Τι... βλέπουν τα γυάλινα μάτια των ψαριών;
Τα γυάλινα μάτια των ψαριών δε βλέπουν, μονάχα κοιτούν. Έχουν τη νέκρα της παραίτησης μέσα τους, μα δεν το νιώθουν, γιατί η μνήμη τους είναι κοντή. Απωθούν οτιδήποτε μπορεί να τους θυμίζει πόνο.
Πώς γράφετε ένα ποίημα, ποια είναι συνήθως η διαδικασία;
Δεν υπάρχει καμία διαδικασία. Είναι περισσότερο μια προσπάθεια να αιχμαλωτίσω με λέξεις την εικόνα που γεννιέται μέσα μου. Ποτέ δεν ξέρω πού θα με βγάλει αυτό που γράφω. Είναι σαν να έχω ανάγκη τη γραφή για να δω, σαν να ανεβαίνω ένα βουνό με κορφές πολλές και κάθε κορφή που κατακτώ κρύβει πίσω της και μια άλλη που μου υπόσχεται τον ουρανό κι ο ουρανός αχνοφέγγει από πίσω σαν μια υπόσχεση. Και κάθε φορά αναζητώ αυτήν την υπόσχεση, αυτό το πέταγμα. Και κάθε φορά μένω με την αίσθηση του ανικανοποίητου, την αίσθηση ότι και πάλι δε μίλησα την πέτρα που έχω μέσα μου.
«Η ποίηση ανήκει σʼ αυτούς που την έχουν ανάγκη κι όχι σε όσους την γράφουν», λέει ο Ταχυδρόμος στην ομώνυμη ταινία. Σήμερα ανατρέχουμε στην ποίηση, την έχουμε ανάγκη;
Μα όσοι τη γράφουν την έχουν περισσότερη ανάγκη. Και ειδικά σε εποχές, όπως η δική μας, ανελέητης ξηρασίας, η ποίηση προσφέρει πυλώνες δροσιάς. Δε σας κρύβω βέβαια πως περνάω περιόδους που νιώθω πόσο τυφλός είναι ο άνθρωπος, όταν βαυκαλίζεται πως μάχεται με το γράψιμο ενάντια στο μάταιο των πραγμάτων. Μα την έχω ανάγκη, τελικά, αυτήν τη διαφυγή που μου δίνει το γράψιμο κι έτσι συνεχίζω, σαν τον τυφλό που δε θέλει να δει την τύφλα του.
Ποιος θεωρείτε ότι είναι ο ρόλος του ποιητή σήμερα;
Να αρνείται οποιαδήποτε ενσάρκωση ρόλων. Να σκάβει με όπλο του τη γλώσσα μέσα στο μυαλό, το δικό του πρώτα να βρει νερό κι έπειτα, αν νιώσει μέσα του βαθιά πως υγραίνεται ακόμη, πως έχει κάτι να δώσει, να το προσφέρει και στους άλλους. Χωρίς όμως να εκβιάζει την προσοχή τους, με λεκτικούς ή άλλους εντυπωσιασμούς.
Ποιες είναι οι επιρροές σας τόσο από την ελληνική όσο και από την ξένη ποίηση;
Δεν ξέρω αν μπορώ να απαντήσω εγώ σʼ αυτήν την ερώτηση. Μπορώ να μιλήσω για ποιητές που νιώθω κοντά μου. Ο Φερνάντο Πεσσόα είναι ο ένας και ο Γιώργος Χειμωνάς ο άλλος. Και βέβαια πάνω από όλους στέκει ο Όμηρος και οι τραγικοί ποιητές.
Ως φιλόλογος θεωρείτε ότι διδάσκεται η ποίηση;
Η ποίηση δε διδάσκεται όπως η γραμματική ή το συντακτικό. Κάποιες φορές μπορεί ένας φιλόλογος με τη διδασκαλία του να σκοτώσει την ψυχή του ποιήματος. Όταν τεμαχίζει το ποίημα σε ενότητες και ζητά από τους μαθητές του να βρουν παρομοιώσεις και μεταφορές και εικόνες, σχήματα λόγου και να τα παραθέσουν μηχανικά στο χαρτί. Μα η ποίηση είναι κάτι τόσο άυλο που δεν μπαίνει σε καλούπια. Είναι η προσπάθεια της γλώσσας να σπάσει τα ίδια τα δεσμά της, να αντισταθεί σε κανόνες γραμματικής και συντακτικού, να πάει πέρα από αυτά. Να σπάσει τη λέξη. Είχα γράψει κάπου πως αποστολή της παιδείας σε μια άνυδρη εποχή είναι να φτιάχνει ανθρώπους εκπαιδευμένους που να νιώθουν τη δίψα τους. Εδώ έρχεται ο φωτισμένος δάσκαλος που είναι ερωτευμένος με τις λέξεις και αυτόν τον έρωτα προσπαθεί να μεταγγίσει στον μαθητή. Τον έρωτα για την ποίηση. Μόνο ερωτευμένοι με τις λέξεις άνθρωποι θα έπρεπε να διδάσκουν ποίηση.
Υπάρχει κάτι που σας είπαν οι μαθητές σας σχετικά με την ποίηση που να σας εξέπληξε;
Θυμάμαι ακόμη μια μαθήτριά μου σε Λύκειο της επαρχίας. Κάθε φορά που διαβάζαμε ποιήματα στην τάξη, με κοίταζε με τα μάτια μισόκλειστα και έκανε τις πιο αναπάντεχες παρατηρήσεις, διατυπωμένες με έναν αιρετικό τρόπο. Δε θυμάμαι το όνομά της πια. Πιστεύω ωστόσο πως έγραφε ποιήματα.
Ποιοι στίχοι δικοί σας ή όχι, πιστεύετε ότι αντικατοπτρίζουν αυτό που σήμερα είναι η ελληνική πραγματικότητα;
“Αγωνία να μη βρίσκεις λέξεις να καρφώσεις το βλέμμα των ομοιωμάτων. Σε περιστοιχίζουν κεφαλές κομμένες δίχως αίμα”. Από το ποίημα Άξαφνος, στην ποιητική συλλογή «Τα γυάλινα μάτια των ψαριών» (εκδόσεις Vakxikon.gr 2016).

