Λαμπράκης Εμμανουήλ του Δημητρίου – Λοχαγός
Ο Μανόλης Λαμπράκης από το χωριό Αμαριανό ήταν γιος του Δημητρίου και της Φλουρής το γένος Ψυλλάκη από την Κασταμονίτσα. Γεννήθηκε το 1887. Οι γονείς του μετακόμισαν από το Αμαριανό στις αρχές του 1900 στο χωριό Αστρίτσι. Η μητέρα του το έτος 1916 σκοτώθηκε πέφτοντας κατά λάθος από την σκάλα του σπιτιού τους και από ύψος 2,5 μέτρων. Ο Μανόλης ήταν το πρώτο παιδί της οικογένειάς του. Ακολούθησαν ο Γιώργης, ο Γιάννης που έφυγε στην Αμερική το 1912 και δεν επέστρεψε ποτέ, η Ελένη και ο Μιχάλης, που χάθηκε στα γεγονότα των Αθηνών το 1916, στις διαμάχες μεταξύ των οπαδών Βασιλιά - Βενιζέλου.
Ο Λαμπροδημήτρης αφού έχασε τον πρώτο του γιο Μανόλη στην μάχη της Δοϊράνης το 1918, τον τελευταίο του γιο Μιχάλη στα γεγονότα του Διχασμού το 1916 και τον Γιάννη που έφυγε μετανάστης στην Αμερική μη δίνοντας σημεία ζωής, δεν άντεξε και το 1925 πέθανε.
Στο Αστρίτσι σήμερα ζει ο γιος της Ελένης, μοναδικής κόρης του Λαμπρογιώργη, ο Σήφης Λυδατάκης και θυμάται για τον θείο του τον Μανόλη Λαμπράκη : …στον Ευρωπαϊκό πόλεμο που πολεμούσαμε στο πλευρό των Αγγλογάλλων, είχανε ξεσηκωθεί οι Γερμανοί να καταλάβουνε όλο τον κόσμο όπως το κάνανε και το 1940. Πολεμούσαμε στην Δοϊράνη και την ημέρα της μάχης στις 5 του Σεπτέμβρη το 1918 έπεσε μια οβίδα στο παρατηρητήριο που ήτανε μέσα ο θειος μου ο Μανόλης με άλλους μαζί στρατιώτες. Όσοι ήτανε μέσα σκοτωθήκανε όλοι. Έτσι επήγε ο Λαμπρομανόλης. Αυτός ήτανε καλό παλικάρι. Ένας άντρας ψηλός και πολύ δυνατός. Είχε γίνει Λοχαγός με την αντρειοσύνη του. Τση βαθμούς τσ’έπαιρνε στις μάχες. Ποτέ του δεν επρόσεχε, δεν επροφύλασσε τον εαυτό του…
Για τον Λοχαγό Μανόλη Λαμπράκη, η εφημερίδα του Ηρακλείου «Νέα εφημερίς», στις 11 Οκτωβρίου 1918 γράφει στις σελίδες της :
«ΝΕΑ ΕΦΗΜΕΡΙΣ»,
Ηράκλειο 11
Οκτωβρίου 1918
Ανηγγέλθη από προχθές ο ένδοξος θάνατος του Λοχαγού Εμμανουήλ Δ. Λαμπράκη, εκ του χωρίου Αμαριανώ Πεδιάδος, εις τον διακεκριμένον συμπολίτην μας δημοδιδάσκαλον κ. Ιωάννην Φιωράκην, ανάδοχον του ήρωος, δια τηλεγραφήματος του Διοικητού του Συντάγματός του έχοντος ως εξής.
«Δεχτείτε συλλυπητήρια και συγχαρητήρια επί τω ηρωικώ και ενδόξω θανάτω λοχαγού Λαμπράκη Εμμανουήλ, γενναίως πεσόντος κατά την μάχην της 5ης Σεπτεμβρίου πρόποδας Μπέλλες».
Μέτωπον 30 Σεπτεμβρίου 1918
Ο Διοικητής του Συντάγματος
Π. Καλομενόπουλος
Ο λοχαγός ο οποίος έπεσεν αγωνιζόμενος τον ωραιότερον αγώνα κατά των Σκυθών που υπέκλεψαν την Μακεδονικήν γην, ήτο αρτιώτατος τύπος της Κρητικής παλικαριάς, στερεός αλλά και λυγερός με ψυχήν αναδίδουσαν φλόγας διαθέρμου και αδυσωπήτου πατριωτισμού, εις την λάμψιν των οποίων αντεκατοπτρίσθη η υστάτη θυσία του ως μία Ακριτική ιεροτελεστία, εκεί υψηλά εις το μέτωπον, επί των στεναζόντων βουνών της Ελληνικής Χερσονήσου.
Προσκληθείς να υπηρετήση εις τον στρατόν τοσούτον κατεθέλχθη εις την στρατιωτικήν ζωήν, ώστε δεν ηθέλησεν πλέον να απομακρυνθή αυτής παραμείνας ως λοχίας εις το Πεζικόν.
Λαβών ενεργότατον μέρος εις τους δύο Βαλκανικούς πολέμους του 12 και 13 έδειξε λαμπράς στρατιωτικάς αρετάς αι οποίαι τον προήγαγον εις Ανθυπολοχαγόν και ταχύτατα εις Υπολοχαγόν. Τον Σεπτέμβριον του 1916 ότε εξερράγη το Εθνικόν κίνημα ευρέθη εις Θεσσαλίαν μεταξύ των αντιδραστικών στρατευμάτων τα οποία διέφθειρεν ο προδότης βασιλεύς και οι οικτροί Αυλόδουλοι Κυβερνήται του.
Η πατριωτική καρδία του Κρητός αξιωματικού εσκίρτησε με τον πλατύν ρυθμόν των μεγάλων ενθουσιασμών. Εγκατέλειψε το σώμα του και δια ατελευτήτων διωγμών και κινδύνων διήλθε την Θεσσαλίαν, την Μακεδονίαν τρομοκρατουμένην τότε υπό των βασιλικών στρατευμάτων και αφού επολιορκήθη εντός της ουδετέρας ζώνης την οποίαν είχον ορίσει οι Σύμμαχοι, έφθασε τέλος εις την Θεσσαλονίκην, Ακρόπολιν τότε του δρώντος Ελληνισμού.
Εδώ άρχεται η νέα δράσις, η νέα δημιουργία, αι νέαι ανδραγαθίαι.
Η πνοή της μεγάλης κινήσεως τον προήγαγεν επαξίως εις λοχαγόν. Αι κακουχίαι της σκληράς στρατιωτικής πάλης τον κατέβαλον και τυχών αναρρωτικής αδείας κατήλθεν εις Κρήτην δια τελευταίαν φοράν όπως αποχαιρετίση τον πατέρα του, τους φίλους και συγγενείς του. Επέστρεψε πάλιν εις Θεσσαλονίκην, μετέβη εις το μέτωπον, ένθα αγωνισθείς εις την τελευταίαν γιγαντομαχίαν εξηγόρασε δια του θανάτου του την ελευθερίαν της προδομένης χώρας, η οποία περιέβαλε τον νεκρόν του εις ατέρμονα εναγκαλισμόν. Επί της ιεράς σωρού του, η ευγνωμονούσα πατρίς θα πλέξη το εγκώμιον της θυσίας του με στέφανα δάφνης, από τους σκιερούς δαφνοκήπους οίτινες επυκνώθησαν εις την αιματοβαμμένην τροχιάν των Ελληνικών στρατιών.
Ο τραυματισμός
του Οικονομάκη
Νικολάου
Στην ίδια μάχη τραυματίστηκε και ο Νικόλαος Οικονομάκης, από το χωριό Αποστόλοι Πεδιάδος, ο οποίος μάλιστα τιμήθηκε με μετάλλιο ανδρείας. Για τον τραυματισμό και την δράση του στη μάχη της Δοϊράνης αποκαλυπτική είναι η ημερήσια διαταγή της Μεραρχίας Κρήτης που ακολουθεί.
Ημερήσια Διαταγή Μεραρχίας Κρήτης της 28ης Σεπτεμβρίου 1918
Ποιούμεν ευφημοτάτη μνείαν των κάτωθι αξιωματικών και οπλιτών, και προτείνω όπως απονεμιθώσι αυτοίς αι κάτωθι Βρετανικαί ηθικαί αμοιβαί δια τας έναντι εκάστου τούτων ενφαινομένας πράξεις ανδρείας επί του πεδίου της μάχης κατά την επίθεσιν της 5-6 Σεπτεμβρίου 1918…………………………….
Δ. Βρετανικόν Στρατιωτικόν Μετάλλειον δια πράξεις ανδρείας 8ου Συντάγματος, 3ον Τάγμα, 9ου Λόχου, Οικονομάκη Νικολάου, διότι κατά την επιχείρησιν της 5ης έως 7ης Σεπτεμβρίου 1918 ημιδιμοιρίτης τυγχάνων δια του παραδείγματος ορμής και γενναιότητός του, παρέσυρε το τμήμα του μέχρις ελαχίστης αποστάσεως των συρματοπλεγμάτων του εχθρού, καθ’ην στιγμήν έτερα τμήματα ευρίσκοντο όπισθεν περί τα 200 μέτρα.
Τραυματισθείς δε παρέμεινε παρ’όλην την σοβαρότητα του τραύματός του, μέχρις ότου μη δυνάμενος πλέον να ανθέξει, απεσύρθη εκ της γραμμής τη βοηθεία ενός στρατιώτη.
Ο Μέραρχος
Παναγιώτης Σπηλιάδης
Μπιτζαράκης
Εμμανουήλ
του Μιχαήλ
Μπιτζαρομανόλης
Ο Μπιτζαράκης Μανόλης γεννήθηκε το 1893 στο χωριό Μπιτζαριανώ Πεδιάδος του Δήμου Καστελλίου. Γιος του Μιχάλη και της Ειρήνης Μπιτζαράκη. Ο Μιχάλης Μπιτζαράκης είχε και δυο κόρες, την Πηνελόπη και την Αγγελική. Στις αρχές του 1918, ο Μανόλης Μπιτζαράκης παντρεύτηκε την Σοφία Γαλανάκη από το Καστέλλι και την άνοιξη του ίδιου έτους επιστρατεύτηκε για τον πόλεμο. Η χώρα μας βρισκόταν σε πόλεμο, συμμαχώντας με τις δυνάμεις της Αντάντ εναντίον των Κεντρικών Αυτοκρατοριών, Γερμανίας, Αυστροουγγαρίας και Βουλγαρίας. Ο Πρώτος Παγκόσμιος πόλεμος βρισκόταν σε εξέλιξη.
Στην μάχη της Δοϊράνης, στις 5 Σεπτεμβρίου 1918, ο Μπιτζαρομανόλης σκοτώθηκε. Ένας κοντοχωριανός του, ο Αναστασάκης Γεώργιος, από το διπλανό χωριό Πάνω Καρουζανώ και συμπολεμιστής του, τον βρήκε βαριά τραυματισμένο στην διάρκεια της μάχης. Είχε τρυπηθεί στο στήθος από την ξιφολόγχη ενός Βούλγαρου. Ο Μπιτζαρομανόλης πέθανε στα χέρια του.
Ο Αναστασάκης Γεώργιος επέστρεψε σώος μετά την λήξη του πολέμου και διηγήθηκε την ιστορία του Μπιτζαρομανόλη την οποία η Καρδουλάκη Αικατερίνη από το χωριό Λαγού, έκανε τραγούδι.
Το χωριό Μπιτζαριανώ και το σπίτι του Μπιτζαρομανόλη
Το χωριό Μπιτζαριανώ βρίσκεται λίγο έξω από το Καστέλλι και βόρεια, χτισμένο σε μια καταπράσινη πλαγιά. Είναι πολύ γραφικό. Όλη η γύρω περιοχή είναι κατάφυτη και ένα μικρό ποταμάκι ρέει στην μια άκρη του χωριού. Τα παλιά χρόνια αυτό το ποταμάκι είχε πολλά νερά, αρκετά για να κινούνται επτά νερόμυλοι, τα απομεινάρια τους στέκουν ακόμη στις παρυφές του χωριού.
Στα δυτικά του Μπιτζαριανού, στέκεται ένα σπίτι, αρχοντόσπιτο και ακατοίκητο. Οι πόρτες του με πελέκια, ομορφοχτισμένο, με μια μεγάλη αυλή. Ανοίγοντας την πόρτα του σπιτιού για να μπεις στο εσωτερικό του, το πρώτο πράγμα που βλέπεις είναι μια μεγάλη παλιά φωτογραφία στον απέναντι τοίχο. Δείχνει έναν όμορφο νεαρό, να σε κοιτάζει μέσα στα μάτια. Φθαρμένη από το πέρασμα του χρόνου και καταφύγιο για τις αράχνες.
Είναι ο Μπιτζαρομανόλης. Εκεί στο ίδιο σημείο κρεμασμένη 84 χρόνια. Την κρέμασε η μάνα του Μπιτζαρομανόλη Ειρήνη, για να βλέπει τον σκοτωμένο γιο της.
Στο σπίτι αργότερα κατοίκησε η κόρη της και αδερφή του Μπιτζαρομανόλη Πηνελόπη. Η φωτογραφία δεν άλλαξε θέση. Ούτε όταν κατοίκησε και η κόρη της Πηνελόπης η Ευαγγελία Τσολάκη.
Σήμερα το σπίτι είναι ακατοίκητο και η Ευαγγελία Τσολάκη θυμάται :
…όταν κρέμασε η γιαγιά μου την φωτογραφία του Μανόλη εγαβρώσανε τα χέρια τση. Και άφησε κατάρα σε όποιον ξεκρεμάσει τον Μανόλη από κει. Η μάνα μου την πρόσεχε τη φωτογραφία. Εγώ όταν παντρεύτηκα με τον άντρα μου, χτίσαμε καινούριο σπίτι και φύγαμε από το πατρικό. Η μάνα μου είχε πεθάνει. Την πήραμε τη φωτογραφία και την κρεμάσαμε στο δικό μας. Την νύχτα μ’ονείρεψε η μάνα μου και μου λέει να τηνε πάω πίσω να τη βάλω στη θέση τση τη φωτογραφία του μπάρμπα μου του Μανόλη. Την άλλη βραδιά είδα το ίδιο όνειρο. Το πρωί που σηκώθηκα, αφού το ίδιο όνειρο το’δα δυο φορές, επήρα τη και την επήγα πάλι στο ίδιο μέρος και τηνε κρέμασα.
Έτσι η φωτογραφία του Μπιτζαρομανόλη βρίσκεται στην ίδια ακριβώς θέση 86 χρόνια, με μοναδικό διάλειμμα δύο ημερών. Και θα βρίσκεται εκεί μέχρι το σπίτι « να πάει κάτω, να χαλάσει », όπως μου είπαν οι απόγονοί του.
Αξίζει να πω ότι η φωτογραφία, όταν επισκέφτηκα το σπίτι, δεν ήταν ίσια, είχε γείρει λίγο προς τα αριστερά. Όταν σήκωσα τα χέρια μου να την ακουμπήσω για να την ισιώσω, με μια φωνή, δεν μ’αφήσανε οι απόγονοί του, λέγοντάς μου για την κατάρα που υπάρχει.
-Μην την ακουμπάς γιατί τα χέρια σου θα γαβρώσουνε (θα πάθουν αγκύλωση ) !!!
ΤΟΥ ΜΠΙΤΖΑΡΟΜΑΝΟΛΗ
Κάθε πρωί με τη δροσιά π’ ανοίγει το περβόλι
ακούσετε να σας επώ του Μπιτζαρομανόλη.
Πόλεμος εκυρήχτηκε και πόλεμος είν’ πάλι
και πήραν τον τον γλεντιστή του Μπιτζαρομιχάλη.
Όταν ετοιμαζόντανε και ήθελε να πιαίνει 5
του φώναξ’ η γυναίκα του - Και που μ’ αφήνεις ξένη !
-Σώπασε Σοφιάκι μου και θα ξαναγυρίσω
σε χρόνια πέντε δώδεκα θε να’ ρθω να σε σμίξω.
-Ποιος θα βαστά , ποιος θα γρικά και ποιος θα νταγιαντίσει
τη διορία πού’ βαλες μέχρι που να γυρίσεις! 10
-Η διορία πού’ βαλα λίγη και θα περάσει
μόνο αν ’ κούσεις πως χαθώ μη μου πολυξεχάσεις.
Η κακομοίρα η μάνα του πως το βαστά η καρδιά της
τέτοιο πρωτοπαλίκαρο να φύγει από κοντά της.
-Υγιέ μου παλικάρι μου και πως θα χωριστούμε 15
κι ο ένας τ’ αλλού τηνε μιλιά να μη τηνε γρικούμε.
-Μα τη φωτογραφία μου θα βγάλω να σου πέψω
μάνα γλυκιά να με θωρείς τα μάτια σου ν’ αρνέψω.
-Με τη φωτογραφία σου στέκω και κουβεντιάζω
μα κείνη δε μου απαντά και βαριαναστενάζω. 20
Κι η αδερφή του η Πηνελιά ήταν απελπισμένη
-Έ Μπιτζαρομανόλη μου ποιος θα σε περιμένει;
-Σώπασε αδέρφι μη με κλαις και μη στενοχωράσαι
αγάπα τη γυναίκα μου και μένα να θυμάσαι.
Σηκώνεται και χαιρετά όλους τση χωριανούς του 25
τση φίλους και τση συγγενείς ακόμα και τσ’ εχθρούς του
-Έχετε υγεία χωριανοί να σηκωθώ να φύγω
ν’ αφήσω και το σπίτι μου σα μαραμένο φύλλο.
Στην Πλακωτή επήγαινε και κοίταζε τη βρύση
και ήκλαιγε και ήλεγε άραγες θα γυρίσει; 30
Και ήκλαιγε και ήλεγε :- Άγιε Στέφανέ μου
μες στη φωτιά με πέμπουνε , Θε μου ξεμπέρδευέ μου!
Και ήκλαιγε και ήλεγε : - Παντελεήμονά μου
μες στη φωτιά με πέμπουνε , έλα κι εσύ κοντά μου!
Στου Δοξαστάκη κάθισε κι ήπιενε δυο τσιγάρα 35
κι από τα χείλη του’ βγαινε κρυφή-κρυφή φουνάρα.
Στου πεθερού του πήγαινε να τσ’ αποχαιρετήξει
και τάξε πως το κάτεχε δεν ήθελα γυρίσει.
Σαν έμπαινε στην πόρτα ντως και στα κατώφιλιά ντως
σέρνει βαρύ αναστεναγμό και κάβγει την καρδιά ντως. 40
Και τρέχει η κουνιάδα του και τον σφιχταγκαλιάζει.
-Ηντά’ χεις κουνιαδάκι μου και βαριαναστενάζεις ;
-Σώπα δεν έχω τίποτα και δεν αναστενάζω
μόνο θα πάω στο στρατό και κείνο λογαριάζω.
-Κουνιάδε μου για το στρατό μην τό’ χεις σε κακό σου 45
κι άλλοι πολλοί θε νά’ ναι εκεί δεν θά’σαι μοναχός σου.
Και παίρνουν τον και βγάνουν τον απ’ έξω στο περβόλι
παρηγοριά του κάνουνε του Μπιτζαρομανόλη.
Μα όσο εβράδιαζε ο Θεός και πήγαινε η μέρα
τσ’ αποχαιρέτηξε κι αυτός με τη δεξά του χέρα. 50
-Έχετε γεια κουνιάδες μου γιατί θα φύγω τώρα
να μη μ’ αναζητήξουνε οι λοχαγοί στη χώρα.
Και φτάνει στο Ηράκλειο κι αμέσως στο καΐκι
πο’ κεί τονε βαρκάρανε για τη Θεσσαλονίκη.
Πο’ κεί τον μεταθέσανε για τη Μακεδονία 55
μα η μάνα του δε τον θωρεί κι έχει στενοχωρία.
Κάνουν οι Τούρκοι κίνημα κι ένα σαλεματάκι
κι ο πρώτος απού πιάσανε ήτονε ο Μπιτζαράκης.
Μ’ αυτός με την παλικαριά τους ήφυγ’ ο Μανόλης
μα τονε πρόσεξ’ η τουρκιά και του ξεκλούθηξ’ όλη. 60
Και ξανακάνει κίνημα και τονε ξαναπιάνουν
τότες του κακορίζικου βαριά φωτιά του βάνουν.
-Τούρκοι όσοί’ στε φίλοι μου κι όσοί’ στε γνώριμοί μου
χαρίσετέ μου τη και με σήμερο τη ζωή μου.
Τούρκοι μη με σκοτώσετε μπροστά σας σας το λέω 65
άλλοι με πέψανε και με κι ούτε κι εγώ δε φταίω.
-Μα άλλοι σα σε πέψανε έπρεπε να προσέξεις
ετούτη την παλικαριά πού’ καμες να μισέψεις.
-Αφήστε με να σας επώ δυο λόγια με το θάρρος,
Τούρκοι μη με σκοτώσετε δεν έχει η μάνα μου άλλον. 70
Κι ένας αγάς του μίλησε κι ένας αγάς του λέει :
-Εμείς θα σε σκοτώσομε κι η μάνα σου ας κλαίει.
Και παίζουνε μια μαχαιριά και φτάνει στην καρδιά του
σέρνει ο Μανόλης μια φωνή μ’ όλη την αντριγιά του.
Και παίζουνε μια μαχαιριά και φτάνει στην καρδιά του 75
κι όσοι τονε γνωρίζανε ετρέξανε κοντά του.
Κι όσοι τονε γνωρίζανε κι ακούσαν τη φωνή του
δεν τη δειλιάσαν την τουρκιά κι ετρέξανε μαζί του.
Κι ένας του κοντοχωριανός Γιώργης Ανεστασάκης
εσίμωσε και του’ πενε : - Μανόλη Μπιτζαράκη! 80
Μανόλη και πως το’ παθες κρίμα στην ομορφιά σου
και κρίμα εις τη νιότη σου και την παλικαριά σου
-Μα σε μια βρύση κάθισα να πιω νερό λιγάκι
και κει με πλάκωσ’ η Τουρκιά , χάνομ’ Ανεστασάκη!
Και πρόλαβε και του’ δωσε ένα ποτήρι γάλα 85
ήπιενε δυο σταλαγματιές με βάσανα μεγάλα.
Αυτός του συχνομίλιενε ο Μπιτζαρομανόλης
-Ανεστασάκη πάρε το από μένα το ρολόι!
Μ’ αυτός του συχνομίλιενε και του’ λεγε με θάρρος
-Πάρε το το ρολόι μου να μη το πάρει άλλος! 90
-Μανόλη ετσά που σε θωρώ δε θέλω’ γώ ρολόι
να’ ταν η μάνα σου επαέ να κάμει μοιρολόι.
-Γιώργη , και σαν δεν είν’ εδώ η μάνα που με γέννα
γράψε τση μια επιστολή πως χάνομαι στα ξένα.
-Πως θα της γράψω επιστολή ετούτο το σεφέρι 95
να το διαβάσει να το δει το άγριο χαμπέρι!
Και πιάνει γράφει τση χαρτί μαυροκορδελιασμένο
ο Μπιτζαράκης μάθετε πως είναι σκοτωμένος.
και όχι πως επέθανε με θάνατ’ όπως πρέπει
μια μαχαιριά του παίξανε και του’ φαε τον μπέτη. 100
Και πέστε το στη μάνα του να μην τον περιμένει
μόνο να κάνει κόλλυβα να τονε μνημονεύει.
Το πρώτο γράμμα πού’ γραψε και έπεψε στην Κρήτη
επρόλαβε και το’ λαβε ο Μπιτζαροδημήτρης.
Σαν είδαν την επιστολή μαυροκορδελιασμένη 105
Εσίμωσ’ η γυναίκα του με δάκρυα του λέει :
-Άνοιξε την επιστολή να δούμε ήντα γράφει
μπας κι είναι τ’ αξαδέρφου μας που λένε πως εχάθη.
Κι ανοίγουν την επιστολή κι ήγραφ’ Ανεστασάκης
μάθε τε ξένοι κι εδικοί πέθαν’ ο Μπιτζαράκης. 110
Και παίρνει την επιστολή στη μάνα του φωνάζει
η μάνα του ώστε να τη δει κλαίει κι αναστενάζει.
-Υγιέ μου κανακάρη μου τι έχεις παθομένο
και φέρνουνε το γράμμα σου μαυροκορδελιασμένο!
Μέσα στο μοιρολόι της και μέσα εκεί που κλαίει 115
έφτασε κι η γυναίκα του πού’ τονε στο Καστέλι.
Έφτασε κι η γυναίκα του πού’ τονε στο Καστέλι
την πεθερά της ρώταγε κι έκλαιγε σαν κοπέλι.
Αυτοί δεν το πιστεύανε πως ήταν πεθαμένος
όταν επαίρναν τα προυκιά τότ’ ήταν μπιστεμένο. 120
Όταν επαίρναν τα προυκιά και τ’ αυγοδώματά της
έκλαιγε κι η κουνιάδα του κι ήβγανε τα μαλλιά της.
Κουνιάδο μου, κουνιάδο μου, την όμορφη μιλιά σου
Και δε νεδιάζεις να τους δεις που παίρνουν τα προυκιά σου !
Κουνιάδο μου ως τα φέραμε τα παίρνομε και πάλι
Δεν ήταν κρίμα να χαθείς νέος και παλικάρι ; 126
Σημείωση : Για την λαϊκή ποιήτρια δημιουργό του παραπάνω τραγουδιού Αικατερίνη Καρδουλάκη που μεγάλωσε ακούγοντας ότι οι μόνοι εχθροί μας δεν είναι άλλοι από τους Τούρκους, δεν θα μπορούσε ο Μπιτζαρομανόλης να σκοτωθεί παρά από Τούρκο. Γι’αυτό στο τραγούδι, ο Μπιτζαρομανόλης, συλλαμβάνεται από Τούρκους και τελικά σκοτώνεται απ’αυτούς ενώ η πραγματικότητα είναι ότι φονεύτηκε από Βουλγάρους.
Το τραγούδι το κατέγραψα από την Ουρανία Παγωνάκη, στο χωριό Πάνω Καρουζανώ το έτος 2002.
ΤΣΗ ΛΕΥΤΕΡΙΑΣ
Τη λευτεριά πουλούσανε στση Πόλης το παζάρι
και τηνε συνορίζουνται ρηγάδες κι αμιράδες.
Άλλος τιρντίζει με φλουριά, άλλος με τα τσεκίνια,
κι άλλος με πέτρες ακριβές και με τση γης τα πλούτη.
Μ’αυτή πομένει απούλητη, ξαγορασμό δεν έχει.
Εκειά που σηκωθήκανε να φύγου, να σκολάσου,
προβαίνει ένας Κρητικός μια κοπανιά στο φόρο,
στετός αλαφροπάτητος, μπαρουτοκαπνισμένος,
στου δράκου τα συγκόματα, στου Διγενή το διώμα,
με τη βροντή στα χείλια του, την αστραπή στα μάτια,
με φυσεκλίκια σταυρωτά, με γκρα βαρύ στον ώμο
και με σημάδια στο κορμί και με πληγές στο μπέτη.
Δεν τη μετρά με τα φλουριά, μηδέ με τα μετζίτια,
μηδέ με πέτρες ακριβές, μετρά τη με τα βόλια,
με τη ζωή, το θάνατο, τη βαροκαμπανίζει.
Εκείνος την εκέρδισε και με τα’κείνο πήγε…
(Κωστή Φραγκούλη, Τα Δίφορα)
Γιώργος Καλογεράκης
δάσκαλος

