού απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς των εναγόντων.
• Τα νερά θα είναι ποιοτικά, θεωρώντας αβάσιμα τα περί αντιθέτου επιχειρήματα.
• Είναι αναγκαία η απαλλοτρίωση των εκτάσεων γιατί το έργο γίνεται για λόγους δημοσίου συμφέροντος.
Συγκεκριμένα μεταξύ άλλων στην απόφαση αναφέρεται:
“..Ως προς την αναγκαιότητα κατασκευής του έργου, στη μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, αφού εξετάζονται εναλλακτικές λύσεις καθώς και η μηδενική λύση, αναφέρεται ότι η λύση του φράγματος Αποσελέμη είναι η μοναδική τεχνικώς και οικονομικώς πρόσφορη για την επίλυση του οξύτατου προβλήματος της υδρεύσεως της πόλεως του Ηρακλείου. Εν όψει της τοιαύτης διαπιστώσεως κρίνεται ότι η αναγκαιότητα εκτελέσεως του έργου τεκμηριώνεται επαρκώς.
Επειδή προβάλλεται ότι το έργο δεν εξυπηρετεί τη δημόσια ωφέλεια ως μη βιώσιμο και χρήσιμο για το σκοπό για τον οποίο προορίζεται, αφού το νερό που θα σωρεύεται στον ταμιευτήρα θα είναι ανεπαρκές και ακατάλληλο προς ύδρευση των πόλεων Ηρακλείου και Αγ. Νικολάου Κρήτης. Από τα στοιχεία του φακέλου και ειδικώτερον από την μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων του Μαρτίου 1994 (παράρτημα Β., πίνακες β1 και β2 για τα έτη 1986-1991) και την υδρολογική μελέτη Δεκεμβρίου 1998 (πίνακες Α.24 και Α.25 και σελ. 21-22) προκύπτει ότι μετρήσεις των ελαχίστων και μεγίστων παροχών στον Αποσελέμη και το οροπέδιο Λασιθίου (το άθροισμα των παροχών των οποίων θεωρείται κατά τη μελέτη, αντιπροσωπευτικό των εισροών στον μελλοντικό ταμιευτήρα) καλύπτουν τα έτη 1968-1996, η δε τελική τιμή των 27,7 εκατ. μ3 αποτελεί τη μέση ετήσια εισροή νερού στον ταμιευτήρα, που υπερκαλύπτει το στόχο της εξασφαλίσεως 22 εκατ. μ3 ετησίως για τις ανάγκες υδρεύσεως των πόλεων Ηρακλείου και Αγ. Νικολάου Κρήτης (βλ. ΜΠΕ 1994 σελ. 5-7). Επίσης στη μελέτη Αυγούστου 1995 (κεφ. 3, 4, σελ. 3-12) επισημαίνεται ως πρόβλημα η άνιση κατανομή υδατικών πόρων στο χώρο και το χρόνο (συγκέντρωση βροχοπτώσεων κατά τη χειμερινή περίοδο) και η απώλεια σημαντικών ποσοτήτων υδάτων και προτείνεται ως μέτρο για την αύξηση του εκμεταλλεύσιμου υδατικού δυναμικού και την κάλυψη των αναγκών η “αποθήκευση χειμερινών - εαρινών παροχών πηγών και χειμάρρων σε ταμιευτήρες για να χρησιμοποιηθούν την ξηρά περίοδο της μεγάλης ζήτησης”. Επίσης από την τελευταία ως άνω υδρολογική μελέτη (σελ. 7. 4) προκύπτει ότι συνεκτιμήθηκε κατά τους γενομένους υπολογισμούς η ύπαρξη λιμνοδεξαμενών για άρδευση, οι οποίες δεσμεύουν 3 εκατ. μ3 των επιφανειακών απορροών του χειμάρρου Χαυγά η δ’ εν λόγω δέσμευση δεν επηρεάζει τον μεταφερόμενο στον ταμιευτήρα Αποσελέμη όγκο νερού ο οποίος αποτελεί μικρό ποσοστό του συνολικού όγκου νερού της υδρολογικής λεκάνης του Οροπεδίου Λασιθίου. Περαιτέρω στην υδρολογική μελέτη Δεκεμβρίου 1998 (σελ. 18 επ. και 47) αντιμετωπίζεται το θέμα των εξατμίσεων από το μελλοντικό ταμιευτήρα Αποσελέμη. Κατά τη μελέτη θεωρούνται αντιπροσωπευτικές οι μετρήσεις του σταθμού Καστελίου Πεδιάδας και χρησιμοποιούνται οι περιλαμβανόμενες στον πίνακα Α. 23 μέσες μηνιαίες τιμές, αναφέρεται δε ότι η τοιαύτη μέθοδος οδηγεί πιθανότατα σε υπερεκτίμηση των πραγματικών εξατμίσεων από τον ταμιευτήρα. Εν όψει τούτων, οι προβαλλόμενοι με την κρινόμενη αίτηση, ως προς την ποσότητα του νερού που θα σωρεύεται στον ταμιευτήρα Αποσελέμη, ισχυρισμοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ειδικώτερον, ο ισχυρισμός ότι η μέση ετήσια εισροή νερού στον ταμιευτήρα δεν είναι 27,7 εκατ. μ3, αλλά 10,0 εκατ. μ3 είναι ανακριβής, διότι η τελευταία ποσότητα αφορά μόνο το νερό του χειμάρρου Αποσελέμη, ενώ κατά τις ως άνω μελέτες, άλλα 17,7 εκατ. μ3 νερού από το Οροπέδιο Λασιθίου θα εισρέουν στον ταμιευτήρα. Ο περαιτέρω ισχυρισμός ότι μεταξύ των ετών 1968-1991 υπάρχει μεγάλη διακύμανση τιμών που φτάνει μέχρι και το 80%, καίτοι το ποσοστό αυτό, που αποτελεί τον “συντελεστή παραλλακτικότητας”, πρέπει να κυμαίνεται μεταξύ 5 και 15%, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αναπόδεικτος.
Τέλος, οι ισχυρισμοί που αναφέρονται στη μη λήψη υπόψη των ποσοτήτων νερού που δεσμεύονται στις λιμνοδεξαμενές και εκείνων που εξατμίζονται, είναι απορριπτέοι, διότι τα σχετικά θέματα αντιμετώπιζονται, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, στις σχετικές μελέτες”.
Η ποιότητα των νερών
Για το ζήτημα της ποιότητας των νερών η απόφαση αναφέρει:
“Επειδή αβασίμως προβάλλεται, ως προς την ποιότητα του νερού που θα εισρέει στον ταμιευτήρα και θα προορίζεται για την ύδρευση των πόλεων Ηρακλείου και Αγ. Νικολάου Κρήτης, ότι το νερό θα είναι ακατάλληλο, λόγω των πολλών λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων, καθώς και άλλων επιβλαβών για την υγεία ουσιών, που χρησιμοποιούνται στις τοπικές καλλιέργειες, προς δ’ ότι το νερό θα επιβαρύνεται και με τα απόβλητα των ελαιουργείων που ρίπτονται στην περιοχή. Διότι το πρόβλημα της καταλληλότητας του νερού επισημάνθηκε τόσο στην ως άνω προ έγκριση χωροθέτησης του έργου όσο και στην μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων Μαρτίου 1994. Από τη μελέτη του 1997, στην οποία περιγράφονται οι θέσεις και οι περίοδοι των δειγματοληψιών που διενεργήθηκαν από τη Δημοτική Επιχείρηση Αποχέτευσης Ηρακλείου, το Γενικό Χημείο του Κράτους και το Υπουργείο Γεωργίας, προκύπτει ότι οι εκκροές από τον ταμιευτήρα Αποσελέμη θα εμπίπτουν, από άποψη ποιότητας, στις κατηγορίες Α1 και Α2 της 4363399/1352/1986 υπουργικής απόφασης, προβλέπεται δε στην ίδια μελέτη ότι η απαιτούμενη επεξεργασία θα πρέπει να περιλαμβάνει προ-απολύμανση, κροκίδωση, καθίζηση, διύλιση και τελική απολύμανση, ενώ το πρόβλημα των αποβλήτων των ελαιοτριβείων πρέπει να αντιμετωπιστεί με το σχετικό έλεγχό τους. Εν όψει τούτων, ο ως άνω λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος.
Ετσι, το ΣτΕ κρίνει απαράδεκτους τους ισχυρισμούς και απορρίπτει την αίτηση.

