Η χώρα μας, παρόλο που είναι αραιοκατοικημένη (εκτός των δυο μεγάλων αστικών κέντρων), δεν στερείται ανάλογων προβλημάτων, σε μειωμένο όμως βαθμό, σε σχέση με τις ανεπτυγμένες βιομηχανικά χώρες. Σοβαρό πρόβλημα για τη χώρα μας αποτελεί η υφαλμύρινση των παράκτιων υπόγειων νερών, λόγω υπεραντλήσεων, καθώς και η παρουσία νιτρικών ιόντων στα υπόγεια νερά και τα ποτάμια, από λιπάσματα. Στα μεγάλα ποτάμια μας, στα οποία αποχετεύονται αστικά λύματα παρατηρούνται και υψηλές τιμές δεικτών κοπρικής μόλυνσης. Επίσης, σε ορισμένες από τις λίμνες της χώρας μας, παρατηρούνται φαινόμενα ευτροφισμού 1, κυρίως, λόγω της αποστράγγισης σ’ αυτές αποπλύσεων γεωργικών εκτάσεων επιβαρημένων με λιπάσματα και της αλλαγής των υδρολογικών τους χαρακτηριστικών (μεταβολή στάθμης, περιορισμός παραλίμνιων εκτάσεων κλπ). Ως προς το πόσιμο νερό, οι μεγάλες πόλεις στη χώρα μας (με πληθυσμό πάνω από 50.000 κατοίκους) υδρεύονται με νερό καλής ποιότητας, που ελέγχεται τακτικά. Στις μικρότερες πόλεις και χωριά, η ποιότητα του νερού ύδρευσης δεν είναι σταθερή και εξαρτάται από το γεωλογικό υπόβαθρο, τα μέτρα προστασίας των πηγών ύδρευσης και το βαθμό συντήρησης των δικτύων, διότι συνήθως δεν γίνεται επεξεργασία ή απολύμανση του νερού και η ποιότητα του νερού, σπάνια, ελέγχεται.

Στη θάλασσα, παρατηρούνται τοπικά κυρίως φαινόμενα ρύπανσης και μόλυνσης των υδάτων, όπως στις εκβολές ποταμών, αποχετευτικών δικτύων και αποστραγγιστικών τάφρων και στα λιμάνια. Τα αίτια των φαινομένων αυτών αποδίδονται στη μεταφερόμενη ρύπανση, ενώ στα λιμάνια, τα προβλήματα επιτείνονται συνήθως, από τις κακές συνθήκες κυκλοφορίας και ανανέωσης των υδάτων που δημιουργούνται από τον τρόπο κατασκευής των προσήνεμων μόλων.

Οι χρήσεις και ο έλεγχος των υδάτων στη χώρα μας, ρυθμίζονται από ένα σύνθετο νομικά καθεστώς, στο οποίο εμπλέκονται πολλές Υπηρεσίες και Οργανισμοί του Δημόσιου Τομέα, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει κεντρικός σχεδιασμός και συχνά, να ορίζονται αντικρουόμενες μεταξύ τους και αναποτελεσματικές ρυθμίσεις ως προς τη χρήση των υδάτων. Κάθε Υπηρεσία προσπαθεί να εξασφαλίσει τις ποσότητες και την ποιότητα του νερού που θεωρεί πως απαιτείται για την εκπλήρωση της θεσμικής της αποστολής.

Ο νόμος 1739/87, για τη διαχείριση των υδατικών πόρων, επιχειρεί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την επίλυση της σύγκρουσης των αρμοδιοτήτων και τη χάραξη μιας πολιτικής για τους υδάτινους πόρους.

Στην εισηγητική έκθεση του, ο νόμος αυτός εντοπίζει την ανάγκη δημιουργίας φορέα διαχείρισης των υδατικών πόρων και θεσμοθετεί τη Διυπουργική Επιτροπή Υδάτων (ΔΕΥΔ) και τις Περιφερειακές Επιτροπές Υδάτων (ΠΕΥΔ) σε κάθε ένα από τα 14 υδατικά διαμερίσματα στα οποία χωρίστηκε η χώρα μας. Όμως, δεν έχουν εκδοθεί οι απαιτούμενες πράξεις της διοίκησης για την εφαρμογή του νόμου.

Η ισχύουσα νομοθεσία για το πόσιμο νερό εμπεριέχεται στο παράρτημα στο τέλος.

Έτσι εύκολα διαφαίνεται η σπουδαιότητα ανάπτυξης και βελτίωσης του ποιοτικού ελέγχου του πόσιμου ύδατος κάτι που ήταν και το αντικείμενο της πρακτικής μας άσκησης. Πριν όμως αναφερθούμε αναλυτικότερα στον τρόπο εξέτασης και την μεθοδολογία που ακολουθείται θα αναφέρουμε ποιοι είναι οι κανονισμοί για την ποιότητα του ποσίμου νερού.

Στη χώρα μας, ο χαρακτηρισμός της ποιότητας των πόσιμων υδάτων καθορίζεται με τη Διυπουργική Απόφαση, με αριθμό Α5/288/23-1-86 (ΦΕΚ 53/Β/20-2-1986) "για την ποιότητα του πόσιμου νερού σε συμμόρφωση προς την Οδηγία του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, με αριθμό 80/778 της 15.7.80".

Με την απόφαση αυτή, καθορίζονται οι επιτρεπόμενες τιμές των ποιοτικών χαρακτηριστικών, που χαρακτηρίζουν το νερό ως κατάλληλο για πόση.

Οι τιμές των ποιοτικών χαρακτηριστικών του πόσιμου νερού πρέπει να είναι κατώτερες ή ίσες με τις τιμές που προσδιορίζονται από τον τίτλο ως "Ανώτατη Παραδεκτή Συγκέντρωση" και να προσεγγίζουν τις τιμές που προσδιορίζονται με τον τίτλο "Ενδεικτικό επίπεδο".

Παρεκκλίσεις από τις τιμές αυτές επιτρέπονται, προκειμένου να αντιμετωπιστούν:

α) συνθήκες που έχουν σχέση με τη φύση και τη σύσταση του εδάφους στην περιοχή, η οποία τροφοδοτεί την υπό εξέταση πηγή,

β) συνθήκες που έχουν σχέση με εξαιρετικά μετεωρολογικά φαινόμενα ή πρόσκαιρες τεχνικές δυσχέρειες.

Οι παρεκκλίσεις δεν αφορούν, σε καμία περίπτωση, τους τοξικούς ή μικροβιολογικούς παράγοντες, και σε κάθε περίπτωση, πρέπει να αποκλείουν τους κινδύνους για τη Δημόσια Υγεία. Τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του πόσιμου νερού, σύμφωνα με την απόφαση, που προαναφέρθηκε ταξινομούνται σε 6 κατηγορίες:

Α. Οργανοληπτικές παράμετροι

Β. Φυσικοχημικές παράμετροι

Γ. Παράμετροι που αφορούν τις ανεπιθύμητες ουσίες

Δ. Παράμετροι που αφορούν τοξικές ουσίες

Ε. Μικροβιολογικές παράμετροι

ΣΤ. Ελάχιστη απαιτούμενη συγκέντρωση για το πόσιμο νερό που έχει υποστεί κατεργασία αποσκλήρυνσης

Για την παρουσία ραδιενεργών ουσιών, στο νερό, ισχύουν τα ανώτατα όρια που καθορίζονται στην Υ.Α Γ3α/761 της 26.3.1968.

1 Ο ευτροφισμός εμφανίζεται ως η υπέρμετρη αύξηση της πρωτογενούς παραγωγικότητας μιας "κλειστής" υδάτινης μάζας, με δυσμενή αποτελέσματα στα φυσικοχημικά και βιολογικά χαρακτηριστικά των υδάτων και της χρήσης του. Ο ευτροφισμός οφείλεται στη διοχέτευση, στην υδάτινη μάζα, μεγάλης ποσότητας θρεπτικών αλάτων και κυρίως, αζώτου και φωσφόρου.

Ως πρωτογενής παραγωγικότητα νοείται η φυτική βιομάζα (φυτοπλαγκτόν, υδρόβια και υδροχαρής βλάστηση).

Ο ευτροφισμός αποτελεί οπισθοδρομική εξέλιξη των υδάτινων οικοσυστημάτων και αποτελεί ένα παθολογικό φαινόμενο της διεργασίας ανακύκλωοης που γίνεται στη φύση και μπορεί να προκληθεί από φυσικούς παράγοντες ή να είναι αποτέλεσμα ανθρώπινων δραστηριοτήτων. Τα "συμπτώματα", με τα οποία εμφανίζεται ο ευτροφισμός είναι: Η "άνθηση" του φυτοπλαγκτόν, την άνοιξη και το φθινόπωρο, η υπέρμετρη ανάπτυξη υδρόβιων μακρόφυτων, οι χαμηλές τιμές διαλυμένου οξυγόνου, τις πρώτες πρωινές ώρες της ημέρας ιδίως, τους ζεστούς μήνες του έτους και συχνά η δυσοσμία.

Η πυκνότητα του νερού αυξάνει (μοιάζει με πυκνή σούπα), επηρεάζονται οι χρήσεις του (πόση, αναψυχή κλπ.) ενώ δημιουργούνται προβλήματα στην μεταφορά του μέσω σωληνώσεων (συχνές εμφράξεις). Η ιχθυοπαραγωγή συχνά αυξάνει, αλλά μειώνεται η ποικιλία των ειδών.