«Οι Σάββας και Νικολάι με οξύ και βίαιο τρόπο σκότωσαν το παιδί. Η Άννυ πήγε από αιχμηρό αντικείμενο, το αίμα του παιδιού διασκορπίστηκε στο σπίτι. Αφού το σκότωσαν, κατέστρωσαν το σχέδιό τους με νηφαλιότητα και παγερή σκέψη.

Το σχεδίασαν και το εκτέλεσαν από κοινού. Στόχο είχαν όχι την εξαφάνιση της Άννυ, αλλά του τρόπου με τον οποίο πέθανε το παιδί, ώστε ακόμα και η πιθανότητα ανεύρεσης του πτώματος να μην μπορεί να δείξει τον τρόπο θανάτου.

Ο λόγος που το σπίτι έγινε σφαγείο είναι να αποκρυβεί πώς πέθανε η Άννυ» είπε η εισαγγελέας στην αγόρευσή της.

Η μητέρα της Άννυ στο μεγαλύτερο μέρος της εισαγγελικής αγόρευσης έμεινε έξω από τη δικαστική αίθουσα καθώς δεν άντεχε να ακούσει τις λεπτομέρειες του τεμαχισμού στις οποίες αναφέρθαηκε η εισαγγελέας. Για πρώτη φορά μέσα στη δικαστική αίθουσα διαβάστηκε χθες η απολογία του πατέρα της μικρής στην οποία περιγράφει λεπτό προς λεπτό πώς τεμάχιζε το παιδί για περίπου τρία 24ωρα. «Οι περιγραφές ξεπερνούν τα όρια της βαρβαρότητας. Αν θέλει η κατηγορούμενη (σ.σ. μητέρα της Άννυ) να αποχωρήσει εγώ θα τα πω...θα τα πω», είπε η κ. Δημητριάδου λίγο πριν ξεκινήσει, με σπασμένη τη φωνή, την αφήγηση της φρίκης.

«Ως αιτιολογία του τεμαχισμού παρουσίασε πως δεν ήθελε μπλεξίματα με την αστυνομία, φοβόταν τη Δημητρίνα και έπρεπε να εξαφανιστεί το πτώμα του παιδιού. Αστειότητες».

Η εισαγγελέας έκανε λόγο για αδίστακτους δράστες και μίλησε για μια φρικιαστική υπόθεση, μοναδική στα παγκόσμια χρονικά.

«Ο Σάββας ενήργησε με πλήρη διαύγεια, μεθοδικότητα και αποφασιστικότητα.

Είναι αμετανόητος, χωρίς ίχνος συναισθήματος, παγερός και ψυχρός. Το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι να αποφύγει το κακούργημα της ανθρωποκτονίας, καθώς ο τεμαχισμός -περιύβριση νεκρού- δεν έχει ποινική συνέπεια παρά μόνο φυλάκιση 2 ετών», είπε και συμπλήρωσε: "Δεν είχε συγκεκριμένο σεξουαλικό προσανατολισμό, του ήταν αδιάφορο αρκεί να τον συντηρούσε ο σύντροφος του ακόμη και εκπορνευόμενος και ήταν περιστασιακός χρήστης (...)».

Στη συνέχεια η εισαγγελέας απευθυνόμενη στο δικαστήριο αναφέρθηκε στην «χαρακτηριστική απάθεια» με την οποία όλες αυτές τις ημέρες ο Νικολάι παρακολουθεί τη διαδικασία.

«Ο Νικολάι είναι ένας ψυχρός, παγερός άνθρωπος, χωρίς συναισθήματα, αδίστακτος.

Με λυσσαλέες προσπάθειες επεχείρησε να αποσυνδέσει την παρουσία του στο χώρο του υπόγειου. Αλλά και ο Σάββας προσπάθησε να αποσυνδέσει την παρουσία του Νικολάι. Δεν ειδοποίησε καμία αρχή και έφυγε από την Αθήνα, την "κακιά Ελλάδα" και νόμιζε ότι ξέφυγε. Όμως κάτι του ξέφυγε και το είπε και βρέθηκε στο μάτι του κυκλώνα».