-Πώς φαίνονται στους δικούς σου όλα αυτά που γράφεις, τι σου λένε;

“Όποιος πέφτει στα ποιήματα απομακρύνεται από τη βιολογική του οικογένεια γιατί ένα μέρος της ψυχής του το αναθρέφουν οι πέτρες και τα χόρτα. Έτσι έχουμε τη μαμά – στοιχειό, δίπλα στην οποία κουρνιάζεις και γράφεις και τη μαμά – μαμά, που σε ρωτάει αν έχεις πονοκέφαλο κι αν μπήκαν νερά στο σπίτι τώρα που έβρεξε. Εγώ διάβαζα για χρόνια ό,τι έγραφα στη μάνα μου. Προτιμώ όμως να μην πω τι μου λένε οι γονείς μου. Είναι προσωπικό μας. Πάντως δεν μου λένε τίποτα άσχημο. Κι όταν λένε, είναι μόνο για να γελάσουμε”.

-Ποιες είναι οι ποιο ωραίες αναμνήσεις από τη ζωή σου στην Κρήτη;

“Έζησα στην Κρήτη όλη τη νεότητά μου. Εκεί ονειρεύτηκα. Την ηλικία των μη ονείρων δεν την πέρασα στην Κρήτη. Κι αυτό εξωραΐζει όλες μου τις αναμνήσεις. Ό,τι έζησες νέος ομορφαίνει όταν το θυμάσαι”.

“Να γράψω θέλω,

όχι να ευτυχήσω”

-Πότε αισθάνεσαι αληθινά ευτυχισμένη;

“Ποτέ. Να γράψω καλά θέλω, όχι να ευτυχήσω.

Δεν ήρθε η ευτυχία κι εγώ της είπα – φύγε και να μη σε ξαναδώ μπροστά μου! Είναι μια χίμαιρα η ευτυχία που την κυνηγάς. Εγώ επέλεξα να κυνηγήσω άλλη χίμαιρα. Υπάρχει τόσος θάνατος, μου φαίνεται ύβρις να μιλάμε για ευτυχία”.

- Εκτός από το να γράφεις,υπάρχει κάτι άλλο που θα σου άρεσε να κάνεις;

“Νομίζω όχι. Δεν αντέχει πια ο ψυχισμός μου διαταγές και αναγκαστικές τριβές με τους άλλους. Πέρασα από μπαρ, βιβλιοθήκες, καράβια, εισόδους μαγαζιών και συνέλεξα αρκετές σκηνές βίας ώστε να μη θέλω πια. Στον καιρό τους με δίδαξαν να μη φοβάμαι και να μη θαμπώνομαι. Ήταν χρήσιμες. Αλλά ο καιρός τους έχει περάσει πια”.