Καταθέσεις εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ διατηρούσαν σε τράπεζες τρεις αθίγγανοι που παραπέμπονται να δικαστούν στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Ανατολικής Κρήτης με την κατηγορία της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα από κοινού, κατʼ εξακολούθηση και κατʼ επάγγελμα.

Πρόκειται για δύο αδέλφια και έναν εξ αγχιστείας συγγενή τους, οι οποίοι με βάση το παραπεμπτικό βούλευμα το χρονικό διάστημα από το 2006 μέχρι το 2010 είχαν διαπράξει δεκάδες κλοπές χαλκού στο νομό Ηρακλείου και σε άλλες περιοχές της Κρήτης από επιχειρήσεις, εργοτάξια, οικοδομές και σπίτια.

Με βάση τα τεράστια χρηματικά ποσά που εντοπίστηκαν στους τραπεζικούς λογαριασμούς τους στο πλαίσιο μεγάλης έρευνας πρόκυπτει ότι οι κλοπές χαλκού ήταν πραγματικό χρυσωρυχείο για τους τρεις κατηγορούμενους.

Είναι ενδεικτικό ότι υπήρχαν ημέρες που κατέθεταν μέχρι και 100.000 ευρώ ενώ η ροή των καταθέσεων ήταν συχνή. Υπήρξαν περίοδοι που κατέθεταν μεγάλα χρηματικά ποσά ανά δύο ή τρεις ημέρες. Για παράδειγμα μέσα σε μία μέρα γίνονται καταθέσεις ποσών 80.000 και 27.000 ευρώ και τρεις ημέρες αργότερα γίνεται και νέα κατάθεση, ποσού 85.000 ευρώ.

Σύμφωνα με πληροφορίες, φαίνεται ότι μέρος των χρημάτων που κατέθεταν προέρχονταν από επιταγές που είχε εκδώσει εταιρεία ανακύκλωσης εκτός Κρήτης για την οποία ωστόσο στην διάρκεια της εισαγγελικής έρευνας που ακολούθησε δεν προέκυψε κάποιο επιβαρυντικό στοιχείο.

Οι τρεις κατηγορούμενοι, σύμφωνα με το βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ηρακλείου, είχαν διαπράξει δεκάδες κλοπές χαλκού και από την πώληση τους είχαν καταφέρει να δημιουργήσουν αξιοζήλευτους τραπεζικούς λογαριασμούς.

Το παραπεμπτικό βούλευμα είναι αναλυτικό (αριθμεί περισσότερες από 60 σελίδες) για τις κινήσεις του «μαύρου χρήματος».