Σκόπελο αποτελεί για πολλούς μαθητές το μάθημα της Ιστορίας. Ακόμα και άριστοι μαθητές… σκοντάφτουν στην Ιστορία και αυτό τους στοιχίζει πολλά μόρια, όταν πρόκειται για υποψήφιους φοιτητές.

Εδώ και αρκετό καιρό το θέμα απασχολεί τους φιλολόγους. Όμως απασχολεί και τους μαθητές και τους γονείς τους όταν ανακοινώνονται τ’ αποτελέσματα των εξετάσεων, καθώς τα τελευταία χρόνια τα ποσοστά αποτυχίας είναι υψηλότερα.

Για το γεγονός αυτό μιλά ο φιλόλογος Μαρίνος Βλαχάκης τονίζοντας ότι τα αίτια δεν είναι επιφανειακά. Συγκεκριμένα, ο κ.Βλαχάκης αναφέρει τα παρακάτω:

«Όπως είχα αναφερθεί και σε παλιότερο σημείωμά μου στην εφημερίδα σας, θεωρώ τουλάχιστον υποκριτικό να ακούγονται φωνές έκπληξης και δυσαρέσκειας κάθε φορά που ανακοινώνονται οι βαθμολογίες των μαθητών στην Ιστορία τόσο της Β’ όσο και της Γ’ Λυκείου. Λέω, δε, υποκριτικό τόσο για τους αρμόδιους, όσο και για τα ίδια τα ΜΜΕ, που στο βωμό της επικαιρότητας, βρίσκουν θέμα για να καλύψουν με ενδιαφέρον την ύλη τους. Εξηγούμαι:

Για να μπορέσουμε πραγματικά να δούμε στο βάθος το πρόβλημα, πρέπει να προσεγγίσουμε συνολικά τη λειτουργία του εξεταστικού συστήματος, μέρος του οποίου είναι η εξέταση στο συγκεκριμένο μάθημα. Όπως είναι δηλαδή γνωστό, τόσο το αναλυτικό πρόγραμμα, όσο και τα εξεταζόμενα μαθήματα αποτελούν αποκλειστική αρμοδιότητα της Πολιτείας, η οποία έχει και την κύρια ευθύνη λειτουργίας και εφαρμογής τους. Αν σκεφτούμε, λοιπόν, τους διαδοχικούς πειραματισμούς στο εξεταστικό τα τελευταία χρόνια, θα διαπιστώσουμε ανάγλυφα τον πρόχειρο, αποσπασματικό, χωρίς μακροπρόθεσμη προοπτική σχεδιασμό του εκπαιδευτικού συστήματος, πάντα βέβαια, σε βάρος των μαθητών στους οποίους εφαρμόζεται.

Έτσι και φέτος- για να περιοριστούμε μόνο στην Ιστορία- είχαμε την έκδοση ενός βιβλίου στη Β’ Λυκείου με εξαιρετικά συμπυκνωμένη ύλη σε μια πάλι, όπως πέρσι, εκτεταμένη χρονική περίοδο. Ενώ δηλαδή την προηγούμενη χρονιά είχαν διδαχθεί δύο σχολικά βιβλία παλαιότερης συγγραφής, αυτά αντικαταστάθηκαν μ’ ένα καινούριο, που κατά την ταπεινή μου άποψη, έδωσε περισσότερη έμφαση στις εικόνες και στο χρώμα (παιδαγωγικό γαρ!) και λιγότερο στην ουσιαστική και σε βάθος προσπέλαση της ιστορικής ύλης.

Από την άλλη μεριά, στη Γ’ Λυκείου είχαμε τα ίδια ακριβώς σχολικά εγχειρίδια, ένα, της γενικής, που χρονολογείται από το 1983 και ένα της κατεύθυνσης από το 1999.

Αντιλαμβάνεστε, λοιπόν, ότι μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες είναι ιδιαίτερα δύσκολο να διδαχθεί το μάθημα σωστά, σε βάθος, έτσι ώστε να μπορεί και να αξιολογηθεί και σωστά. Παράλληλα, στις φετινές εξετάσεις το ενδιαφέρον ήταν ότι δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στις πηγές, πράγμα που οπωσδήποτε δυσκόλεψε τους μαθητές, για τους λόγους που έχω ήδη προαναφέρει. Έτσι, δεν είναι καθόλου απροσδόκητη η εικόνα των φετινών αποτελεσμάτων και τίποτε δε δείχνει ότι θ’ αλλάξουν ριζικά τα πράγματα στο εγγύς μέλλον.

Με άλλα λόγια οι μαθητές ευθύνονται κατά το ποσοστό τους λιγότερο σ’ αυτή την αποκαρδιωτική εικόνα. Για να μπορέσει κάποιος να συγκεντρώσει υψηλή βαθμολογία χρειάζεται ν’ αποσυνδέσει στο μυαλό του ότι η «παπαγαλία» είναι ο καλύτερος δρόμος. Απαιτείται προσοχή και σε βάθος κατανόηση, καλά ελληνικά για να μπορεί να διατυπώσει τη σκέψη του σωστά, κυρίως στα θέματα των ιστορικών πηγών.

Παράλληλα, παρά τα αντιθέτως θρυλούμενα, η Ιστορία θέλει συνεχή και επιμελή προσπάθεια όλη τη χρονιά για να δώσει τους βαθμολογικούς της καρπούς στο τέλος. Οι απόψεις ότι είναι μόνο «θέμα διαβάσματος» έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί μετά την εισαγωγή των ιστορικών πηγών στις οποίες ο μαθητής πρέπει ν’ ανταποκριθεί με επιτυχία, έτσι ώστε να διακριθεί ο μέσος από τον άριστο.

Άφησα τελευταία την παράμετρο του ενδιαφέροντος των μαθητών για το συγκεκριμένο μάθημα. Η αλήθεια είναι ότι οι πιο πολλοί το βρίσκουν ενδιαφέρον, αλλά αντιδρούν στον τρόπο εξέτασής του. Χρειάζεται όμως γενικότερος αναπροσανατολισμός του αναλυτικού προγράμματος μέσω του οποίου, μαζί με τη γενικότερη αναβάθμιση των ανθρωπιστικών σπουδών, το μάθημα της Ιστορίας θα βρει τη θέση που του αξίζει. Ανθρωπιστικές σπουδές που εμείς εξακολουθούμε να τις θεωρούμε απολύτως αναγκαίες σε πείσμα των τεχνοκρατικών αντιλήψεων της εποχής μας. Τελειώνοντας θέλω να ευχηθώ σε όλους τους μαθητές τα καλύτερα αποτελέσματα και να τους τονίσω ότι οφείλουν να κοιτούν με αισιοδοξία το μέλλον που είναι, πραγματικά, δικό τους».