Από την εισαγγελική έρευνα προέκυψε ότι:

α) στην ανωτέρω ΜΚΟ, που αποτελεί μη κρατική οντότητα δόθηκε παρανόμως χρηματοδότηση από τις πιστώσεις του ΥΠΕΞ που προορίζονται για την κάλυψη δαπανών βοήθειας προς ξένες χώρες δηλαδή προς αλλοδαπές κρατικές οντότητες λόγω θεομηνιών, πολεμικών, πολιτικών και άλλων γεγονότων, για τη χρηματοδότηση δήθεν δράσεων στο πλαίσιο του Συμφώνου Σταθερότητας για τη Νοτιανατολική Ευρώπη,

β) η χρηματοδότηση δόθηκε χωρίς να ερωτηθούν ή εισηγηθούν ούτε η Πρεσβεία Βελιγραδίου αλλά ούτε και οι αρμόδιες Διευθύνσεις του ΥΠΕΞ,

γ) η χρηματοδότηση δόθηκε χωρίς προηγουμένως να έχει αξιολογηθεί η σχεδιαζόμενη δράση και χωρίς να έχει σχηματισθεί πλήρης φάκελος από τον οποίο να προκύπτει η επάρκεια του προγράμματος και το εθνικό συμφέρον το οποίο επιδιώκεται να ικανοποιηθεί ή οι ευνοϊκές συνέπειες στον πληθυσμό και την οικονομία της περιοχής,

δ) το ποσό της χρηματοδότησης εξυπηρέτησε τις δαπάνες συντήρησης του γραφείου του ΜΚΟ στο Βελιγράδι, την μισθοδοσία, την μετακίνηση και τη συμμετοχή του προσωπικού του σε συνέδρια και ομάδες εργασίας και κατά συνέπεια η διάθεσή του δεν εξυπηρέτησε κανένα εθνικό συμφέρον,

ε) η χρηματοδότηση έγινε μέσω έκδοσης χρηματικών ενταλμάτων προπληρωμής, χωρίς να υπάρχει καμία επείγουσα ή ανυπέρβλητη ανάγκη άμεσης παροχής βοήθειας η οποία να δικαιολογεί την έκδοσή τους,

στ) δεν ορίστηκε αρμόδια για την παρακολούθηση της εκτέλεσης του «προγράμματος», με αποτέλεσμα αυτό να μην παρακολουθηθείται και

ζ) η χρηματοδότηση δόθηκε σε αλλοδαπή ΜΚΟ, την οποία αγνοούσαν οι Υπηρεσίες του ΥΠΕΞ, γεγονός που συνάγεται αδιαμφισβήτητα από τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν κατά την προκαταρκτική εξέταση.

Η υπόθεση διαβιβάστηκε σε ανακριτή ο οποίος θα καλέσει σε απολογία τους κατηγορούμενους.