
Μας άνοιξαν τα σπίτια και τις καρδιές τους και μίλησαν στην “Π” για τις κακουχίες, τον ξεριζωμό και τα όνειρά τους
Της Ευαγγελίας Καρεκλάκη
Μας άνοιξαν τα φτωχικά τους σπίτια και τις καρδιές τους. Μοιράστηκαν μαζί μας τις αναμνήσεις τους, τις φοβίες τους, τα όνειρά τους αλλά και την ευγνωμοσύνη τους για τους Έλληνες. Είναι οικογένειες προσφύγων από τη Συρία, οι οποίες βρήκαν «απάνεμο λιμάνι» στην Κρήτη, μακρυά από τον όλεθρο και την καταστροφή της πατρίδας τους. Κάποιες οικογένειες ήρθαν στην Κρήτη προσωρινά μέχρι να φτιάξουν τα απαραίτητα νομιμοποιητικά έγγραφα για να συνεχίσουν το ταξίδι, άλλες που μέλη τους χρειάζονται νοσηλεία για κάποιο χρονικό διάστημα ώστε να μπορέσουν να ταξιδέψουν ξανά αλλά και οικογένειες που επιλέγουν να εγκατασταθούν μόνιμα στο νησί επειδή «η Κρήτη έχει πολλά κοινά με την πατρίδα και νιώθουν ασφαλείς».
Αφετηρία τους η εμπόλεμη Συρία, προορισμός κάθε γη στην οποία θα μπορέσουν να ζήσουν αξιοπρεπώς οι ίδιοι και τα παιδιά τους. Η διαδρομή τους κοινή με μικρές παραλλαγές: ατελείωτο περπάτημα μέρες και νύχτες σε δύσβατα και χιονισμένα βουνά. Μοναδική παρηγοριά, όπως περιγράφουν, τα άστρα του ουρανού. Και έπειτα στις βάρκες για να περάσουν το Αιγαίο.
«Ελάτε να δείτε μόνοι σας πώς ζουν οι πρόσφυγες που έχουν έρθει από τη Συρία. Να τους γνωρίσετε μέσα στα σπίτια τους, να δείτε τι άνθρωποι είναι» μας προέτρεψε η εκπαιδευτικός Αθηνά Ανδριώτη, από την Πρωτοβουλία για τους Πρόσφυγες και τους Μετανάστες Ηρακλείου.
Ο μικρός κήπος και ο ξανθός… σίφουνας
Το σπίτι είναι μικρό και εμφανώς παλιό. Στον περίβολο υπάρχει ένα κηπούλι με λουλούδια στηριγμένα με σιδερόβεργες. Η Ρασίλντα μας υποδέχεται εγκάρδια. Περιμένει από μέρα σε μέρα να φέρει στον κόσμο τον δεύτερο γιο της. Μας οδηγεί στην κουζίνα. Για να μας τιμήσει, ετοιμάζει παραδοσιακό γλυκό Κιουναφέ και σπιτική λεμονάδα. Στην πατρίδα της ήταν δασκάλα. Χαίρεται πολύ που την επισκέφθηκαν Έλληνες. Η Ρασίλντα δείχνει να αγαπάει την Κρήτη. «Εδώ θα μείνω μέχρι να τελειώσει ο πόλεμος στη Συρία. Τότε θα γυρίσουμε. Εδώ οι άνθρωποι και το μέρος μοιάζουν πολύ με την πατρίδα. Το κλίμα, οι δρόμοι... Έχετε ελιές που έχουμε και εμείς! Στην Κρήτη νιώθω πιο κοντά στην πατρίδα».
Λίγα λεπτά αργότερα στο σπίτι εισβάλλει ένας μικρός ξανθός «σίφουνας». Είναι ο Χασούνης (μικρός Χουσεΐν) ή Χασουνάκης, όπως τον φωνάζουν οι φίλοι της οικογένειας στην Κρήτη. Μόλις επέστρεψε με τον Αμπντούλ, τον πατέρα του, από μία μικρή βόλτα.
Ο φόβος των αεροπλάνων
Ο Αμπτνούλ είναι 31 ετών και στην Συρία είχε σπουδάσει δικηγόρος. Μας καλοσωρίζει και μας προσκαλεί στον κυρίως χώρο του σπιτιού. Βγάζουμε τα παπούτσια και καθόμαστε στο χαλί. Ο Χασούνης μας «βολιδοσκοπεί» από απόσταση. Παρακολουθεί στο δορυφορικό κανάλι συριακά παιδικά τραγούδια. Πού και πού μας ρίχνει «κλεφτές» ματιές.
Ο Αμπντούλ ζει στην Κρήτη αρκετά χρόνια. Την Ρασίλντα την έφερε πρόσφατα λόγω των γεγονότων. Τους πρώτους μήνες η 29χρονη δασκάλα καρδιοχτυπούσε κάθε φορά που άκουγε να πετάει αεροπλάνο. «Αυτό συμβαίνει με όλους που έρχονται εδώ. Ακούν αεροπλάνα και τρέμουν» μας εξηγεί ο Αμπντούλ.
Για τους πρόσφυγες της πατρίδας αποτελεί σημείο αναφοράς. Παρά το γεγονός ότι και ο ίδιος τα φέρνει δύσκολα, προσφέρει αγόγγυστα βοήθεια σε όσους χτυπήσουν την πόρτα του μέχρι να βρουν το δρόμο τους για την Ευρώπη.
“Να σπουδάσουμε τα παιδιά μας”
Ο πατέρας του και τα αδέλφια του έφυγαν και ζουν στην Ολλανδία, παλεύοντας και αυτοί να κλείσουν τις πληγές τους από τις εικόνες φρίκης και καταστροφής που έχουν βιώσει. Πίσω, στην σφυροκοπημένη από βομβαρδισμούς πόλη του Ιντλέπ παραμένει η μητέρα του. Θέλει να την φέρει και εκείνη στην Ελλάδα. Στενοί του συγγενείς σκοτώθηκαν από βόμβα. Το βίντεο στο κινητό του τηλέφωνο είναι τόσο σοκαριστικό που δεν αντέχεται. «Δεν είναι το όνειρό μου να βάφω σπίτια. Και εγώ και η Ρασίλντα διαβάζαμε χρόνια για να σπουδάσουμε. Αυτό που θέλουμε είναι τα παιδιά μας να έχουν καλύτερη τύχη, να μορφωθούν, να σπουδάσουν».
“Έτρωγα χόρτα για να ζήσω”
Όσο μιλάμε, χτυπάει η πόρτα. Είναι ο Χουσάν με την σύζυγο του. Μία γλυκύτατη και σεμνή κοπέλα με παραδοσιακή μαντίλα. Κρατάει γλυκίσματα που έφτιαξε για να μας προσφέρει. Στην χώρα της ήταν διοικητική υπάλληλος στην εκπαίδευση. Κουβεντιάζει με την Ρασίλντα και της χαϊδεύει την κοιλιά. Με την βοήθεια της οικοδέσποινας, γίνονται οι απαραίτητες συστάσεις. Ο Χουσάν αναπολεί τις όμορφες ημέρες στην πατρίδα. Τότε, που όπως λέει, Μουσουλμάνοι και Χριστιανοί συνυπήρχαν ειρηνικά στις ίδιες γειτονιές. «Μακάρι να τελειώσει ο πόλεμος, να ηρεμήσουμε και να ξαναχτίσουμε την πατρίδα μας. Και τότε να έρθετε να σας φιλοξενήσουμε και να σας φιλέψουμε όπως κάνετε εσείς στην Κρήτη».
Η συντροφιά μεγαλώνει με τον Μπατρεντίν, τον Βασίλη, όπως τον φωνάζουν στην Κρήτη. Πλήρωσε κάτι λιγότερο από 20.000 ευρώ για να φέρει με περιπετειώδη τρόπο την σύζυγο του και τα τρία τους παιδιά στην Ελλάδα. Εκείνος είχε πάρει πολύ νωρίτερα το δρόμο του ξεριζωμού. «Για 17 ημέρες έβλεπα μόνο βουνά και χιόνια. Έτρωγα χόρτα για να ζήσω». Στο χωριό του, κοντά στο Χαλέπι, στα σύνορα με την Τουρκία, ήταν επιπλοποιός, όπως και ο πατέρας του και ο παππούς του. «Εγώ είμαι αγράμματος. Ούτε αραβικά ξέρω, ούτε ελληνικά. Ορφάνεψα από 9 ετών και έπρεπε να δουλέψω για να ζήσω τα αδέλφια μου. Τα παιδιά μου όμως θέλω να σπουδάσουν». Μιλάει με καμάρι για την μεγάλη του κόρη, η οποία είναι άριστη μαθήτρια και καλό παιδί. Το τέταρτο παιδί της οικογένειας γεννήθηκε στην Κρήτη. Πιστεύει ότι ο πόλεμος δεν θα σταματήσει, γιʼ αυτό έχει αποφασίσει να μείνει μόνιμα εδώ και τα παιδιά του να πάρουν ελληνική ιθαγένεια. Νιώθει ευγνωμοσύνη για τον Ελληνικό λαό που τους συμπαραστέκεται με αλληλεγγύη.
Επανένωση οικογενειών
Συγκινητική είναι η ιστορία και ενός ακόμα πρόσφυγα από την Συρία, ο οποίος δούλευε παλιότερα ως ελαιοχρωματιστής στην Ελλάδα. Τους τελευταίους μήνες γύρισε πίσω εξαιτίας του πολέμου. Θέλει να φέρει στην Ελλάδα τα παιδιά του και τη γυναίκα του με το πρόγραμμα της επανένωσης οικογενειών. Προς το παρόν φτιάχνει με λιγοστούς οικονομικούς πόρους ένα σπίτι που του έχουν παραχωρήσει δωρεάν για να μείνουν μόλις έρθουν. Φοβάται και αγωνιά καθημερινά.
Τις τελευταίες ημέρες στην Κρήτη έφθασε μία ακόμα τετραμελής οικογένεια από τον πόλεμο της Συρίας. Νιώθουν ακόμα χαμένοι, φοβισμένοι και προσπαθούν να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες με τον Αμπντούλ και την Αθηνά να βοηθούν όσο μπορούν για να απαλύνουν τον πόνο τους.

