Της Αντωνίας Κουτσάκη
“Σκέφτηκα ότι αυτός ο συμβολικός τίτλος ήταν ο καλύτερος για την ταπείνωση όλων μας στα χρόνια της κρίσης, επειδή κοντά στο σκοτάδι άφηνε και μια χαραμάδα φως”.
Αυτό απαντά η μεγάλη μας συγγραφέας Ρέα Γαλανάκη στο ερώτημα γιατί επέλεξε έναν τίτλο- δάνειο από τη βυζαντινή τέχνη για το τελευταίο της βιβλίο με θέμα την κρίση.
“Η Ακρα Ταπείνωση” δεν χρησιμοποιεί την κρίση ως απλό ντεκόρ ή σαν μια πλάγια αναφορά, αλλά χτυπάει κατʼ ευθείαν στην καρδιά της. “Περιγράφει” - τονίζει η Ηρακλειώτισσα συγγραφέας μιλώντας στην “Π” “την κολασμένη νύχτα, στις 12 Φεβρουρίου του 2012, που μετά από ένα παλλαϊκό συλλαλητήριο, κάηκε και κομματιάστηκε κυριολεκτικά το κέντρο της Αθήνας”.
Η ίδια εξάλλου αναμετρήθηκε με τον φόβο ενός θέματος που ακόμα δεν έχει κριθεί από την ιστορία, αλλά εξακολουθεί να “καίει” τους Έλληνες, ακυρώνοντας τις παλιές βεβαιότητες. “Αυτό ακριβώς” - αναφέρειχαρακτηριστικά- “ήταν το χωράφι που προσπάθησα να οργώσω μέσα γράφοντας αυτό το μυθιστόρημα. Ξέρω τις προσωπικές μου ακυρώσεις, ξέρω την φτωχοποίησή μας, ξέρω τις αυτοκτονίες και τους νεοάστεγους, ξέρω τους άνεργους νέους και πολλά ακόμη. Κι αν σπέρνω ερωτήματα, δεν ξέρω τι είδους δέντρο θα φυτρώσει. Δεν κρατώ εγώ τις απαντήσεις. Και δεν έχει τελειώσει η κρίση”.
Κι η ιστορία θα ειπωθεί μέσα από δύο αλαφροΐσκιωτες αστές γυναίκες γιατί όπως αναφέρει χαρακτηριστικά “χωρίς αυτή τη λοξή ματιά τους, χωρίς το βάθος χρόνου και συμβόλων, δεν θα είχα γράψει ένα ανθρωποκεντρικό μυθιστόρημα αλλά ένα ακόμη πολιτικό άρθρο, ενδεχομένως μάταιο”.
Στη συνέντευξή της στην “Π” μιλά για την ηττημένη γενιά του Πολυτεχνείου, τα χαμένα μας τιμαλφή, την Ευρώπη, την κυβέρνηση αλλά και για το αγαπημένο της Ηράκλειο.
«Ως “σκεπτόμενη αριστερή” θέλω και ελπίζω να μη διαψευστούν οι ελπίδες»
-Εξακολουθείτε να θεωρείτε οτι είναι πολύ ελπιδοφόρο,όπως έχετε πει, το ότι για πρώτη φορά στην ιστορία μας βρίσκεται η Αριστερά στην εξουσία ;
“Θα το δείξει το μέλλον. Στους έξι πρώτους μήνες έγιναν αρκετά λάθη και τα ακριβοπληρώνουμε τώρα. Όμως αληθεύει πως είναι και ο μόνος πολιτικός χώρος που δεν δοκιμάστηκε για μεγάλη χρονική διάρκεια από την ίδρυση του ελληνικού κράτους, που έχει μια άλλη αντίληψη για πάρα πολλά κοινωνικά ζητήματα, που έχει μεγαλύτερο ήθος και αίσθημα δικαίου, που μπόρεσε κι έκανε την ιστορική προσαρμογή που όφειλε έστω και την τελευταία στιγμή. Ο μόνος ακόμη πολιτικός χώρος που έχει βαθιές, βαθύτατες ρίζες στην κοινωνία και στους αγώνες. Όλα αυτά γεννούν βέβαια προσδοκίες και οι διπλές εκλογές το έδειξαν περίτρανα. Προσδιορίζοντας τον εαυτό μου ως «σκεπτόμενη αριστερή», και μάλιστα ακριβώς για πενήντα χρόνια (από το 1965, που τέλειωνα τον Κοραή, και ο Νίκος με είχε μυήσει σʼ αυτή την υπόθεση), θέλω κι ελπίζω να μη διαψευστούν οι ελπίδες. Το αξίζουμε όλοι, αλλά ξαναλέω, το μέλλον θα δείξει”.
Η παρακμή της Ευρώπης πιστεύετε οτι θα συνεχιστεί;
“Το ακμή –παρακμή θα έλεγα ότι είναι ένας πεπαλαιωμένος τρόπος κοινωνικής ανάλυσης. Σημασία πρέπει ασφαλώς να αλλάξει, όσο μπορεί να αλλάξει, η ευρωπαϊκή ελίτ που κυβερνά τα πάντα σήμερα με τρόπο απάνθρωπο και στενοκέφαλο, ώστε να μη διαλυθούν όλα τα κεκτημένα των ανθρώπων. Προς αυτή τη διεύθυνση έχει συμβάλει αρκετά και παρά τα λάθη η σημερινή κυβέρνηση. Είναι κάτι που το αποδέχονται και οι ίδιες οι ευρωπαϊκές χώρες, προς τιμήν μας. Ίσως και το εκρηκτικό προσφυγικό ζήτημα να ωθήσει τις ευρωπαϊκές ελίτ να σκεφτούν τη χαμένη τους τιμή, δηλαδή τις καταστατικές αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ας μη ξεχνάμε πάντως ότι και η Ευρώπη έχει πολλά και συγκρουόμενα αναμεταξύ τους συμφέροντα, πολλές αντιλήψεις και στρατηγικές επομένως”.
- Τελικά «μια σταγόνα θάρρος αρκεί για το θαύμα»;
“Κάποτε αρκεί”.
“Κι αν σπέρνω ερωτήματα, δεν ξέρω τι είδους δέντρο θα φυτρώσει”
“Η Άκρα Ταπείνωση”. Γιατί επιλέξατε έναν τίτλο- δάνειο από την βυζαντινή τέχνη;
Ο βενετοκρητικός Ζωγράφος Νικόλαος Τζαφούρης έχει ζωγραφίσει την πιο σημαντική ίσως εικόνα με αυτό το θέμα, δηλαδή την “Άκρα Ταπείνωση”. Η εικόνα αυτή βρίσκεται σε περίοπτη θέση στο Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών. Εκτός, όμως από το αυστηρό, λιτό κάλλος της, με τράβηξε περισσότερο ο συμβολισμός της : Ναι μεν ο Χριστός, πεθαμένος πλην όρθιος, συμβολίζει την ακραία ταπείνωσή Του με τον μαρτυρικό θάνατο ενός εγκληματία θνητού, ταυτόχρονα όμως αρκετές λεπτομέρειες υπονοούν και τη νίκη επί του θανάτου, την Ανάσταση. Σκέφτηκα ότι αυτός ο συμβολικός τίτλος ήταν ο καλύτερος για την ταπείνωση όλων μας στα χρόνια της κρίσης, επειδή κοντά στο σκοτάδι άφηνε και μια χαραμάδα φως. Δεν μπορούσα να βάλω σκέτη τη λέξη «ταπείνωση», γιατί χρησιμοποιείται αφειδώς από τους πάντες. Άλλωστε, οι λέξεις στη λογοτεχνία πρέπει να έχουν άλλο βάρος, περισσότερα επίπεδα. Κάπου θα λειτούργησε μέσα μου και η Κρήτη, που η παρουσία της είναι εντονότατη και σε αυτό το μυθιστόρημα”.
- Αυτή τη φορά επικεντρώνεστε στην κρίση. Πόσο εύκολο είναι να γράψετε για κάτι που ακόμα μας “καίει”;
“Έξι χρόνια τώρα, το διάστημα είναι ήδη μεγάλο. Υπάρχουν ήδη μερικά μυθιστορήματα, θεατρικές παραστάσεις, έργα ζωγραφικής κλπ. με θέμα την κρίση. Το δικό μου διαφέρει, εκτός των άλλων, επειδή δεν βάζει την κρίση σαν ένα ντεκόρ, σαν μια απομονωμένη νύξη, σαν μια πλάγια αναφορά, αλλά χτυπάει κατʼ ευθείαν στην καρδιά της κρίσης. Περιγράφει δηλαδή την κολασμένη νύχτα, στις 12 Φεβρουρίου του 2012, που μετά από ένα παλλαϊκό συλλαλητήριο, κάηκε και κομματιάστηκε κυριολεκτικά το κέντρο της Αθήνας. Φυσικά εντάσσω τα γεγονότα μέσα σε μια μυθοπλασία, αλλιώς δεν θα ήταν μυθιστόρημα. Είχα πράγματι μεγάλο φόβο, ήξερα όμως - μετά από σαράντα χρόνια που γράφω και δημοσιεύω - ότι ο συγγραφέας πρέπει να συγκρουστεί με τον ίδιο τον φόβο του, αν θέλει να φθάσει σε κάποιο βάθος σκέψης, αν θέλει να ελευθερωθεί κι αυτός κι ο αναγνώστης από τα λογής σκοτάδια, αν θέλει να θέσει κρίσιμα ερωτήματα. Αλλιώς κάνει δουλειά φερέφωνου, όχι δημιουργού”.
- Ηρωίδες σας δύο αλαφροΐσκιωτες αστές γυναίκες. Γιατί θελήσατε να πείτε την ιστορία σας μέσα απʼ αυτές;
“Σε όλα μου τα μυθιστορήματα σκύβω πάνω σε πρόσωπα ξεχασμένα, αδύναμα μπροστά στο δράμα της ζωής που τους έλαχε να ζήσουν, πλην όμως με ένα δικό τους ηθικό μεγαλείο, με την αξιοπρέπεια ενός ανθρώπου που έχει νικηθεί κι έχει σιωπήσει, ή έχει λησμονηθεί από τα κιτάπια της επίσημης Ιστορίας. Αυτή τη φορά οι δυο πρώην καθηγήτριες της μέσης εκπαίδευσης, αλαφροΐσκιωτες πλην άκακες, σύμβολα της πιο έντιμης μεσαίας τάξης - που πανικόβλητες από την κόλαση εκείνης της νύχτας χάνονται κι εξωθούνται στη ζητιανιά για να επιζήσουν – μου έδωσαν με τη λοξή ματιά τους την οπτική γωνία που αναζητούσα. Χωρίς αυτή τη λοξή ματιά τους, χωρίς το βάθος χρόνου και συμβόλων, δεν θα είχα γράψει ένα ανθρωποκεντρικό μυθιστόρημα αλλά ένα ακόμη πολιτικό άρθρο, ενδεχομένως μάταιο. Διότι η λογοτεχνία προσωποποιεί τις καταστάσεις, μιλά για τα κοινά μέσα από φωνές ανθρώπων, εξιστορεί τη ζωή και το δράμα τους, ενώ ο πολιτικός και ο επιστημονικός λόγος δεν προσωποποιούνται, θέλουν να μείνουν «αντικειμενικοί». Δεν κατηγορώ, απλώς επισημαίνω τις διαφορές ανάμεσα στα είδη λόγου”.
-Στο βιβλίο σας αναφέρεστε συχνά στη γενιά του Πολυτεχνείου επιχειρώντας έναν διάλογο, αλλά επιλέξατε να μιλήσετε προπαντός με τη φωνή των ηττημένων εκείνης της γενιάς. Γιατί ;
“Οι δυο ηρωίδες μου ανήκουν στη γενιά του Πολυτεχνείου, ενώ ο γιος της μιας ανήκει στους εξεγερμένους νέους σήμερα. Δεν καταλάβαινα, δεν αποδεχόμουν πολλά από τις πράξεις τους, όπως την πυρπόληση μνημείων και το πελέκημα όλων των μαρμάρων στα κεντρικά σημεία της Αθήνας. Έπρεπε λοιπόν να σκεφτώ το γιατί, να τους δώσω τρόπο να μιλήσουν, γιατί αυτό είναι η δουλειά της λογοτεχνίας, το ξαναλέω. Ο διάλογος πραγματοποιείται βέβαια μέσα από πολύ συγκεκριμένα σκηνικά, δεμένος βαθιά με τα προσωπικά βιώματα και τα συναισθήματα των ηρώων μου. Συμμετρικά προς τον διάλογο του αναρχικού με την αλλοπαρμένη μάνα του, ηρωίδα πάντως του Πολυτεχνείου, στήνεται και η σχέση ενός νεαρού χρυσαυγίτη με τη δική του μάνα. Η εξέλιξη στη σχέση μάνας-γιου δεν είναι η ίδια και στις δυο περιπτώσεις, αλλά αυτά θα τα πει το μυθιστόρημα.
Εγώ θα πω μόνο πεντακάθαρα ότι αυτό που τόσο συχνά, τόσο αβασάνιστα ακούγεται, ότι «για όλα φταίει η γενιά του Πολυτεχνείου», είναι ένα σκόπιμο ψέμα, ένα πολιτικά ύποπτο ψέμα. Τέτοιες γενικεύσεις μόνο από στόματα ανθρώπων με ολοκληρωτικές απόψεις μπορούν να ακουστούν, εν ονόματι της απαράδεκτης «συλλογικής ευθύνης». Ούτε για όλα τα καλά, ούτε για όλα τα καλά φταίει κάποια «γενιά», όρος έτσι κι αλλιώς ρηχός και αδόκιμος για την κοινωνιολογική ανάλυση”.
- “Αργα πολύ αργά για τις αρχαίες απορίες. Καιρός για νέες” γράφετε στο βιβλίο σας. Ποιες είναι οι νέες και ποιες παλαιές αφήνουν πίσω;
“Η κρίση τάραξε βαθιά τις ζωές μας, ακύρωσε παλιές βεβαιότητες και ταυτόχρονα έθεσε καινούρια ερωτήματα. Αυτό ακριβώς ήταν το χωράφι που προσπάθησα να οργώσω μέσα γράφοντας αυτό το μυθιστόρημα. Ξέρω τις προσωπικές μου ακυρώσεις, ξέρω την φτωχοποίησή μας, ξέρω τις αυτοκτονίες και τους νεοάσταγους, ξέρω τους άνεργους νέους και πολλά ακόμη. Κι αν σπέρνω ερωτήματα, δεν ξέρω τι είδους δέντρο θα φυτρώσει. Δεν κρατώ εγώ τις απαντήσεις. Και δεν έχει τελειώσει η κρίση”.
“Το Ηράκλειο το αγαπώ, είναι όμως πιο μικρό από τότε που πέθαναν η μάνα μου και η θεία μου”
- Γράφετε για το κέντρο της Αθήνας και την κιβωτό της μνήμης των βιωμένων χώρων. Ποια είναι τα συναισθήματα κάθε φορά που επιστρέφετε στο Ηράκλειο, την πόλη που γεννηθήκατε;
Το Ηράκλειο το αγαπώ, έχω φίλους καλούς, συγγενείς καλούς, και βέβαια την κιβωτό των παιδικών κι εφηβικών χρόνων, που με σώζει από πολλών λογιών κατακλυσμούς. Είναι πιο μικρό όμως από τότε που πέθανε η μάνα μου πριν από λίγα χρόνια, και τον περασμένο Μάρτιο η θεία μου Κατίνα Παπαματθαιάκη, που την αγαπούσα όσο και τη μάνα μου. Το πατρικό του αδερφού μου Δημήτρη και μένα, άδειο πια, ρημάζει και στοιχειώνει μόνο από το παρελθόν του.
Όμως στην Κρήτη γυρίζω συγγραφικά σε όλα μου τα μυθιστορήματα. Στο τελευταίο μου γυρνώ μέσα από τον τίτλο, όπως ανέφερα. Μέσα επίσης από μια φανταστική γυναίκα από την Άνω Βιάννο, αλλά και την πραγματική αντίσταση του χωριού το 2012 στην περιοδεία της Χρυσής Αυγής εκεί. Ακόμη μέσα από το κυριότερο ίσως κεφάλαιο του βιβλίου, που έχει να κάνει με την απαγωγή της Ευρώπης και τη μεταμόρφωσή της, της ίδιας, σε θηλυκό Μινώταυρο. Αυτό το τελευταίο συμβαίνει σε ένα έργο που βλέπει η ηρωίδα μου μπαίνοντας στον πυρπολημένο κινηματογράφο, στο Αττικόν. Και θα ήθελα να επισημάνω ότι αυτό το σημαντικό κεφάλαιο το αφιερώνω στη μνήμη του Θόδωρου Αγγελόπουλου, επειδή συνεργαστήκαμε στη συγγραφή του τελευταίου του σεναρίου, αυτού που δεν πρόλαβε να σκηνοθετήσει, στο Η άλλη θάλασσα. Είχαμε γίνει στενοί, πολύ στενοί φίλοι. Και σκοτώθηκε τρεις εβδομάδες πριν από το κάψιμο της Αθήνας και του εμβληματικού κινηματογράφου, πάνω στα πρώτα γυρίσματα της ταινίας.
“Στις σκοτεινές φάσεις της ζωής μου, κατά τη δικτατορία, ακούμπησα στο διάβασμα, στη μόρφωση για να στηριχτώ”
- Ποια είναι τα χαμένα μας τιμαλφή; Μπορούμε να τʼ ανακτήσουμε;
Τα τιμαλφή είναι διαφορετικά για τον καθένα μας. Εγώ θυμάμαι ότι στις πιο σκοτεινές φάσεις της ζωής μου, κατά τη στρατιωτική δικτατορία, ακούμπησα στο διάβασμα, στη μόρφωση για να στηριχτώ. Αλλά και στα συναισθήματα στηρίζεται κανείς, θυμηθείτε ότι η τελευταία φράση του βιβλίου μου είναι «δεν είχες όμως άλλο αντίδοτο στο φόβο από την αγάπη». Πολλά από αυτά που θεωρούσαμε καλά και διαρκή, εξακολουθούν να είναι έχοντας επιβιώσει, επιζήσει ανά τους αιώνες και δεν θα χαθούν τώρα από την αλαζονεία του νεαρού εικοστού πρώτου.
“Η ύβρις υπάρχει στην αντίφαση”
- Ποιες είναι οι ύβρεις των σύγχρονων Αθηναίων - Ελλήνων;
“Η ύβρις υπάρχει στην αντίθεση. Για παράδειγμα, ύβρις είναι το να σηκώνουν στους ώμους τους (για τρίτη φορά δυστυχώς σήμερα!) το βάρος της κρίσης οι συνταξιούχοι, ενώ την ίδια ώρα μεγάλες κατηγορίες πολιτών είτε δεν φορολογούνται, είτε φοροδιαφεύγουν – και καυχώνται μάλιστα οι άθλιοι γιʼ αυτό. Ύβρις είναι ότι μερικές γενιές καλά μορφωμένων και με δημοκρατική συνείδηση νέων επιστημόνων, δεν βρίσκουν δουλειά και αναγκάζονται να εκπατριστούν, ενώ τη ίδια ώρα τα ποσοστά ακροδεξιών αυξάνονται ραγδαία στην πατρίδα μας, και στην Κρήτη ακόμη. Θα μπορούσα να πω πολλές ακόμη ύβρεις που έχουν παρουσιαστεί, γιατί δυστυχώς η κρίση είναι πολυκέφαλη σαν τη Λερναία Ύδρα. Και φταίνε βέβαια πολλοί και πολλά γύρω μας για τη δημιουργία της και για τη συνεχιζόμενη αδηφαγία του τέρατος. Δεν φταίει μόνο η Ευρώπη”.
Αύριο η παρουσίαση στο Ηράκλειο
Η παρουσίαση βιβλίου, “Η Άκρα Ταπείνωση” θα πραγματοποιηθεί αύριο Παρασκευή στις 7 το απόγευμα , στην αίθουσα Ανδρόγεω του Δήμου Ηρακλείου. Το βιβλίο θα παρουσιάσει ο φιλόλογος Μάνος Στεφανάκης. Αποσπάσματα θα διαβάσει η φιλόλογος Ελένη Γιαμαλάκη. Η συγγραφέας θα παρευρεθεί και θα συνομιλήσει με το κοινό. Την εκδήλωση διοργανώνουν οι εκδόσεις Καστανιώτη, η Ένωση Φιλολόγων και ο Σύλλογος Βιβλιοπωλών νομού Ηρακλείου.

