Της Κατερίνας Μυλωνά

Η όποια επένδυση στο ιστορικό και αρχαιολογικό παρελθόν του τόπου μας αποτελεί την άριστη επιλογή για το μέλλον μας

Ο ρόλος που διαδραμάτισε η περιοχή της γεωγραφικής ενότητας Πεδιάδας κατά την αρχαιότητα αναδεικνύεται μέσα από τις σημαντικές ανακαλύψεις που έφερε στο φως η επιφανειακή έρευνα που άρχισε την δεκαετία του ʽ80 από τον αρχαιολόγο, κ. Νίκο Παναγιωτάκη, στο πλαίσιο εκπόνησης της διδακτορικής του διατριβής στο 10ο Πανεπιστήμιο του Παρισιού.

Εντοπίστηκαν περισσότερες από 2.000 άγνωστες θέσεις όλων των εποχών, ανακαλύφθηκε σε εντοπισμένη θέση χαρακτηρισμένη για τη σημαντικότητά της το ανάκτορο του Γαλατά, ενώ αναγνωρίστηκε το αρχαιότερο σύστημα επικοινωνίας και άμυνας, οι μινωικές φρυκτωρίες.

Επόμενο βήμα για την ανάδειξη των παραπάνω ανακαλύψεων είναι η δημιουργία ενός πρότυπου αρχαιολογικού πάρκου-Μουσείου με ενοποίηση όλων των αρχαιολογικών χώρων της Πεδιάδας, σε αντίθεση με τα Μουσεία των κινητών ευρημάτων. Επίσης, η πραγματοποίηση αναπαραστάσεων από τις μινωικές φρυκτωρίες-Σωρούς μετάδοσης ενός μηνύματος με φωτεινά σήματα με συμμετοχή κατοίκων των χωριών και όσων άλλων επιθυμούν.

«Η όποια επένδυση στο ιστορικό και αρχαιολογικό παρελθόν του τόπου μας αποτελεί την άριστη επιλογή για το μέλλον μας», λέει χαρακτηριστικά στην «Π» ο κ. Παναγιωτάκης.

Το μήνυμα έχει πολλούς αποδέκτες, μεταξύ των οποίων τους πολιτιστικούς συλλόγους των περιοχών που καλύπτει η Πεδιάδα, τους δημάρχους αλλά και τους μαικήνες του τόπου, οι οποίοι θα μπορούσαν να στηρίξουν μία προσπάθεια για τη διάσωση και ανάδειξη-προβολή του πολιτιστικού μας παρελθόντος.

Όταν ο κ. Παναγιωτάκης ξεκινούσε την έρευνά του, τη δεκαετία του ΄80, δε φανταζόταν κανείς ότι η Πεδιάδα θα έκρυβε τόσα μυστικά που όταν θα αποκαλύπτονταν, θα άλλαζαν την εικόνα που είχαμε για την κεντρική Κρήτη από τους νεολιθικούς μέχρι και τους οθωμανικούς χρόνους. Μέχρι σήμερα η επιφανειακή έρευνα της Πεδιάδας επιβεβαιώνεται από τις σωστικές και συστηματικές ανασκαφές που πραγματοποιούνται από τους αρχαιολόγους της ΚΓʼ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων. Τέτοια παραδείγματα έχομε στο φράγμα Αποσελέμη, στο λόφο Αρκαλοχωρίου, στη Χερσόνησο, στο Καστέλλι, στο Σαμπά, στον Γαλατά και σίγουρα ελπίζομε ότι η διαχρονική αξία αυτής της επιφανειακής έρευνας τις επόμενες δεκαετίες θα επιβεβαιωθεί ακόμα περισσότερο, τονίζει ο κ. Παναγιωτάκης.



Συνεργασία και ευαισθητοποίηση

Το καθοριστικό στοιχείο για την επιτυχία αυτής της επιφανειακής έρευνας της μεγαλύτερης στον Ελλαδικό χώρο ήταν η επί πολλά χρόνια συνεργασία του Ν. Παναγιωτάκη με τους ανθρώπους των χωριών και για την πλήρη καταγραφή των τοπωνυμίων αλλά και για την περισυλλογή κάθε πληροφορίας που αφορούσε την ακατάγραφη και άγνωστη πολιτιστική μας κληρονομιά. Όλα αυτά τα χρόνια της μεγάλης του περιπλάνησης από χωριό σε χωριό απέκτησε πολλές γνώσεις, καταγράφοντας αρχαιολογικές θέσεις, αλλά προπάντων συνειδητοποίησε αυτόν τον απέραντο και μοναδικό πλούτο που σχετίζεται με το πολιτιστικό μας παρελθόν. Με προβολές διαφανειών σε κάθε χωριό ευαισθητοποιούσε τους κατοίκους για την αναγκαιότητα προστασίας και ανάδειξης του αρχαιολογικού μας πλούτου, όχι μόνο τα κινητά ευρήματα αλλά κυρίως, τους αρχαιολογικούς μας χώρους. Οι περισυλλογές κομματιών κεραμικής αλλά και αντικειμένων από τις άγνωστες αρχαιολογικές θέσεις των χωριών της Πεδιάδας τον γέμιζε καθημερινά ελπίδα ότι η μελέτη τους θα οδηγούσε από τα μονοπάτια της τεκμηρίωσης στο δρόμο της σωστής πληροφόρησης για το μακρινό και άγνωστο παρελθόν των προγόνων μας. Η καλή αρχή έγινε το 1992 με την ανασκαφική έρευνα από τον αρχαιολόγο, Γιώργο Ρεθεμιωτάκη, στη Γαλατιανή Κεφάλα, όπου μετά από δύο χρόνια έφερε στο φως ένα μινωικό ανάκτορο, και όπως σωστά ο ίδιος ο κ. Παναγιωτάκης είχε γράψει στη διατριβή του το 1985 επρόκειτο για τον σημαντικότερο χώρο της δυτικής Πεδιάδας. Το 1996 του ανατέθηκε από τον προϊστάμενο της ΚΔ΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Νίκο Παπαδάκη να πραγματοποιήσει επιφανειακή και προανασκαφική έρευνα στην περιοχή Ιεραπέτρας, στο χώρο κατασκευής του αεροδρομίου ανατολικής Κρήτης «Ξένιος Ζεύς».

Εντόπισε επί πλέον 20 αρχαιολογικούς χώρους σε σχέση με άλλη επιφανειακή έρευνα που είχε προηγηθεί και ανέσκαψε τούς 14 από αυτούς. Η επιτυχία της παραπάνω επιφανειακής και προανασκαφικής έρευνας ήταν εκείνη που επιβεβαίωσε τη σημαντικότητα της ερευνάς του στην Πεδιάδα, δεδομένης και της ανακάλυψης της ανακτορικής θέσης στον Γαλατά.