Θύελλα αντιδράσεων έχει πυροδοτήσει η απόφαση της τοπικής Εφορείας Αρχαιοτήτων να προχωρήσει στην απευθείας ανάθεση έργου σε αρχαιολόγο που αφορά την αποκατάσταση και συντήρηση του ενετικού φρουρίου Κούλε. Τόσο ο Πανελλήνιος Σύλλογος Εκτάκτων Αρχαιολόγων όσο και το τοπικό παράρτημα που λειτουργεί σε επίπεδο Κρήτης έχουν ξεσηκωθεί και ζητούν από την αρμόδια Εφορεία να γίνει ανάκληση της όλης διαδικασίας που, όπως καταγγέλλουν είναι μια επικίνδυνη εξέλιξη αφενός για το εργασιακό καθεστώς των αρχαιολόγων, αφετέρου για τον τρόπο λειτουργίας της ίδιας της υπηρεσίας, ξεκαθαρίζοντας ότι η κρίσιμη υπόθεση της ανάδειξης της πολιτισμικής μας κληρονομιάς δεν αποτελεί και δεν επιτρέπεται να αντιμετωπίζεται ως αντικείμενο εργολαβίας.

Οι αρχαιολόγοι στρέφονται ευθέως κατά της πολιτικής χάραξης του Υπουργείου Πολιτισμού το οποίο έδωσε την επιλογή στην τοπική Εφορεία να προχωρήσει στην ανάθεση έργου μέσα από αυτή τη διαδρομή που όπως τονίζουν θα αποτελέσει τον δούρειο ίππο για την υποβάθμιση του τρόπου λειτουργίας της ίδιας της υπηρεσίας και αλλά και του επαγγέλματος του αρχαιολόγου. Όπως εξηγούν με τη διαδικασία αυτή ανοίγει η κερκόπορτα για να εμφανιστούν εργολαβικές εταιρείες και να διεκδικούν την υλοποίηση αρχαιολογικών εργασιών κάτι που αν συμβεί είναι φανερό ότι δημιουργούνται συνθήκες για τον ευτελισμό του αντικείμενου της εργασίας των αρχαιολόγων και παράλληλα ανοίγει ο δρόμος για την οικονομική τους εξαθλίωση.

Όπως χαρακτηριστικά τονίζεται στην έγγραφη παρέμβαση του Πανελήνιου Συλλόγου Εκτάκτων Αρχαιολόγων προς την τοπική Εφορεία Αρχαιοτήτων “οφείλουμε να σας επισημάνουμε πως η αρχαιολογική εργασία έχει επιστημονικό χαρακτήρα και δεν μπορεί να παραδίδεται ως έργο και κατ' αποκοπή. Οι αρχαιολόγοι δεν είναι εργολάβοι αλλά εργάζονται ως μισθωτοί υπάλληλοι με σύμβαση εξαρτημένης σχέσης εργασίας, με το ωράριο και τους κανονισμούς της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, πραγματοποιώντας την ίδια εργασία με το μόνιμο προσωπικό της. Αντικείμενο της εργασίας του αρχαιολόγου αποτελεί η προστασία και η ανάδειξη της πολιτισμικής κληρονομιάς, η οποία δεν αποτελεί και δεν επιτρέπεται να αντιμετωπίζεται ως αντικείμενο εργολαβίας. Προσλαμβάνονται με τη σύμφωνη γνώμη της τοπικής Εφορείας Αρχαιοτήτων, από την οποία και εποπτεύονται και στην οποία αναφέρονται, όπως ορίζει η νομοθεσία, η οποία και καταστρατηγείται με τη σύναψη συμβάσεων έργου.

Ο Σ.ΕΚ.Α. καταδικάζει τις παραπάνω ενέργειες και πρακτικές των υπευθύνων της Ε.Φ.Α. Ηρακλείου, οι οποίες καταπατούν τα εργασιακά δικαιώματα της ειδικότητας των ΠΕ Αρχαιολόγων, ευτέλιζουν το αντικείμενο της εργασίας τους και ανοίγουν το δρόμο για την οικονομική εξαθλίωση τους. Οι υπεύθυνοι της Ε.Φ.Α. Ηρακλείου εκπροσωπούν το Κράτος και θα πρέπει να τηρούν του νόμους, όπως αυτοί ορίζονται και όχι κατά το δοκούν. Ο Σύλλογος θα καταφύγει σε όλα τα νόμιμα μέσα για την αναστολή της απόφασης της Ε.Φ.Α. και θα κινηθεί νομικά εναντίον όσων καταπατούν τα δικαιώματα των μελών του”.

Την ίδια στιγμή η τοπική Εφορεία Αρχαιοτήτων απαντά ότι ουσιαστικά εξωθήθηκε σε μια τέτοια επιλογή επειδή η παράταση που δόθηκε στο έργο αποκατάστασης του ενετικού φρουρίου μέχρι 30/6/16, δεν έγινε με τη διαδικασία του έργου- γέφυρας αλλά με την άντληση των αδιάθετων υπολοίπων της ΣΑΕ του έργου, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι η ασφυκτική πίεση χρόνου δεν άφηνε εναλλακτική λύση.

Λόγω του περιορισμένου υπολειπόμενου χρόνου για την έγκαιρη απορρόφηση των διαθέσιμων πιστώσεων μέχρι 30/6/16 (και μετά από υπόδειξη της ΕΥΤΟΠ κατά τη διαδικασία έγκρισης του πίνακα δαπανών) για όλες τις υπολειπόμενες εργασίες που αφορούσαν παροχή έργου ακολουθήθηκε η διαδικασία της απευθείας ανάθεσης.