Ο 19χρονος τότε οδηγός του μηχανακιού υποστήριξε ότι οι αστυνομικοί της ΔΙΑΣ δεν του έκαναν σήμα. Αντιλήφθηκε την παρουσία τους στην παραλιακή, στο ύψος του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας. Η μία μηχανή των αστυνομικών ήρθε, όπως είπε, δίπλα του και ο ένας εκ των δύο τον κοίταξε και του είπε φωνάζοντας: «Σταμάτα π…ς γιε».

Ο νεαρός υποστήριξε ότι φοβήθηκε να σταματήσει και ανέπτυξε ταχύτητα περίπου 80 χιλιομέτρων με τη μηχανή της ΔΙΑΣ να τους καταδιώκει σε παράλληλη πορεία. «Με ακολουθούσε δίπλα-δίπλα. Ήταν σχεδόν σαν να με ακουμπούσε».

Ως προς το επίμαχο σημείο, κατέθεσε: «Λίγο πριν τελειώσει η αριστερή στροφή, είδα να τεντώνει το πόδι και να χτυπάει το μηχανάκι. Έχασα τον έλεγχο, προσπάθησα να το επαναφέρω, δεν τα κατάφερα».

Στις αλλεπάλληλες ερωτήσεις της έδρας πώς είναι τόσο σίγουρος για το πόδι και πώς το είδε υπό την πίεση των συγκεκριμένων συνθηκών, ο νεαρός απάντησε: «Τον είδα τον αστυνομικό. Μόνο του έφυγε το μηχανάκι· «πέταξε;».

Αρνητικός ήταν και στην ερώτηση της προέδρου μήπως έχασε τον έλεγχο από το άγχος, τη μεγάλη ταχύτητα και το γεγονός ότι το μηχανάκι είχε «πειραχτεί» (είχε άλλο τιμόνι και διαφορετικών διαμέτρων ελαστικά).

Ο δεύτερος τραυματίας, ο οποίος τότε ήταν 15,5 ετών, από το ατύχημα και για μεγάλο χρονικό διάστημα διαγράφηκε η μνήμη του, όπως είπε. «Αυτή η ιστορία με έχει πάει πολύ πίσω στη ζωή μου. Σαν να άλλαξε ο εγκέφαλός μου, έγινα άλλος άνθρωπος. Έχω συχνά πονοκεφάλους, έχω πρόβλημα με τη μνήμη μου και το δεξί μου χέρι δεν μπορώ να το σφίξω και να το χρησιμοποιήσω όπως πριν. Για την επίμαχη ημέρα, μου είναι άγνωστο αν φοβήθηκα ή αν δεν φοβήθηκα. Δεν θυμάμαι τίποτα» είπε.

Συγκινητική ήταν και η κατάθεση της μητέρας του, η οποία φορτισμένη συναισθηματικά περιέγραψε τις δυσκολίες που πέρασαν. Όπως είπε οι γιατροί της ξεκαθάρισαν ότι ο γιος της θα ζούσε μόνο από θαύμα και ήδη την προετοίμαζαν για το ενδεχόμενο της δωρεάς οργάνων. Η μητέρα εξέφρασε την πεποίθηση της ότι ο τραυματισμός των παιδιών προκλήθηκε από υπαιτιότητα των αστυνομικών και επικαλέστηκε μεταξύ άλλων την μαρτυρία της αυτόπτου μάρτυρος αλλά και την συμπεριφορά του 19χρονου οδηγού όταν «ξύπνησε» στην νευροχειρουργική. «Ξύπνησε, έκλαιγε και κλωτσούσε χαρακτηριστικά το πόδι του. Αυτό το καταθέτω ενόρκως και ήταν μπροστά πολλοί μάρτυρες». Υποστήριξε ακόμα ότι αυτή η τακτική είναι συνήθης από δικυκλιστές αστυνομικούς και εξέφρασε την εκτίμηση ότι έπαιζαν το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι για να «σπάσουν» τον τσαμπουκά των νεαρών. Χαρακτήρισε την αυτόπτη μάρτυρα «ένα 20χρονο θαρραλέο κορίτσι που τόλμησε να κάνει αυτό που δεν έκαναν άλλοι από φόβο».

Κατά την εξέταση της μάρτυρος ο εισαγγελέας σχολίασε με δηκτικό τρόπο δημοσιεύματα της περιόδου εκείνης, τα οποία δίκασαν και καταδίκασαν στην κοινή γνώμη τους δύο αστυνομικούς, τους «σταύρωσαν» όπως είπε επί λέξει, ενδεχομένως και από συναδελφική αλληλεγγύη στη δημοσιογράφο μητέρα του ενός τραυματία. Η ίδια τρέμοντας σύγκορμη τόνισε ότι ουδέποτε υπέδειξε ή ήρθε σε συνεννόηση με συνάδελφο της για τα γραφόμενα, καθώς το μόνο που την ένοιαζε ήταν η ζωή του παιδιού της.

Η δίκη συνεχίζεται στις 30 Ιουνίου. Με ενδιαφέρον αναμένονται οι καταθέσεις των ειδικών πραγματογνωμόνων Γιώργου Καλαφατά και Παναγιώτη Μαδιά εκ μέρους της πολιτικής αγωγής και της υπεράσπισης αντίστοιχα.