Επιμέλεια Αννα Παπαδοκωστάκη
Το 19ο αιώνα εντείνονται οι συζητήσεις για την ιδέα του Ολυμπισμού και οι κάτοικοι των Επτανήσων είδαν με ενθουσιασμό τα Ολυμπιαδικά βραβεία που καθιέρωσαν οι Γάλλοι κατακτητές και αφορούσαν τον πνευματικό τομέα.
Στον ελλαδικό χώρο, ο πιο ένθερμος υποστηρικτής της αναβίωσης των Ολυμπιακών Αγώνων ήταν ο λόγιος και δημοσιογράφος Παναγιώτης Σούτσος του οποίου τις ιδέες ενστερνίστηκε ο εγκαταστημένος στη Βλαχία ομογενής Ευάγγελος Ζάππας ο οποίος εξέφρασε την επιθυμία να χρηματοδοτήσει τους αγώνες, να γίνει δηλαδή, όπως θα λέγαμε σήμερα, ο Μέγας Χορηγός της πρώτης νεότερης Ολυμπιάδας.
Ο Ζάππας, αρκετά χρόνια αργότερα , το 1856,έχοντας γίνει πάμπλουτος, συζήτησε τις λεπτομέρειες με το υπουργό Εξωτερικών Αλέξανδρο Ραγκαβή ο οποίος του πρότεινε να συστήσει μια επιτροπή ενίσχυσης της ελληνικής βιομηχανίας , που θα διοργάνωνε βιομηχανικές εκθέσεις και παράλληλα αθλητικούς αγώνες. Ο Ραγκαβής, πρότεινε ακόμα ,να γίνει πίσω από το Παναθηναϊκό στάδιο που θα αναστηλωνόταν καθώς είχε καταστραφεί σχεδόν εξ ολοκλήρου, ένα μέγαρο όπου θα στεγαζόταν οι εκθέσεις.
Η πρώτοι αγώνες έγιναν το 1859 και δεν είχαν μεγάλη επιτυχία καθώς το κύριο βάρος είχε δοθεί στις εκθέσεις, προκαλώντας την αντίδραση του κόσμου αλλά και ορισμένων λόγιων, όπως ο Σούτσος που προαναφέραμε και ο Μηνάς Μινωίδης που ζούσε στο Παρίσι. Οι αγώνες γίνονταν κάθε τέσσερα χρόνια, και σιγά –σιγά αποκτούσαν ενδιαφέρον καθώς ο κόσμος συμμετείχε στις εκδηλώσεις.
Το 1970, η διοργανώτρια επιτροπή, έβαλε την ταφόπλακα σ’ αυτούς τους Αγώνες καθώς ζήτησε να μετέχουν μόνο νέοι καλών οικογενειών για να μην ξεπέσει ο θεσμός με τη συμμετοχή «ανθρώπων της κατωτάτης τάξεως του λαού» ! Έτσι τα επόμενα χρόνια μετείχαν λίγοι αθλητές και λίγοι θεατές και το 1888 που έγινε η τελευταία έκθεση, δεν πραγματοποιήθηκαν αγώνες.
Ο ΚΟΥΜΠΕΡΝΤΕΝ
Ο Γάλλος βαρόνος Πιέρ ντε Κουμπερντέν , με σπουδές στη μελέτη των εκπαιδευτικών συστημάτων και την παιδεία των νέων γνώριζε πολύ καλά την αξία της άθλησης στην πνευματική ανάπτυξη των νέων. Ήταν μόλις 29 ετών όταν πρότεινε σε ένα συνέδριο στη Σορβόνη , την διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων αποσπώντας θετικά σχόλια από τους συνέδρους. Όμως η απόφαση ελήφθη δύο χρόνια αργότερα, το 1894, στο Παρίσι όπου συνήλθαν εκπρόσωποι αθλητικών συλλόγων από 79 χώρες με σκοπό την δημιουργία ενός Διεθνούς Αθλητικού Συμβουλίου.
Την Ελλάδα, εκπροσωπούσε ο εγκατεστημένος στο Παρίσι , λόγιος Δημήτρης Βικέλας ο οποίος μετά από συνεννόηση με τον Κουμπερντέν πρότεινε στο Συμβούλιο την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων. Μάλιστα, η πρόταση αυτή συνοδεύτηκε από την μουσική εκτέλεση του ύμνου του Απόλλωνα που είχε μόλις βρεθεί από τους Γάλλους ανασκαφείς στους Δελφούς. Οι σύνεδροι ενθουσιάστηκαν και αποφάσισαν την αναβίωση των Ολυμπιακών και την τέλεση τους το 1896 στην Αθήνα.
Η ΑΘΗΝΑ
Η Αθήνα, εκείνη την περίοδο είχε αρχίσει να αναπτύσσεται ως ευρωπαϊκή πόλη με την ανέγερση κλασικών κτιρίων για τη στέγαση των δημοσίων υπηρεσιών . Είχαν χτιστεί ήδη τα ανάκτορα στην πλατεία Συντάγματος, το Νομισματοκοπείο , το Τυπογραφείο, οι βασιλικοί στάβλοι, το Πολιτικόν Νοσοκομείον , το Πανεπιστήμιο, το Αστεροσκοπειο, το Αρσάκειο, το Αρχαιολογικό Μουσείο και το Πολυτεχνείο, κατά μήκος του τότε …αγροτικού δρόμου που οδηγούσε στα Πατήσια και βέβαια το μεγαλόπρεπο Ζάππειο μέγαρο, κοντά στο Παναθηναϊκό στάδιο, χώρο όπου θα τελούνταν οι Αγώνες.
Είχαν χτιστεί επίσης πολλά ιδιωτικά μέγαρα, όπως της δουκίσσης Πλακεντίας ,του Σταθάτου και του Ψύχα στην Βασ. Σοφίας, το μέγαρο Μελά στην πλατεία Κοτζιά και πολλά άλλα που έχουν κατεδαφιστεί.
Στα τέλη του 18ου αιώνα, είχε αλλάξει ριζικά και ο τρόπος ζωής των Αθηναίων. Τις καμήλες και τα κάρα, είχαν αντικαταστήσει άμαξες με ίππους. Από το 1869, λειτουργούσε ο ατμοκίνητος σιδηρόδρομος Αθηνών-Πειραιά , τα ελαιοφάναρα είχαν αντικατασταθεί από ηλεκτρικά, το Φάληρο είχε αναδειχτεί σε παραθεριστικό θέρετρο και η Κηφισιά σε εξοχικό οικισμό με μεγαλόπρεπες βίλες των αστών της εποχής.
Όπως σημειώνει η αρχαιολόγος Αγγελική Κόκου «αι “Νέαι Αθήναι” του 1896 ήταν αναμφίβολα μία “αναγεννημένη” πόλη, αλλά πάντα αρμονικά δεμένη με τα αρχαία μνημεία και τα μεσαιωνικά και νεώτερα κατάλοιπα, που τα περισσότερα βρίσκονταν στο χώρο γύρω από την Ακρόπολη. Οι εργασίες που άρχισαν από τα πρώτα χρόνια της δημιουργίας του νέου κράτους για την αποκάλυψη και την ανάδειξη των αρχαιοτήτων είχαν αποδώσει πλούσιους καρπούς στα τέλη του αιώνα. Η Ακρόπολη, μετά την απομάκρυνση των μεσαιωνικών κτισμάτων από τον Παρθενώνα, τα Προπύλαια και το Ερέχθειο και μετά την αναστήλωση του ναού της Αθηνάς Νίκης, έδινε και πάλι την εικόνα του ιερότερου τόπου της Αθήνας. Τα ευρήματα από τις ανασκαφές, συγκεντρωμένα στο μικρό μουσείο που είχε χτιστεί στα 1865-1874 με σχέδια του Κάλκου στη νοτιοανατολική γωνία του βράχου, παρουσίαζαν στον επισκέπτη κορυφαίες δημιουργίες της ελληνικής τέχνης στα αρχαϊκά και κλασικά χρόνια».
Στην πνευματική ζωή, ήδη από το 1880, αναδεικνύεται μια νέα γενιά, λογοτεχνών και λόγιων που γύρω από το περιοδικό «Εστία» συντελούν στην πνευματική αναγέννηση του τόπου. Γ. Δροσίνης, Κ. Παλαμάς ήταν από τους πρώτους που εντάχθηκαν σε αυτό.
Στη δεκαετία του 1890-1900 ο Παλαμάς καθιερώνεται και η επίσημη αναγνώριση έρχεται με την ανάθεση σ’ αυτόν του ύμνου των Ολυμπιακών Αγώνων. Στα σαλόνια του ίδιου του Παλαμά, αλλά και της Ελένης Βλάχου, της Καλιρρόης Παρέν και του Γ. Σουρή, συχνάζουν ο Πολέμης, ο Προβελέγγιος, , ο Αγγ. Βλάχος, ο Μαλακάσης, ο Καρκαβίτσας, ο Νιρβάνας, ο Γρυπάρης και πολλοί άλλοι.
ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΕΣ
Η Αθήνα ξεκίνησε πυρετώδεις προετοιμασίες για να υποδεχτεί τους πρώτους Αγώνες, ύστερα από πολλούς αιώνες λησμονιάς. Οι Αγώνες θα γίνονταν στο Παναθηναϊκό στάδιο που είχε κατασκευαστεί επί Λυκούργου με λίθινα καθίσματα. (330). Ο Ηρώδης ο Αττικός, μεγάλωσε το στάδιο και το έντυσε με λευκό πεντελικό μάρμαρο δημιουργώντας ένα επιβλητικό έργο το οποίο οι σύγχρονοι του συγγραφείς, κατέταξαν στα θαύματα. Στο τέλος της ρωμαϊκής εποχής το στάδιο μετατράπηκε σε αρένα και μετά καταστράφηκε ενώ αφαιρέθηκαν τα περισσότερα μάρμαρα. Το αρχαίο στάδιο αποκαλύφθηκε το 1870 και η αναστήλωση του έγινε με βάση τα σχέδια του Τσίλλερ ενώ τα σχέδια για την αναμαρμάρωση έκανε ο Αν. Μεταξάς.
Τα χρήματα για την εκτέλεση του πολυδάπανου έργου πρόσφερε ο ομογενής από την Αίγυπτο Γεώργιος Αβέρωφ, άγαλμα του οποίου σε φυσικό μέγεθος υπάρχει στην είσοδο του σταδίου.
Η Επιτροπή των Ολυμπιακών Αγώνων στην οποία ήταν πρόεδρος ο διάδοχος Κωνσταντίνος, ανέθεσε στο Νικόλαο Γύζη να φιλοτεχνήσει το δίπλωμα των Αγώνων και εκείνος, αφού έκανε αρκετά σχέδια και μελέτες κατέληξε σε μια σύνθεση με τον Παρθενώνα, την Ελλάδα, την Άπτερο Νίκη, τη λαμπαδηδρομία κλπ.
Επίσης κόπηκαν αναμνηστικά μετάλλια και εκδόθηκαν σειρές γραμματοσήμων.
Η διοργάνωση των Αγώνων, έφερε στην Ελλάδα πολλούς επισκέπτες- ανθρώπους με οικονομική άνεση και πνευματικά ενδιαφέροντα που συνδύασαν την παρακολούθηση των Αγώνων με επισκέψεις στο μικρό τότε Αρχαιολογικό Μουσείο και στους αρχαιολογικούς χώρους που αποκαλύπτονταν ο ένας μετά τον άλλο.
ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ
Στην πρόσοψη του Σταδίου καθώς και γύρω από την περίφραξη είχαν στηθεί πανύψηλοι ιστοί με λάβαρα και θυρεούς ενώ στις εισόδους τοποθετήθηκαν αγάλματα αρχαίων αθλητών, μουσών και της θεάς Αθηνάς.
Η προσέλευση του κόσμου ήταν μεγάλη. Αμέσως μετά το μεσημέρι άρχισαν να φτάνουν στο στάδιο άνθρωποι κάθε ηλικίας και κάθε τάξης που κατέκλυσαν τις κερκίδες και τη γέφυρα μπροστά από το στάδιο. Στις 3.15 έφτασε στο στάδιο η βασιλική οικογένεια που βάδισε δια μέσου της κονίστρας για να φτάσει στο πέταλο του σταδίου όπου ήταν η θέση της. Ακολουθούσαν υπουργοί αξιωματούχοι κλπ.
Ο βασιλιάς Γεώργιος κήρυξε την έναρξη των Αγώνων και αμέσως μετά οι φιλαρμονικές Πατρών, Ζακύνθου, Λευκάδας , Λαυρίου και 150 χορωδοί απέδωσαν τον Ολυμπιακό Ύμνο που έγραψε ο Κωστής Παλαμάς και μελοποίησε ο αρχιμουσικός Σπ. Σαμαράς. Η εκτέλεση, προκάλεσε τέτοιο ενθουσιασμό στο κοινό που χειροκροτούσε και σφύριζε ζητώντας να τον ξαναπαίξουν.

