Η έκθεση του Π. Κορωναίου για την ηρωική απόφαση για τη θυσία των χριστιανών της Μονής Αρκαδίου, αλλά και την προδοσία του επισκόπου Λάμπης και του ηγουμένου της μονής Ασωμάτων
Άγνωστα περιστατικά που σχετίζονται με την αδυναμία του να φτάσει στη μονή Αρκαδίου και να βοηθήσει στην άμυνά της, καταγράφει στην έκθεση που συνέταξε και απέστειλε στην Επιτροπή της Αθήνας ο Γενικός Αρχηγός του τμήματος Ρεθύμνης Πάνος Κορωναίος, ο οποίος είχε την έδρα του στο ιστορικό μοναστήρι. Όταν ο Μουσταφά πασάς έφτανε με τις δυνάμεις του, τις οποίες ο Κορωναίος περιορίζει σε 6.000 στρατού, σε αντίθεση με άλλες εκθέσεις που τις αναβιβάζουν σε 15.000 και πλέον, ο Έλληνας συνταγματάρχης βρισκόταν σε κοντινά χωριά προσπαθώντας να στρατολογήσει μαχητές οι οποίοι προορίζονταν για την άμυνα της μονής. Κι αυτό γιατί υπήρχε η πληροφορία ότι ο τουρκικός στρατός κατευθυνόταν στην περιοχή.
Ο Κορωναίος στη 10σέλιδη έκθεση του με ημερομηνία 15 Νοεμβρίου 1866, αναφέρει ότι πριν φύγει για τα χωριά οργάνωσε την άμυνα και εγκατέστησε φρούραρχο τον ανθυπολοχαγό Ιωάννη Δημακόπουλο, προκειμένου να την υπεραπιστεί με τη ζωή του, όπως και έπραξε. Ο Γενικός Αρχηγός αναφέρεται σ΄αυτή τη συνομιλία του με τον Δημακόπουλο, ενώ γράφει και για τις πληροφορίες του περί του τέλους άλλων ηρωικών υπερασπιστών, όπως ο ηγούμενος Γαβριήλ, σημειώνοντας:
«Αφ΄ης έφθασα εις Αρκάδι την πρώτην φοράν ελάβαμεν όλα τα δέοντα μέτρα δια την πολιορκίαν και αναχωρών την τελευταίαν είπα εις τον ήρωα Δημακόπουλον θέλει υπερασπισθή το Αρκάδι μέχρι τελευταίας πνοής∙ θέλω εκτελέσει τας διαταγάς σας κατά γράμμα απήντησεν ο γενναίος στρατιώτης, και εστάθη εις τον λόγον του. Οι λόγοι ούτοι είναι ιστορικοί, δια τούτο και τους αναφέρω. Άπαντες δε αμιλλώντο τις να πράξη γενναιότερα. Ο ηγούμενος δια της μιάς χειρός εκράτει τον σταυρόν και δια της ετέρας το ξίφος. Ο Καπετάν Παύλος (σ.σ.: Ιωάννης, το σωστό) Σωπασής ή Κούβος άλλοτε υπηρετήσας παρά τη αστυνομία ότε ώρμησε ξιφήρης εναντίον των εχθρών και αφού έσφαξε πολλούς, τινές εδίωξε και επί τέλους εκάη δια της υπονόμου, αλλά λέγεται ότι ζη. Η ιστορία θέλει συλλέξει πράξεις αξίας των ενδοξοτέρων πράξεων των προγόνων των».
Τις μάχες που εξελίσσονταν στον Αρκάδι ενημερώνει ότι τις αντιλήφθηκε στις 8 το πρωί της πρώτης μέρας, της τρίτης Νοεμβρίου, ακούγοντας τους πυροβολισμούς, καθώς βρισκόταν τρεις ώρες δρόμο από τη μονή. Και περιγράφει πώς πολιορκήθηκε η μονή μέχρι το βράδυ. Χρησιμοποιεί μάλιστα πρώτο πληθυντικό πρόσωπο («την ημέραν εκείνην επολεμήσαμεν 500 περίπου εναντίον εξ χιλιάδων εχθρού, και εμποδίσαμεν αυτόν να πολιορκήσει πανταχόθεν το Αρκάδιον») αναφερόμενος γενικά στην πλευρά των χριστιανών κι όχι του ίδιου και των μαχητών του, καθώς εκείνοι δεν μπόρεσαν να πλησιάσουν.
Η αναζήτηση στρατού προκειμένου να οδηγηθεί από τον ίδιο για την υπεράσπιση του Αρκαδίου και εγκλείστων δεν έφερε παρά μικρό μόνο αποτέλεσμα. Ούτε 500 επαναστάτες από το Αμάρι, που προσπάθησαν να σπεύσουν σε βοήθεια, κατάφεραν να φτάσουν, γράφει, καθώς εμποδίστηκαν όχι μόνο από τις τουρκικές δυνάμεις, αλλά και την προδοσία του ηγουμένου της μονής Ασωμάτων, ο οποίος τους έκλεισε το δρόμο! «Την δευτέραν ημέραν της εισβολής του εχθρού, ήτοι 9 του μηνός και ημέραν Τετράδην, -αναφέρει στην έκθεσή του- ήρχοντο εις επικουρίαν 500 περίπου Αμαριώται∙ αλλʼ ο ηγούμενος της μονής των Ασωμάτων, άλλος προδότης όμοιος του Αρχιερέως Λάμπης, καταβάς εις την διάβασιν ημπόδισεν αυτούς να έλθωσιν εις επικουρίαν».
Η επίκληση του επισκόπου Λάμπης Παϊσίου εξηγείται στη συνέχεια από τον συνταγματάρχη. Ο Κορωναίος συνέλαβε ταχυδρόμο του ιεράρχη προς τους Τούρκους με δύο επιστολές του Παϊσίου προς αυτούς. Πρόκειται πιθανότατα για τις επιστολές προς τον Μουσταφά πασά, τις οποίες δημοσιοποίησε η Γενική Συνέλευση, αποκηρύσσοντας λίγες μέρες αργότερα τον Παΐσιο. Βέβαια αυτά τα σημειώματα, γράφει ο συνταγματάρχης, του τα πήραν με τη βία άνθρωποι του επισκόπου κι ενώ βάδιζε προς το Αρκάδι. Μάλιστα απελευθέρωσαν τον ταχυδρόμο, ένα δάσκαλο από τη Σαντορίνη, με το όνομα Σιγάλας, όπως ενημερώνει την επιτροπή της Αθήνας ο Γενικός Αρχηγός Ρεθύμνου. Η Γ.Σ., όπως προαναφέραμε, στην αποκήρυξη δημοσιεύει τις επιστολές του Παϊσίου προς Μουσταφά. Αν δεν τις εντόπισε και πάλι, το πιθανότερο είναι ότι για το περιεχόμενό τους την ενημέρωσε ο Κορωναίος.
Ο συνταγματάρχης κάνει λόγο και για τις επιστολές που του απέστειλαν το βράδυ της 8ης Νοεμβρίου οι έγκλειστοι ζητώντας τη βοήθειά του, και στις οποίες δηλώνεται η απόφασή τους να αγωνιστούν με τίμημα τη ζωή τους: «Αφʼ εσπέρας μάλιστα οι πολιορκούμενοι ηδυνήθησαν να στείλωσι άνθρωπον με επιστολήν των εις ην κατεφαίνετο η γενναία απόφασις ήν έκαμαν νʼ αποθάνωσιν ηρωικώς, διότι ηδύναντο και την ημέραν και την νύκτα ίσως με περισσοτέραν δυσκολίαν να εγκαταλείψωσιν αυτό».
«Η τελευταία σκηνή του δράματος ήτο η ανάφλεξις μιάς υπονόμου ήν είχον προετοιμάσει οι πολιορκούμενοι και εις ην έδωσαν πυρ οι επιζώντες, αφού άφισαν και επληρώθη το μέρος εκείνο εξ εχθρών», προσθέτει ακόμη ο Κορωναίος, ο οποίος ενημερώνει ότι βρήκαν το θάνατο 1500 οθωμανοί, οι μισοί από τους οποίους ήταν ντόπιοι, κι άλλοι τόσοι τραυματίστηκαν. Δεν δίνει αριθμό όμως αριθμό χριστιανών θυμάτων, αλλά αναφέρει ότι εντός της μονής ήταν 250 μαχητές και 750 γυναικόπαιδα. Γράφει όμως ότι Γαβριήλ βρέθηκε με χωρίς κεφαλή και με κομμένο ένα χέρι.
Οι θηριωδίες του τουρκικού δεν σταμάτησαν ούτε με την ανατίναξη της μονής. Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα της έκθεσης για τα όσα έκανε ο γηραιός Μουσταφά πασάς στη συνέχεια:
«Η θηριωδία του εχθρού αρχηγούντος του Μουσταφά Πασσά είναι ανωτέρα πάσης διηγήσεως. Εν στόματι μαχαίρας επέρασεν όλα τα επιζήσαντα γυναικόπεδα πλην νεανίδων τινών ευειδών. Εκ των πτωμάτων ήναψαν φούρνους και εντός έρριπτον τους δυστυχείς παίδας και βρέφη. Απέκοψαν τας κεφαλάς όλων σχεδόν των φονευμένων δια να τας φέρουν τρόπαια εις τον Μουσταφά, και όστις αληθώς τους ετίμησε δια χρημάτων. Όλους όσοι συνελήφθησαν ζώντες είτε εκ περιστατικών όλως απροβλέπτων, είτε δεν επρόφθασαν να δώσωσι πέρας εις το ζειν μόνοι, ετουφέκισεν. Ιδίως έπραξε τούτο εις τους Έλληνας∙ άμα ο άγριος Μουσταφάς ήκουεν ότι ήτο Έλλην ο αιχμαλωτισθείς, διέταττε να τουφεκισθή∙ μεταξύ αυτών λέγεται ότι συγκαταριθμείται και ο ήρως φρούραρχος Δημακόπουλος ανθυπολοχαγός ελθών μετʼ εμού εξ Ελλάδος».
Ένας απολογισμός και μια πρόταση
Το τέλος της έκθεσης έχει το ίδιο ενδιαφέρον με τις αναφορές του στην υπόθεση του Αρκαδίου, καθώς κάνει έναν απολογισμό για τους πρώτους μήνες της επανάστασης, σημειώνοντας ότι η έλλειψη μιας αρχής ή ενός αρχηγού (ο ίδιος ήθελε να έχει αυτό το ρόλο) κόστισε, καθώς δεν υπήρχε κεντρικός συντονισμός και κατεύθυνση. Όπως κόστισε το γεγονός ότι ενώ μέχρι τότε στην Κρήτη είχαν κατέβει περίπου 1000 εθελοντές, στην πλειοψηφία τους εμπειροπόλεμοι, η παρουσία τους δεν είχε αποδώσει επειδή ήταν διάσπαρτοι στις μάχες και δεν αποτελούσαν ενιαία δύναμη γύρω από την οποία θα μπορούσαν και οι ντόπιοι να συσπειρωθούν.
Η λύση που πρότεινε σε εκείνη τη δύσκολη φάση ήταν ο ορισμός ενός κέντρου της επανάστασης αλλά και η συγκρότηση στρατού από άνδρες μισθοδοτούμενους. «Δεν εννοώ να χορηγήται μισθός πλούσιος, αλλά εν μέρος εις χείρας όσων πρέπει δια τας μικράς ανάγκας του στρατιώτου, και άλλο μέρος εις υπόσχεσιν μετά την αποκατάστασιν της πατρίδος», διευκρίνιζε, καταθέτοντας την αισιοδοξία του για την πορεία της επανάστασης: «Η σημερινή κατάστασις της Κρήτης είναι μεν δυσχερής αλλʼ ουχί απελπιστική. Μία συνετή και δραστηρία διεύθυνσις, μία νίκη, μία σύστασις αρκούσι να μεταβάλλωσιν ολοπλεύρως την μορφήν των πραγμάτων.
Μη στείλλετε ανθρώπους μη στρατιωτικούς και προσπαθήσετε τέλος να γίνη το ταχύτερον η επέμβασις της Ευρώπης».
Είναι εμφανές ότι ο Κορωναίος όταν γράφει την έκθεσή του, ελάχιστα εικοσιτετράωρα μετά το ιστορικό γεγονός είναι ακόμα υπό το κράτος της συγκίνησης αλλά και της σύγχυσης από το δράμα, τις συνέπειες του οποίου άλλωστε είχε δει με τα μάτια του, καθώς κατάφερε να φτάσει στη μονή, μόλις είχαν τελειώσει όλα, αλλά τα πτώματα κείτονταν ακόμη εκεί. Πάντως ο ίδιος σε καμιά περίπτωση δεν αναφέρει ότι εμποδίστηκε από τις καιρικές συνθήκες προκειμένου να φτάσει εγκαίρως, όπως πολλοί ιστορικοί έχουν σημειώσει στις μελέτες τους για τα δραματικά γεγονότα.
Δεν γράφει με συνέχεια τα γεγονότα, αλλά εμπλέκει τη δική του περιπέτεια και την αδυναμία να φτάσει εγκαίρως στο Αρκάδι, με τα όσα γίνονταν στη μονή. Και μάλιστα όχι με χρονική σειρά.
Ακολουθεί ολόκληρη η έκθεση του συνταγματάρχη Πάνου Κορωναίου.
Ασκύφου την 15 Νοεμβρίου 1866
Προς την εν Αθήναις Επιτροπήν των Κρητών
Κύριοι!
Νέον δράμα επίσης ηρωικόν και ίσως έτι τραγικώτερον εκείνου του Μεσολογγίου παρεστάθη κατʼ αυτάς εις Αρκάδιον της Κρήτης. 250 ήρωες και 750 γυναικόπεδα αντιστάθισαν εν γνώσει νʼ αποθάνουν ηρωικώς υπέρ της ελευθερίας της πατρίδος των.
Προ είκοση περίπου ημερών ο Μουσταφά Πασσάς εγκαταλείψας τον Αποκόρωνα εξεστράτευσε κατά των τεσσάρων επαρχιών του Τμήματος Ρεθύμνης και εστρατοπέδευσεν εις Επισκοπήν της επαρχίας Ρεθύμνης∙ εκεί διαμένων εμεταχειρίσθει την αλωπεκήν και επροσπάθη δια της διαφθοράς να λάβη την υποταγήν των επαρχιών τούτων. Εις απάσες ιδίως έγραψε, εις τους ηγουμένους των μονών, εις τον αρχιερέαν, ή μάλλον τον αρχιιούδα Λάμπης∙ αλλʼ ουδείς απήντησεν, πλην του τελευταίου τούτου, όστις ουχί ολίγον συνετέλεσε εις το τραγικόν δράμα του οποίου γράφω το ιστορικόν εν συντόμω∙ διότι και ο χρόνος με λείπεται, και αι λεπτομέρειαι δεν με ήναι αρκούντως γνωστές. Παραλείπω τα του Αρχιερέως και των άλλων ολίγων προδοτών δι άλλην ευκαιρίαν και περιορίζομαι εις το δράμα του Αρκαδίου.
Ότε ο Μουσταφά Πασσάς ευρίσκετο εις Αποκόρωνα και ηπείλει τα Σφακιά και μετά πρόσκλησιν του Κου Ζυμβρακάκη και χρέος μου ενόμισα να δράμω εις βοήθειαν του∙ ότε όμως έφθασα εις το χωρίον Λευκήν Συκιάν εις τα όρια των Σφακίων κείμενον, επληροφορήθην την εκστράτευσιν του Πασσά εις Ρέθυμνον, και ούτως επέστρεψα εις αυτό. Μετεγινόμεθα εις συγκέντρωσιν στρατευμάτων, στρατοπεδεύσαντες εις Λιαρίνκη και ελάβαμεν όσον αφʼ ημίν εξηρτώτο τα δέοντα μέτρα προς υπεράπισιν του Αρκαδίου, το οποίον υποπτευόμεθα ότι έμελλεν να προσβάλη ο εχθρός. Βλέπων δε αυτόν απρακτούντα (;) εις Επισκοπήν και υποπτευθείς και από άλλας ενδείξεις περί του κρυφίου σκοπού του εχθρού, δεν αμφέβαλλα περί του σκοπού τούτου και έγραψα τα δέοντα εις Αρκάδι και εις τους οπλαρχηγούς, και ώδευσα ο ίδιος την προτεραίαν εις Αρκάδι στρατολογών διʼ αυτό. Την 8ην πρωίαν τρεις ώρας ευρισκόμενος μακράν του Αρκαδίου, ήκουσα τους τουφεκισμούς της εισβολής του εχθρού και την είδησιν αυτήν. Αμέσως εβάδισα ζητών επικουρίας πανταχόθεν. Την ημέραν εκείνην επολεμήσαμεν 500 περίπου εναντίον εξ χιλιάδων εχθρού, και εμποδίσαμεν αυτόν να πολιορκήσει πανταχόθεν το Αρκάδιον∙ αλλά περί λύχων αφού ο εχθρός εκυρίευσε το μέρος, όπερ εθεωρείτο η κλεις της θέσεως και ούτω η μονή επολιορκήθη στενώς. Παν το δυνατόν ενεργήθη κατά την νύκτα εκείνην, όπως την πρωίαν ευρεθώσιν όσον δυνατόν πλείονες άνδρες∙ αλλά δυστυχώς την επιούσαν παρευρέθησαν ολιγώτεροι της πρώτης ημέρας και ούτω διήλθομεν άπασαν την ημέραν, οι ολίγοι παρευρισκόμενοι, θεωρούντες την ηρωικήν υπεράσπισιν των εντός της μονής, χωρίς να δυνηθώμεν να τους βοηθήσωμεν.
Αφʼ εσπέρας μάλιστα οι πολιορκούμενοι ηδυνήθησαν να στείλωσι άνθρωπον με επιστολήν των εις ην κατεφαίνετο η γενναία απόφασις ήν έκαμαν νʼ αποθάνωσιν ηρωικώς, διότι ηδύναντο και την ημέραν και την νύκτα ίσως με περισσοτέραν δυσκολίαν να εγκαταλείψωσιν αυτό. Την δευτέραν ημέραν της εισβολής του εχθρού, ήτοι 9 του μηνός και ημέραν Τετράδην, ήρχοντο εις επικουρίαν 500 περίπου Αμαριώται∙ αλλʼ ο ηγούμενος της μονής των Ασωμάτων, άλλος προδότης όμοιος του Αρχιερέως Λάμπης, καταβάς εις την διάβασιν ημπόδισεν αυτούς να έλθωσιν εις επικουρίαν.
Καίτοι ολίγοι όντες κατά την ημέραν εκείνην, ηθελήσαμεν να προσβάλωμεν τον εχθρόν, και ενώ περί τούτου εφροντίζαμεν όργανα τινά του Αρχιερέως και του ηγουμένου επετέθησαν κατʼ εμού ζητούντα δύω επιστολάς προδοτικάς ας είχα συλλάβει του Αρχιερέως και τον προδότην, όστις τας έφερε, και ον είχα φυλακισμένον. Ο προδότης ούτος ονομάζεται Σιγάλας εκ Θήρας διδάσκαλος το επάγγελμα, Έλλην την εθνικότητα και τότε παρασταθείς αυτός δια να κάμη τον προδότην.
Ούτε αι διαμαρτυρήσεις, ούτε αι παρακλήσεις δια να στρέψωσι την προσοχήν των εις τους ενώπιον μας ηρωικώς αποθνήσκοντας ίσχυσαν να μεταβάλωσι τους σκοπούς των. Βλέπων δε ότι άλλο δράμα, ουχί πλέον ηρωικόν, αλλά αισχρόν ηδύνατο να παραχθή, απεφάσισα να δώσω τας επιστολάς, λέγων όμως εις αυτούς ότι από της στιγμής ταύτης δεν έμενα πλέον αρχηγός των και παρακαλών αυτούς αφού τέλος τύχωσι του ποθουμένου των να πολεμήσωσι τον εχθρόν, σώσωσιν ει δυνατόν τους γενναίους μαχομένους. Οι τας επιστολάς λαβόντες απεχώρησαν αμέσως, και ματαβάντες εις το μέρος όπου είχα φυλακισμένον τον Σιγάλαν απέλυσαν λαβόντες μεθʼ εαυτών. Και τότε ακόμη ηθελήσαμεν οι εναπομείναντες να προσβάλλωμεν τον εχθρόν, και οι είκοσι Έλληνες οίτινες ήσαν μετ΄εμού εβάδισαν επί κεφαλής, αλλʼ εις μάτην. Τέλος πάντες ανεχώρησαν, αφήσαντες τους ήρωας εις την τύχην των, και ούτω εμείναμεν μόνοι, έπρεπε νʼ αναχωρήσωμεν και ημείς διότι…
Μετά ταύτα επληροφορήθην ταʼ ακόλουθα. Ο εχθρός μετά 36 ωρών προσβολήν υπό εξ χιλιάδων στρατού και τεσσάρων πυροβόλων, έκαμε ρήγμα παρά τη θύρα και εισήλθεν εντός περί την 5ην ώραν της εσπέρας, αλλά μόνον το μεσονύκτιον έπαυσεν η μάχη. Κατʼ επανάληψιν εξέβαλον οι πολιορκούμενοι της μονής τους εχθρούς και εκ νέου εισέβαλον. Πολλούς έκαμαν υπονόμους οι πολιορκούμενοι και έθαψαν πολλούς των εχθρών συνταφιαζόμενοι και αυτοί. Ουδείς ελάλησε τότε περί παραδόσεως. Τέλος πολλοί ότε πλέον δεν ήτο δυνατόν να πολεμήσωσι, εγκατέλειπον μόνοι το ζειν. Ούτω έπραξεν λέγουν και ο μάρτυς Ηγούμενος Γαβριήλ, του οποίου ευρέθη το σώμα άνευ κεφαλής και της δεξιάς χειρός. 1500 Οθωμανοί εφονεύθησαν εκ των οποίων οι ημίσεις εκ των εντοπίων∙ άλλοι τόσοι είναι οι τραυματισμένοι.
Η θηριωδία του εχθρού αρχηγούντος του Μουσταφά Πασσά είναι ανωτέρα πάσης διηγήσεως. Εν στόματι μαχαίρας επέρασεν όλα τα επιζήσαντα γυναικόπεδα πλην νεανίδων τινών ευειδών. Εκ των πτωμάτων ήναψαν φούρνους και εντός έρριπτον τους δυστυχείς παίδας και βρέφη. Απέκοψαν τας κεφαλάς όλων σχεδόν των φονευμένων δια να τας φέρουν τρόπαια εις τον Μουσταφά, και όστις αληθώς τους ετίμησε δια χρημάτων. Όλους όσοι συνελήφθησαν ζώντες είτε εκ περιστατικών όλως απροβλέπτων, είτε δεν επρόφθασαν να δώσωσι πέρας εις το ζειν μόνοι, ετουφέκισεν. Ιδίως έπραξε τούτο εις τους Έλληνας∙ άμα ο άγριος Μουσταφάς ήκουεν ότι ήτο Έλλην ο αιχμαλωτισθείς, διέταττε να τουφεκισθή∙ μεταξύ αυτών λέγεται ότι συγκαταριθμείται και ο ήρως φρούραρχος Δημακόπουλος ανθυπολοχαγός ελθών μετʼ εμού εξ Ελλάδος. Άλλα λεπτομερέστερα περί αυτού και περί άλλων. Ξένοι ευρέθησαν εντός περί των τεσσαράκοντα μεταξύ των οποίων ενθυμούμαι τον πρώην επιλοχία Χρηστοφίδην εκ Μεσσηνίας, ανθυπασπιστήν και μετά ταύτα μοναχόν εις Άγιον Όρος, Λιντόπουλον εκ Πατρών.
Εάν αφʼ ενός το τραγικόν συμβάν τούτο λυπεί όλους ημάς δια την απώλειαν τοιούτων ηρώων και αθώων γυναικοπέδων, αφʼ ετέρου αποδεικνύει τρανώς ότι τα υπό τον Μουσταφά και τόσων εχθρών της Ελλάδος λεγόμενα ότι οι Κρήτες υπετάγησαν είναι ψεύδη και τιμούν (sic) τους Κρήτας και την Ελλάδα.
Εδιηγήθην ανωτέρω τα λυπηρά συμβάντα τα πραχθέντα από τινάς προδότας. Ταύτα όμως δεν έπραξαν ή ολίγοι τινές και οι λαοί όλοι της Κρήτης μένουν σταθεροί εις την απόφασίν των. Συνέβη μάλιστα και τι το οποίον και εστερέωσε την απόφασίν των τάυτην, και εκ νέου αποδεικνύει την θηριωδίαν των οθωμανών. Μετά την μάχην οι εντόπιοι οθωμανοί λυσσώντες δια την ασέλγειαν την τοσούτην εκ των εδικών των επέπεσαν εις το χωρίον Μέσην της επαρχίας Ρεθύμνης και εις το χωρίον Ατσιπόπουλον της αυτής επαρχίας τα οποία υπετάγησαν εξ ανάγκης. Και εκ μεν του πρώτου εφόνευσαν 40 άνδρας εκ δε του δευτέρου οκτώ, όσους εύρον, τουτέστι. Τούτο μαθόντες οι ημέτεροι απεσύρθησαν πάντες εις τα ορεινά.
Η τελευταία σκηνή του δράματος ήτο η ανάφλεξις μιάς υπονόμου ήν είχον προετοιμάσει οι πολιορκούμενοι και εις ην έδωσαν πυρ οι επιζώντες, αφού άφισαν και επληρώθη το μέρος εκείνο εξ εχθρών.
Μετά την καταστροφήν του Αρκαδίου την επιούσαν πρωί ο εχθρός ανεχώρησε επανακάμπτων εις Ρέθυμνον κατεσπευσμένως. Τοσούτον είχον εξασθενήσει και δειλιάσει από την γενναίαν αντίστασιν και καταστροφήν ην υπέφεραν.
Αφ΄ης έφθασα εις Αρκάδι την πρώτην φοράν ελάβαμεν όλα τα δέοντα μέτρα δια την πολιορκίαν και αναχωρών την τελευταίαν είπα εις τον ήρωα Δημακόπουλον θέλει υπερασπισθή το Αρκάδι μέχρι τελευταίας πνοής∙ θέλω εκτελέσει τας διαταγάς σας κατά γράμμα απήντησεν ο γενναίος στρατιώτης, και εστάθη εις τον λόγον του. Οι λόγοι ούτοι είναι ιστορικοί, δια τούτο και τους αναφέρω. Άπαντες δε αμιλλώντο τις να πράξη γενναιότερα. Ο ηγούμενος δια της μιάς χειρός εκράτει τον σταυρόν και δια της ετέρας το ξίφος. Ο Καπετάν Παύλος (σ.σ.: Ιωάννης, το σωστό) Σωπασής ή Κούβος άλλοτε υπηρετήσας παρά τη αστυνομία ότε ώρμησε ξιφήρης εναντίον των εχθρών και αφού έσφαξε πολλούς, τινές εδίωξε και επί τέλους εκάη δια της υπονόμου, αλλά λέγεται ότι ζη. Η ιστορία θέλει συλλέξει πράξεις αξίας των ενδοξοτέρων πράξεων των προγόνων των.
Μετά την αναχώρησιν μου μετέβην εις τα Δυτικά μέρη προς αντάμωσιν του Κου Ζιμβρακάκη και των λοιπών εισελθόντων ίνα κοινώς μετʼ αυτών και της γενικής Συνελεύσεως και των οπλαρχηγών συνεννοηθώμεν περί του πρακτέου.
Περί της καταστάσεως της Κρήτης αναφορικώς προς τον αγώνα της πολλά έχει τις να είπη∙ εν περιλήψει συνάπτω ταύτα. Απʼ αρχής εδόθη κακή διεύθυνσις, ή μάλλον άλλαζεν η διεύθυνσις ολοτελώς. Ουδείς υπήρχεν ο διατάττων, ο ενεργών, ο διευθύνων και έτσι κατελήφθη η σκέψις και η ενέργεια εις την θέλησιν εκάστου. Τούτο δηλοί ότι ήτο σφάλμα μέγα η έλλειψις Κυβερνήσεως. Εκ της ελλείψεως μιας διευθύνσεως και τα μέσα και αι δυνάμεις παρέλυσαν. Ήλθον μέχρι της σήμερον χίλιοι περίπου τακτικοί Έλληνες οίτινες ενούμενοι και διευθυνόμενοι και οργανιζόμενοι καλώς ηδύναντο να σχηματισθώσι εις δύω Τάγματα και νʼ αποτελέσωσι δύναμιν σπουδαίαν διʼ υποστήριξιν της Κυβερνήσεως, της τάξεως και του πολέμου. Κύκλω αυτής ηδύναντο να σχηματισθώσι και άλλα σώματα οργανισμένα και να συγκεντρώνωνται οι κάτοικοι μετά θάρρους και να σχηματίζεται επομένως δύναμις σπουδαία δια πόλεμον. Ούτως όμως ως εγένοντο τα πράγματα και αυτοί εμηδενίσθησαν∙ διότι διεσκορπίσθησαν κατά βούλησιν ανά ολίγοι εις πολλά μέρη. Αν υπήρχε διεύθυνσις και δύναμις κεντρική ούτε αι καταχρήσεις αι λαβούσαι χώραν εις τόσας προμηθείας δεν ήθελον λάβει χώραν, και τέλος ούτε οι προδόται ήθελον υψώσει κεφαλήν ως ύψωσεν και σήμερον φιλονικεί φανερά τον αγώνα κ.τ.λ. (sic)
Ποία είναι σήμερον η θεραπεία; Αγνοώ, δια τούτο υπάγω εις αντάμωσιν της Συνελεύσεως και λοιπών. Το κατʼ εμέ θέλω συστήσει εις πάντας τον σχηματισμόν ενός ισχυρού κέντρου, εις ο όμως πρέπει να δοθώσι, τα μέσα και προπάντων χρηματικά, δια να δυνηθή να σχηματίση έμμισθον δύναμιν, να δαπανά εις τας ανάγκας του και να προμηθεύηται τα δέοντα. Δεν εννοώ να χορηγήται μισθός πλούσιος, αλλά εν μέρος εις χείρας όσων πρέπει δια τας μικράς ανάγκας του στρατιώτου, και άλλο μέρος εις υπόσχεσιν μετά την αποκατάστασιν της πατρίδος. Η γνώμη αύτη πρέπει να δοθή ομοθύμως υπό πάντων της Συνελεύσεως (και) των Επιτροπών Αθηνών και Σύρου.
Η σημερινή κατάστασις της Κρήτης είναι μεν δυσχερής αλλʼ ουχί απελπιστική. Μία συνετή και δραστηρία διεύθυνσις, μία νίκη, μία σύστασις αρκούσι να μεταβάλλωσιν ολοπλεύρως την μορφήν των πραγμάτων.
Μη στείλλετε ανθρώπους μη στρατιωτικούς και προσπαθήσετε τέλος να γίνη το ταχύτερον η επέμβασις της Ευρώπης.
Σας ασπάζομαι
Ο Υμέτερος
Π. Κορωναίος

