Με δώδεκα μέτρα – σταθμό για την δικαιοσύνη η κυβέρνηση παρεμβαίνει αποφασιστικά για την κάθαρση και στο χώρο αυτό. Η πάταξη της διαφθοράς σε όλα τα επίπεδα και ειδικά στο χώρο της Δικαιοσύνης είναι απόφαση της κυβέρνησης και αυτό θα πράξει τόνισε ο πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής σε τηλεοπτικό διάγγελμά του, χθες , με αφορμή την υπόθεση των επίορκων δικαστών.
«Οι καταγγελίες και οι αποκαλύψεις των τελευταίων ημερών για δικαστικούς, οι οποίοι λειτουργούν σε συνθήκες διαφθοράς και συναλλαγής, ρίχνουν βαριά σκιά στη Δικαιοσύνη. Πλήττουν ένα θεσμό - θεμέλιο της Δημοκρατίας και της κοινωνίας μας» δήλωσε ο πρωθυπουργός, τονίζοντας:
«Ο σεβασμός των νόμων είναι αναγκαίος όρος για τη λειτουργία ενός ευνομούμενου κράτους δικαίου. Για να σέβονται όμως οι πολίτες το νόμο πρέπει και οι λειτουργοί του να εμπνέουν σεβασμό και εμπιστοσύνη.
Οι Έλληνες δικαστές, στη συντριπτική τους πλειονότητα, με την επιστημονική τους κατάρτιση, το ήθος και την ακεραιότητά τους, τιμούν και τον όρκο τους και το θεσμό. Αυτοί λοιπόν οι ίδιοι και η ηγεσία τους οφείλουν πρώτοι απ' όλους -στο πλαίσιο της ανεξάρτητης λειτουργίας της Δικαιοσύνης- να αποβάλουν από το Σώμα τους ελάχιστους επίορκους συναδέλφους τους».
Υπογράμμισε, ακόμη, ότι «απαρέγκλιτη απόφαση της νέας διακυβέρνησης είναι η εξάλειψη των φαινομένων αδιαφάνειας και διαφθοράς σ' όλους τους χώρους του δημόσιου βίου» και «η απόφαση αυτή ισχύει πολύ περισσότερο για το χώρο της Δικαιοσύνης».
Παράλληλα ο πρωθυπουργός προανήγγειλε, τα μέτρα που ανακοίνωσε στη συνέχεια ο αρμόδιος υπουργός Αναστάσης Παπαληγούρας, με στόχο την εύρυθμη λειτουργία της Δικαιοσύνης «υπό συνθήκες πλήρους διαφάνειας και στο πλαίσιο της διαρκούς βελτίωσης των προϋποθέσεων που προσδιορίζουν τη λειτουργία ενός κράτους δικαίου».
Ο κ. Παπαληγούρας στην ουσία υιοθέτησε τις σχετικές προτάσεις του προέδρου και του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κ. Γ.Κάππου και Δ.Λινού για την ενίσχυση των επιθεωρητών και την καθιέρωση επόπτη των ανακριτών. Ωστόσο, το ζήτημα της μερικής κατάργησης της αυτοδιοίκησης των δικαστηρίων θα μελετηθεί από ειδική επιτροπή. Ανώτατοι δικαστές αποδίδουν στην αυτοδιοίκηση μέρος της ευθύνης για τα φαινόμενα της διαφθοράς και στο πλαίσιο αυτό προτείνουν να εκλέγεται ο πρόεδρος από την Ολομέλεια ανώτερου δικαστηρίου, αλλά να συνεχίσουν να εκλέγονται με τον ίδιο τρόπο τα δύο άλλα μέλη της διοίκησης.
Στη συνέχεια ο υπουργός Δικαιοσύνης κ. Α. Παπαληγούρας ανακοίνωσε τα μέτρα για την καταπολέμηση των φαινομένων διαφθοράς στον χώρο της Δικαιοσύνης λέγοντας ότι «αλλεπάλληλες καταγγελίες έφεραν στην επιφάνεια μια σειρά νοσηρών φαινομένων, τα οποία καταδεικνύουν ότι και στον χώρο της Δικαιοσύνης έχει εισβάλει το κλίμα ηθικής χαλαρότητας και ψυχικής κατάπτωσης, που επικράτησε τα τελευταία χρόνια στην κοινωνία μας.Η ύπαρξη - λίγων, έστω - επίορκων δικαστών, που πουλάνε δίκες, παζαρεύουν την ετυμηγορία τους, καταντούν πελάτες παραδικαστικών κυκλωμάτων, δυναμιτίζει στην κυριολεξία τα θεμέλια της Δικαιοσύνης. Γιατί απειλεί να καταστήσει τον ίδιο τον Νόμο μια διαδικασία, ένα προϊόν αθέμιτης συναλλαγής, στη συνείδηση των πολιτών! Όταν λειτουργοί της Δικαιοσύνης εμφανίζονται να παρανομούν, ανατρέπεται η ίδια η κοινωνική και δημοκρατική τάξη, δημιουργείται στους πολίτες - και ιδιαίτερα στους νέους ανθρώπους - η αίσθηση ότι, αφού τίποτε δεν έχει έχει μείνει όρθιο, όλα επιτρέπονται πιά σ’ αυτόν τον τόπο!».
Και συνέχισε : «Η Κυβέρνηση, με την άμεση αντίδρασή της καταδεικνύει ότι είναι αποφασισμένη να πράξει ό,τι απαιτείται προκειμένου να αποκαθάρει την ελληνική Δικαιοσύνη από τα στοιχεία που τη διασύρουν, να περιφρουρήσει το κύρος και την αξιοπιστία των δικαστικών λειτουργών, να καταστήσει τον Νόμο σεβαστό. Δεν νοείται ευνομούμενη Πολιτεία με ανυπόληπτη Δικαιοσύνη. Γι’ αυτό και εύλογα οι απαιτήσεις της Πολιτείας αλλά και της ίδιας της κοινωνίας από τους δικαστικούς λειτουργούς είναι ιδιαίτερα αυξημένες. Αυτοί που αποφασίζουν καθημερινά για την τιμή, την περιουσία, την ελευθερία των Ελλήνων πολιτών, οφείλουν να είναι αδέκαστοι και ανεπίληπτοι. Αφού ενημέρωσα τον Πρωθυπουργό για την όλη κατάσταση, το Υπουργείο Δικαιοσύνης προχωρεί στη νομοθετική θέσπιση μιας σειράς μέτρων, που αποτυπώνουν τη βούληση της Πολιτείας να καταπολεμήσει ριζικά τα φαινόμενα διαφθοράς στο χώρο της Δικαιοσύνης και, παράλληλα, να στηρίξει τους πολλούς, έντιμους και ακέραιους δικαστικούς λειτουργούς».
Τα μέτρα λοιπόν που θα εφαρμοστούν είναι τα εξής:
1. Μετατρέπεται από πλημμέλημα σε κακούργημα, η δωροδοκία δικαστή. Πέραν της κάθειρξης, θεσπίζεται και βαρύτατη χρηματική ποινή. Θα επιβάλλεται πλέον ποινή κάθειρξης από 5 έως 10 χρόνια, αντί φυλάκιση 1 μέχρι 5 ετών, όπως ίσχυε. Ορίζεται χρηματική ποινή από 100.000 έως 1 εκατ. ευρώ.
2. Σε βαθμό κακουργήματος θα τιμωρείται και όποιος προσφέρει χρήματα, δώρα ή άλλα ωφελήματα σε δικαστικό λειτουργό προκειμένου να επηρεάσει την κρίση του. Η ευρεία αυτή διατύπωση περιλαμβάνει διαδίκους, δικηγόρους και οιονδήποτε τρίτον.
3. Ουσιαστικοποιείται και εντατικοποιείται το έργο της Επιθεώρησης των δικαστικών λειτουργών. Αυξάνεται ο αριθμός των επιθεωρητών με τον ορισμό Επίκουρων Επιθεωρητών, ενώ ενισχύεται η Γραμματεία της Επιθεώρησης με προσωπικό και υλικοτεχνική υποδομή. Η Επιθεώρηση δεν θα περιορίζεται σε έλεγχο 5 αποφάσεων κατ’ επιλογήν του επιθεωρούμενου, όπως είναι η τρέχουσα πρακτική, αλλά θα διενεργείται πλέον συστηματικά, ουσιαστικά και σε βάθος. Έτσι, θα ασκείται πλήρης έλεγχος της υπηρεσιακής απόδοσης, των γνώσεων, της ικανότητας και του ήθους του δικαστή.
4. Ενεργοποιείται ο έλεγχος του Πόθεν Έσχες όλων των 3.000 περίπου δικαστών. Λαμβάνονται τα αναγκαία μέτρα ώστε ο επί χρόνια πλημμελώς ασκούμενος έλεγχος να καταστεί πραγματικός και εξαντλητικός για όλους. Ενισχύεται δραστικά η υπηρεσία ελέγχου με προσωπικό και υλικοτεχνική υποδομή. Ο νόμος του Πόθεν Έσχες για τους δικαστές επιτέλους θα εφαρμοστεί από τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα.
5. Θα διενεργηθεί κάθε νόμιμος έλεγχος των δηλώσεων Πόθεν Έσχες και προηγουμένων ετών. Πέραν της σχετικής έκθεσης που θα υποβάλλεται από τούδε και στο εξής από τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα για κάθε ένα δικαστή, θα υποβληθεί έκθεση και για τα δύο προηγούμενα χρόνια.
6. Παύει να ασκεί τα καθήκοντά του οποιοσδήποτε δικαστής, εις βάρος του οποίου διενεργείται πειθαρχική προκαταρκτική εξέταση για θέματα διαφθοράς ή άλλα σοβαρά πειθαρχικά παραπτώματα. Σημειώνεται ότι σήμερα δεν υφίσταται τέτοια πρόβλεψη, με αποτέλεσμα να δικάζουν δικαστές οι οποίοι τελούν υπό τον ίσκιο σοβαρότατων καταγγελιών.
7. Ελέγχεται πειθαρχικά όποιος δικαστής καθυστερήσει για οποιονδήποτε λόγο την έκδοση απόφασης πέραν του 8μήνου, και η δικογραφία τού αφαιρείται υποχρεωτικά. Το μέτρο αυτό θα ισχύσει από την έναρξη του νέου δικαστικού έτους τον Σεπτέμβριο.
8. Εισάγεται ο θεσμός του Εφέτη-Επόπτη Ανακριτών κατ’ αποκλειστική αρμοδιότητα για τα μεγάλα Δικαστήρια (π.χ. Πρωτοδικεία Αθηνών - Θεσσαλονίκης), προκειμένου να παρακολουθεί και να ελέγχει την εύρυθμη λειτουργία του ανακριτικού έργου. Εξακολουθεί την ανώτατη διεύθυνση στην ανάκριση να έχει ο Εισαγγελέας Εφετών. Ο Επόπτης Ανακριτών δεν παρεμβαίνει κατά το ουσιαστικό μέρος και βέβαια δεν θίγεται η σημερινή λειτουργική ανεξαρτησία του Ανακριτή.
9. Θα επανελεγχθούν, σύμφωνα με τις προβλεπόμενες από τον Οργανισμό των Δικαστηρίων διαδικασίες, σοβαρές πειθαρχικές υποθέσεις που αφορούν σε φαινόμενα διαφθοράς δικαστικών λειτουργών και είχαν τεθεί στο αρχείο. Κατ’ επανάληψη έχει καταγγελθεί από πολλές πλευρές, ότι δικαστές εις βάρος των οποίων έχουν καταλογισθεί σοβαρά πειθαρχικά παραπτώματα, τελικά έχουν απαλλαγεί από τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα χωρίς πειστική αιτιολογία.
10. Το αδιάβλητο της διαδικασίας των κληρώσεων για τον καθορισμό των συνθέσεων των ποινικών δικαστηρίων, διασφαλίζεται με νέα νομοθετική ρύθμιση. Ενεργός ρόλος παρακολούθησης και ελέγχου της κλήρωσης ανατίθεται, πέραν του προέδρου, στον νεότερο δικαστή της σύνθεσης.
11. Αποκλείεται η αντικατάσταση οποιουδήποτε δικαστή έχει κληρωθεί ως μέλος ποινικού δικαστηρίου σε συγκεκριμένη δικάσιμο από άλλο δικαστή, πλην εκείνων που έχουν κληρωθεί ως αναπληρωματικοί. Γι’ αυτό αυξάνεται ο αριθμός των δικαστών που εκ των προτέρων κληρώνονται ως αναπληρωματικοί.
12. Θεσπίζονται αυστηρότερες ποινές για τα εγκλήματα της ψευδορκίας και ψευδούς καταμήνυσης. Το φαινόμενο της ψευδομαρτυρίας έχει προσλάβει ενδημικές διαστάσεις, υποκινούμενο από παραδικαστικά κυκλώματα, και έχει ως αποτέλεσμα τη συχνή παραπλάνηση των δικαστών και τη νόθευση της απονομής της δικαιοσύνης. Είναι ανάγκη να παταχθεί αμείλικτα.
Όλα τα άμεσα μέτρα θα περιληφθούν σε ένα ενιαίο νομοθέτημα που θα προωθηθεί μέσα στις επόμενες μέρες στη Βουλή.
Επίσης ο κ. Παπαληγούρας είπε ότι εκτός από τη λήψη των νομοθετικών αυτών πρωτοβουλιών της Κυβέρνησης συστήνεται ευρεία Επιτροπή υπό τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης - με τη συμμετοχή ανώτατων δικαστικών, εκπροσώπων των δικαστικών ενώσεων και διακεκριμένων νομικών -, προκειμένου να μελετήσει και να προτείνει τα αναγκαία βελτιωτικά μέτρα για ορισμένα συνθετότερα θέματα, όπως είναι μεταξύ άλλων:
_ Το σύστημα διοίκησης των μεγάλων δικαστηρίων και εισαγγελιών.
_ Η διαδικασία κρίσεων και προαγωγών των δικαστικών λειτουργών.
_ Τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις των μεταθέσεων των δικαστών.
Με όλα αυτά τα μέτρα και τις πρωτοβουλίες της η κυβέρνηση αποσκοπεί, σύμφωνα με τον υπουργό Δικαιοσύνης, στο να κλείσει «τις κερκόπορτες της διαφθοράς στο χώρο της Δικαιοσύνης». Και ανταποκρίνεται «στην κοινωνική επιταγή για μια Δικαιοσύνη ανεπίληπτη, αλλά και στην ανάγκη της μεγάλης πλειονότητας των Ελλήνων δικαστών να διαφυλάξουν το κύρος, την αξιοπιστία και την υπόληψή τους έναντι των πολιτών τους οποίους κρίνουν, αλλά από τους οποίους αυτές τις ημέρες κρίνονται» και κατέληξε ότι «στηρίζουμε και θωρακίζουμε μια ελληνική Δικαιοσύνη, στην οποία δεν έχει θέση κανένας επίορκος δικαστής! Γιατί οι λίγοι, δεν μπορούν να σπιλώνουν τους πολλούς».

