Μέρος 1ο

Της Ελένης Ψαραδάκη*

“Αχ, Κρήτη...”

Αποστολή στην παλιά Αλικαρνασσό

Με τους Τουρκοκρητικούς του Bodrum


Πρόσφατα, με αφορμή την επέτειο των 91 χρόνων από τη Μικρασιατική Καταστροφή, πραγματοποιήθηκαν στο Ηράκλειο πολλές εκδηλώσεις. Εκδηλώσεις στις οποίες, μεταξύ άλλων φορέων, συμμετείχαν και σύλλογοι Μικρασιατών του Ηρακλείου, προβάλλοντας με τις δράσεις τους τις μνήμες εκείνης της εποχής.

Ενώ όμως το μικρασιατικό στοιχείο ήταν έντονο, με ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τα μικρασιατικά τραγούδια και τους χορούς που διατηρούνται μέχρι σήμερα σε όλη την Ελλάδα, δε συμβαίνει κάτι ανάλογο σε περιοχές των παραλίων της Τουρκίας, και ειδικότερα στο σημερινό Bodrum (παλιά Αλικαρνασσός), όπου εγκαταστάθηκαν, μετά την Ανταλλαγή Πληθυσμών του 1923 και την αναγκαστική αποχώρηση των Μικρασιατών, Τουρκοκρητικοί πρόσφυγες.

Αν και η ημέρα της Μικρασιατικής Καταστροφής γιορτάζεται ως εθνική επέτειος για την Τουρκία, η κουλτούρα των πρώτων Τουρκοκρητικών προσφύγων φαίνεται πως χάνεται με την πάροδο των χρόνων και την απόσταση που δημιουργεί αυτή στις νέες γενιές. Ειδικότερα στο Bodrum, όπου έμεινα για 3 μήνες και συνομίλησα με Τουρκοκρητικούς βʼ, γʼ και δʼ γενιάς, παρατηρείται να υπάρχουν κυρίως στις δύο πρώτες γενιές, οι αναμνήσεις και η νοσταλγία του παρελθόντος σε σχέση με τις συνθήκες ζωής, τα έθιμα, τις παραδόσεις των πρώτων Τουρκοκρητικών προσφύγων.

Χαρακτηριστική διαφορά μεταξύ των γενεών είναι η κρητική διάλεκτος. Αν και παλιότερα αποτελούσε έναν από τους κυριότερους λόγους διάκρισης των προσφύγων από τους ντόπιους κατοίκους της περιοχής, σήμερα ελάχιστοι είναι πλέον εκείνοι που παραμένουν να θυμούνται και να μπορούν να μιλήσουν ακόμα με την ιδιαίτερη αυτή κρητική προφορά. Ωστόσο, οι Τουρκοκρητικοί που ζουν ακόμα και μιλάνε κρητικά είναι γνωστοί μεταξύ των κατοίκων. Οι ίδιοι τονίζουν μάλιστα ότι δε γνωρίζουν ελληνικά, αλλά κρητικά, τα οποία άκουγαν διαρκώς όσο ήταν μικροί στην κρητική γειτονιά που μεγάλωσαν. Αν και οποιαδήποτε γλώσσα εκτός από την τουρκική ήταν απαγορευμένη παλιότερα, στα σπίτια αλλά και στα σοκάκια της γειτονιάς των Τουρκοκρητικών που μαζεύονταν τα βράδια, η γλώσσα που ακουγόταν, ειδικά τα πρώτα χρόνια, ήταν η κρητική.

Όπως επισήμαναν οι Τουρκοκρητικοί στις συνεντεύξεις τους, οι περισσότεροι από τους πρώτους πρόσφυγες δεν μπόρεσαν να μάθουν την τουρκική γλώσσα και όσοι την έμαθαν μιλούσαν με μια ιδιαίτερη προφορά που τους ξεχώριζε από τους ντόπιους Τούρκους. Η γλώσσα επομένως ήταν ένα από τα κυριότερα στοιχεία που συνέβαλλαν στην αποξένωση των Τουρκοκρητικών προσφύγων και στις δυσκολίες στα πρώτα χρόνια εγκατάστασης στην περιοχή. Αν και έμειναν στα άδεια σπίτια που άφησαν πίσω οι Έλληνες, η διαφορετική γλώσσα, η ξένη νοοτροπία και η φτώχεια στην οποία περιήλθαν οι περισσότεροι από εκείνους, αποτέλεσαν τα αίτια των δυσκολιών επιβίωσής τους τα πρώτα χρόνια.



Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός που αναφέρουν οι Τουρκοκρητικοί βʼ γενιάς, καθώς θυμούνται ακόμη με συγκίνηση τις ιστορίες των γονιών τους. Όπως σχολίασαν, οι πρώτοι πρόσφυγες συχνά έκλαιγαν όταν σκέφτονταν την Κρήτη, μονολογώντας με παράπονο «Αχ, Κρήτη…» για την πατρίδα που μεγάλωσαν και άφησαν πίσω. Τα αρνητικά φορτισμένα συναισθήματα όμως, έκαναν αργότερα τους περισσότερους από τους Τουρκοκρητικούς πρόσφυγες να μη μιλάνε πολύ για το παρελθόν, καθώς ήθελαν τα παιδιά τους να ενσωματωθούν στο νέο περιβάλλον χωρίς διακρίσεις. Ο αγώνας για επιβίωση επομένως ήταν περισσότερο σημαντικός, για αυτό και πολλοί Τουρκοκρητικοί γʼ και δʼ γενιάς αναφέρουν πλέον με παράπονο ότι οι γονείς τους δεν τους έμαθαν κρητικά και η γλώσσα αυτή χάθηκε σε αυτή την περιοχή.

Με το να μην υπάρχει ένας σύλλογος αποκλειστικά Τουρκοκρητικών στο Bodrum, ώστε να έχει ως σκοπό, μέσω δημόσιων εκδηλώσεων, να διαδώσει τη μνήμη της ιδιαίτερης εκείνης κοινωνικής ομάδας, ο τρόπος ζωής των προγόνων τους σε μεγάλο βαθμό δε διατηρείται πια. Μαντινάδες και τραγούδια που έλεγαν μεταξύ τους έμειναν μονάχα στο μυαλό, με λίγες οικογένειες να προσπαθούν να κρατήσουν κάποιο αρχείο, για να μη χαθούν όσα έμαθαν, καθώς νιώθουν περήφανοι, όπως λένε, που είναι Κρητικοί.

Όσον αφορά στο Bodrum ειδικότερα, κάποια ντοκιμαντέρ με συνεντεύξεις πρώτων προσφύγων ή κάποια μαγαζιά με το επίθετο “κρητικός” υπάρχουν για να θυμίζουν, σε όσους θέλουν να μάθουν, το παρελθόν της συγκεκριμένης πόλης.

Ωστόσο, πρέπει να τονιστεί το πόσο σημαντικό είναι, για εκείνους που θυμούνται ακόμα την κρητική τους καταγωγή, να μιλάνε σε κάποιον που ενδιαφέρεται να μάθει για το παρελθόν τους. Αν και πήγα πρώτη φορά, με αποτέλεσμα να μη με γνωρίζουν, μένοντας 3 μήνες εκεί και βλέποντας οι ίδιοι ότι ήρθα από την Κρήτη για τη συγκεκριμένη εργασία, με βοήθησαν να συγκεντρώσω όσο περισσότερο υλικό γινόταν, άνοιξαν τα σπίτια τους και δε δίστασαν να ανακαλέσουν τις μνήμες τους και να πουν τις εμπειρίες τους, ακόμα και δυσάρεστες, σε ένα άτομο που, όπως είπαν, νιώθουν συγγενή, επειδή είναι από τα μέρη των προγόνων τους. Και ενώ τους ευχαρίστησα εγώ για την τιμή που μου έκαναν, με ευχαρίστησαν ακόμα περισσότερο οι ίδιοι, τόσο ιδιωτικά όσο και δημόσια, ελπίζοντας να μπορέσουν να έρθουν και εκείνοι στην Κρήτη, για να δουν τα μέρη που έζησαν οι πρόγονοί τους και για τα οποία έλεγαν: «Αχ Κρήτη»….

ΑΥΡΙΟ: Με τους Μικρασιάτες και Τουρκοκρητικούς πρόσφυγες της πρώτης γενιάς. Τι κοινές εμπειρίες βίωσαν στους νέους τόπους εγκατάστασης.

* Η Ελένη Ψαραδάκη είναι υποψήφια διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Κρήτης.

Από τον Ιούνιο έως τον Αύγουστο του 2013 πραγματοποίησε επιτόπια έρευνα στο Bodrum της Τουρκίας, για τις ανάγκες της διατριβής με τίτλο: Μνήμες «πατρίδων» στους Μικρασιάτες πρόσφυγες της Νέας Αλικαρνασσού Ηρακλείου Κρήτης και τους Τουρκοκρητικούς του Bodrum της Τουρκίας. Το παρόν κείμενο στηρίζεται στο υλικό της συγκεκριμένης έρευνας.