Βρισκόμαστε στην εποχή που τα ρεύματα του θετικισμού, του ρεαλισμού και του νατουραλισμού ήταν έκδηλα στην ευρωπαϊκή τέχνη. Ο Κονδυλάκης έχοντας πάντα έντονη τη δίψα της γνώσης παρακολουθεί όλη την ευρωπαϊκή πνευματική παραγωγή και ζει τις εξελίξεις της εποχής του διαβάζοντας ποικίλα βιβλία λογοτεχνικού, ιστορικού και επιστημονικού περιεχομένου.

Γνωρίζει πολύ καλά τα αρχαία ελληνικά και διαβάζει από το πρωτότυπο πάρα πολλά αρχαία κείμενα. Λάτρευε τον Λουκιανό και τον Ξενοφώντα, οι οποίοι και θα τον επηρεάσουν καθοριστικά στο ύφος του ως χρονογράφου. Άλλωστε είναι ο πρώτος που μετάφρασε το Λουκιανό στα νέα ελληνικά. Ο Δ. Καλονάς αναφέρει: «Το «Όταν ήμουν δάσκαλος» με το κωμικό-τραγικό τέλος του θυμίζει το ύφος στο «Όνειρο» του Λουκιανού, τον οποίο αριστοτεχνικά έχει μεταφράσει».

Η αποκαλυπτική λεπτομέρεια, το κωμικό, η πυκνότητα και η λιτότητα είναι κοινοί τόποι στον Λουκιανό και στον Κονδυλάκη.

Γνωστότατη μορφή τίμιου, έξυπνου χωρίς στόμφο, ειρηνικού ανθρώπου, με σοφή απλότητα, με κανένα ενθουσιασμό, με μια φιλοσοφία πρακτική και με μια ειρωνεία που δεν έκρυβε καμιά κακία.

Στη δουλειά του ήταν ο «λευκός» δημοσιογράφος, χωρίς εγωπάθεια και αριβισμό. Ζούσε μποέμικη ζωή μα και ταχτική μαζί, σʼ ένα συνοικιακό δωμάτιο γεμάτο βιβλία ελληνικά και ξένα, στους πρόποδες του Λυκαβηττού, μόνιμος κάτοικος εκεί για όλα τα χρόνια της παραμονής του στην Αθήνα. Εργάστηκε στις εφημερίδες Άστυ, Σκριπ, Εστία, Εφημερίδα, και στο Εμπρός, την εφημερίδα του Δημήτρη Καλαποθάκη, ως Διαβάτης. Για είκοσι και παραπάνω χρόνια θα εκφράζει πάντα ακούραστος και αξιοπρόσεχτος στη στήλη του πρώτου χρονογράφου τα 6.000 χρονογραφήματά του.

Ήταν μόνιμος θαμώνας του ζαχαροπλαστείου Ζαχαράτου. Είχε συγκεκριμένη θέση και περνούσε το χρόνο του συζητώντας ή παίζοντας πόκερ ή παρατηρώντας τις κινήσεις και τους χαρακτήρες των παρευρισκομένων, αντλώντας από αυτήν την καθημερινότητα, υλικό για το χρονογράφημα της άλλης μέρας.

Το χρονογράφημα του Κονδυλάκη ήταν κοινωνικό, πολιτικό, ψυχογραφικό και αρκετές φορές αποτελούσε πηγή ιστορικών και επιστημονικών γνώσεων. Έθιγε την επικαιρότητα δίδοντας συγχρόνως ένα μάθημα πολιτισμού και ευθυκρισίας, αρετής και ήθους. Τα κείμενα του είχαν μια λεπτή ειρωνική διάθεση, χωρίς όμως να προκαλούν ή να προσβάλλουν. Με τέχνη έγραφε εύθυμα και περιγραφικά, με ψυχολογικό βάθος και στοχασμό. Πολλά χρονογραφήματά του ήταν λογοτεχνήματα. Η λεπτή παρατήρηση, η ματιά του που έμενε πάντα στο ουσιώδες, η ακριβολογία, η βαθιά γνώση της ανθρώπινης ψυχής, η αγάπη του για την αρχαία ελληνική και ξένη γραμματεία, η ευρύτατη επιστημονική και εγκυκλοπαιδική του μόρφωση, η οποία απλωνόταν στο παγκόσμιο γίγνεσθαι, η ηθική του συνέπεια και η αξιοπρέπεια του τον ανέδειξαν μοναδικό στο είδος του. Καλλιεργεί το δοκιμιακό χρονογράφημα και το διατυπώνει πάντα με σφριγηλό και εναργές ύφος. Συχνά το χρονογράφημά του ανάγεται στην περιοχή του διηγήματος, όπου συναντούμε ολοζώντανους διαλόγους. Ο Παύλος Νιρβάνας τον ονόμασε πατέρα του νεοελληνικού χρονογραφήματος, και όχι γιατί δεν υπήρχαν και προγενέστεροι, όπως ο Κωνσταντίνος Πωπ, ο Άγγελος Βλάχος, ο Εμμανουήλ Ροΐδης και άλλοι, αλλά γιατί, όπως παρατήρησε ο Παλαμάς, ο Κονδυλάκης είναι ο μεγάλος δάσκαλος, ο οποίος «ανύψωσε εις περιωπή λογοτεχνικού είδους αυτονόμου» το χρονογράφημα. Έδινε, καθώς θα έλεγε ο Καβάφης, όλη τη δύναμη του στο έργο του, στην κάθε σελίδα του.

Ο Κονδυλάκης δεν έγραφε εύκολα. Ο Άλκης Θρύλος αναφέρει: «Βασανιζότανε πολύ έως ότου νʼ ανακαλύψει και να διαμορφώσει και να ζυγίσει την έκφραση, η οποία θα απέδινε τέλεια την πρόθεση του και θα την μετέδιδε στον αναγνώστη χωρίς να ζητήσει απʼ αυτόν κόπο για να την καταλάβει … Η φράση του είχε μια κρυστάλλινη ακρίβεια υποδειγματική. Προσηλωνόταν ολόκληρος στη δημοσιογραφική του δουλειά και στέρησε από τον εαυτό του να ασχοληθεί περισσότερο με την καθαρά λογοτεχνική του δημιουργία».

Τα λόγια του Ζαχαρία Παπαντωνίου ότι «πρέπει να φάει λογοτέχνη για να βγει η εφημερίδα» ισχύουν απόλυτα στην περίπτωση του Διαβάτη.

Απέναντι από το γραφείο του στην εφημερίδα «Εμπρός» ήταν η θέση του τότε νέου Σπύρου Μελά. Παρακολουθούσε λοιπόν τον Κονδυλάκη, που κάπνιζε, έγραφε, έσκιζε και παιδευόταν να αποδώσει με λεπτομέρεια αυτό που ήθελε να πει. Κάποια μέρα του λέει ο Διαβάτης. Τι με κοιτάς ; Θα ʽρθει μέρα που θα τρίβεις και συ το κεφάλι σου για να κατεβάσει καμιά ιδέα». Όταν αποχώρησε από το «Εμπρός» ο Κονδυλάκης τον διαδέχτηκε στη στήλη του ο Μελάς.

Ένας λόγος που δεν εγκατέλειπε την καθημερινή του συνεργασία με τις εφημερίδες ήταν και γιατί του κάλυπταν τις βιοποριστικές του ανάγκες. Όμως του απομυζούσαν σε μεγάλο βαθμό τα λογοτεχνικά του χαρίσματα, διότι είχε επενδύσει όλο του σχεδόν τον χρόνο στη δημοσιογραφία με απόλυτη συνέπεια.

Έγραφε στη συντηρητική καθαρεύουσα που δεν ενοχλεί προσδίδοντας με το ύφος του μια εξαιρετική γοητεία στα κείμενά του. Άλλωστε αυτή ήταν και η καθιερωμένη γλώσσα των εφημερίδων, στην οποία ήταν αναγκασμένος να υποταχτεί. Αργότερα θα προσχωρήσει στη δημοτική αλλά αρκετά όψιμα. Εξαιτίας του ονομάστηκαν οι τότε φανατικοί δημοτικιστές «μαλλιαροί». Σε προχωρημένη ηλικία σε μια επιστολή του στον Άριστο Καμπάνη γράφει: «Η καθαρεύουσα δεν είναι γλώσσα, είναι τραγέλαφος» και παίρνει σαφέστατη θέση στο γλωσσικό ζήτημα του καιρού του, χτυπώντας αλύπητα την καθαρεύουσα και υποστηρίζοντας με μεγάλη θέρμη τη δημοτική. Ο «Νεωτεριστής» όπως και η «Πρώτη Αγάπη» είναι τα μόνα έργα, που έγραψε ο Κονδυλάκης στη δημοτική.

Υπήρξε ο πρώτος Πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών, της Ε.Σ.Η.Ε.Α., την εποχή που ο Ξενόπουλος, ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, ο Σπύρος Μελάς, ο Νιρβάνας εργάζονταν και εκείνοι ως χρονογράφοι.

Ο Κώστας Ουράνης, αναφέρει: «Ο Ιωάννης Κονδυλάκης …ήταν ένας φιλόσοφος, που δε ζητούσε να πει σπάνια πράγματα, αλλά έκανε σπάνια τα πιο κοινά.»

Από τα 6.000 χρονογραφήματα του Κονδυλάκη μόνο ένας μικρός αριθμός είναι γνωστός. Έζησαν την εφήμερη ζωή στις στήλες των εφημερίδων και ελάχιστα έχουν επανεκδοθεί. Μια μικρή ανθολογία από 24 χρονογραφήματα με τίτλο «Ενώ διάβαινα» εκδόθηκαν από τον ίδιο τον Κονδυλάκη το 1916.

Ο Ελευθερουδάκης μαζί με το «Όταν ήμουν δάσκαλος» δημοσίευσε και 17 χρονογραφήματα το 1930. Το περιεχόμενό τους ήταν ψυχογραφικό (Μαύρος Γάτος, Μανία Καταδιώξεως, Πάροικός μου), ιστορικό (Η Καμπάνα, Γενή Μανώλης, Πώς Ερώμιεψε το Χωριό, Σκούρα, ο Γέρος, Αναμνήσεις Γυναικοπαίδου, ο Κερκέζος) και διάφορα άλλα όπως ο Επικήδειος, η Κακία μας, ο Πειρασμός, ο Σιωπηλός και ο Καλικάντζαρος.

Αργότερα ο Σταύρος Σκοπετέας εξέδωσε ακόμα 28 στη «Βασική Βιβλιοθήκη», εκ των οποίων μερικά υπήρχαν και προηγουμένως στη συλλογή «Ενώ διάβαινα».

Στα «Άπαντα Κονδυλάκη» με επιμέλεια του Μανώλη Πατεραντωνάκη περιλαμβάνονται 300 χρονογραφήματα. Σε άλλη έκδοση των Απάντων του, με επιμέλεια του Γιώργη Πικρού, ο αριθμός είναι περίπου ο ίδιος. Εύχομαι σύντομα να βρεθεί τρόπος να επανεκδοθούν, αν όχι όλα του τα χρονογραφήματα, τουλάχιστο ένας μεγάλος αριθμός τους. Ο Κονδυλάκης ήταν ένας αυθεντικός δημοσιογράφος και η επανέκδοση των χρονογραφημάτων του θα ήταν χρήσιμη τόσο από δημοσιογραφική άποψη όσο και από λογοτεχνική.

Ο Παύλος Νιρβάνας έγραψε: «Από το έργον του «Διαβάτου», το σκορπισμένον εις το παροδικόν πλαίσιον του καθημερινού τύπου, υπάρχουν σελίδες που θα είχον όλα τα δικαιώματα να επιζήσουν πέραν της εφημέρου ζωής της εφημερίδος».

Παράλληλα με τη δημοσιογραφία, την ιστορία και την πεζογραφία ο Κονδυλάκης ενδιαφερόταν και για την λαογραφία. Την εποχή που φοιτούσε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, είχε καθηγητή του τον πατέρα της ελληνικής λαογραφίας Νικόλαο Πολίτη (1851 - 1912). Ίσως με υπόδειξη του να έγραψε στον πρώτο τόμο του επιστημονικού περιοδικού «Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος». Αυτό είναι το πρώτο του επιστημονικό λαογραφικό δημοσίευμα. Ο λαϊκός βίος και ο πολιτισμός της Κρήτης ήταν το θέμα του σε πάμπολλα άρθρα και χρονογραφήματα σε περιοδικά της Αθηνας και της Κρήτης.

Σε άρθρο του στη «Νέα Εφημερίδα» του Ηρακλείου στις 7-3-1919 δίδει την εξής πληροφορία « …. Κατά το 1901 εξεδίδετο εις το Ηράκλειον μηνιαίον περιοδικόν με τίτλον «Κρητικός Λαός» και είχε κύριον σκοπόν την λαογραφίαν ….. Τω όντι η Κρήτη έχει μέγαν πλούτον λαογραφικόν αθησαύριστον, όστις διαρκώς χάνεται και λησμονείται».

Είχα την ευκαιρία να ερευνήσω τα χειρόγραφα του Διαβάτη, σε επίσκεψη μου στο αρχείο του Μουσείου το Μάιο του 1997. Σε συνεργασία με την Ε.Σ.Η.Ε.Α., επιτύχαμε να μικροφιλμογραφηθεί το υλικό αυτό, να εκτυπωθεί, και τελικά να δεθεί σε έξι τόμους. Αυτοί οι τόμοι φιλοξενούνται στο Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο Βιάννου, όπου υπάρχει ένα τμήμα αφιερωμένο στο βιαννίτη συγγραφέα. Το λαογραφικό υλικό, που περιέχουν τα χειρόγραφα τετράδια του Κονδυλάκη, εκδόθηκε με την φιλολογική φροντίδα του καθηγητή Θεοχάρη Δετοράκη το 1987 με τίτλο, «Ανέκδοτα λαογραφικά Κρήτης» και δαπάνη του Συλλόγου Πολιτιστικής Ανάπτυξης Ηρακλείου.

Το Κρητικό λεξιλόγιο του Κονδυλάκη έχει εκδοθεί από τη Βικελαία Βιβλιοθήκη Ηρακλείου, επίσης με επιμέλεια του Θεοχάρη Δετοράκη, το 1990.

Η συλλογή των 3.700 λέξεων του Κρητικού λεξιλογίου του Κονδυλάκη αποτελεί σημαντική συμβολή στην Κρητική λεξικογραφία.

Ο Κονδυλάκης δεν έγραφε αβασάνιστα. Ίσως να έφταιξε και αυτό ώστε να ανήκει στις περιπτώσεις των ολιγογράφων λογοτεχνών, όπως ο Σολωμός και ο Καβάφης. Το πολύ γνωστό μυθιστόρημα του ο «Πατούχας» πρωτοδιαβάστηκε ως επιφυλλίδα στην «Εφημερίδα» από 14 Απριλίου - 1 Ιουνίου 1892. Με προσθήκη και βελτιώσεις τυπώθηκε στην οριστική του μορφή το 1916 από τις εκδόσεις Φέξη.

Είναι το πιο ολοκληρωμένο έργο του Κονδυλάκη, και όπως ομολογούσε και ο ίδιος, γράφτηκε στα διαλείμματα των συνεδριάσεων της Βουλής, όπου παρευρισκόταν για την «ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ» του Κορομηλά.

Αν κάμομε μια αναδρομή στους «ήρωες» που έχει αναδείξει η νεοελληνική πεζογραφία στο μυθιστόρημα, στο διήγημα, στο θέατρο, θα δούμε τον Πατούχα να προβάλλει ανάμεσα τους ζωηρός και ζωντανός, σαν να μην έχει εγκατασταθεί καθόλου χρόνος ανάμεσα σε μας και στις σελίδες που τον πρωτοπαρουσίασαν ως πλατυπόδαρο γιο του Σαϊτονικολή. Η δράση του Πατούχα τοποθετείται στα 1863, δηλαδή 3 χρόνια πριν τη μεγάλη επανάσταση του 1866 - 1869.

Οι ήρωες του Πατούχα είναι κάτοικοι του χωριού της Βιάννου. Η Σπυριδολενιά είναι η Σπυριδογιάνναινα, η διάσημη ψεγαδιάστρα, ο Αστρονόμος είναι ο Στειοτονικολής ο μετεωρολόγος του χωριού, ο Πατούχας είναι ο Γουρνεζομανώλης από το Λουτράκι.

Επιδέξιος και ευχάριστος αφηγητής, με λεπτή ειρωνεία και εξυπνάδα δίνει μέσα από μια εξαιρετική διαύγεια ύφους, δροσιάς και ζωντανής διαγραφής της φύσης και των προσώπων ένα πραγματικό έργο τέχνης. Ο Πατούχας είναι ο πρόγονος του έπους του Καζαντζάκη. Την «Πρώτη Αγάπη» την έγραψε ο Κονδυλάκης προς το τέλος της ζωής του στα Χανιά. Εκεί πρωτοτυπώθηκε από το τυπογραφείο του Φορτσάκη. Θεωρείται το «κύκνειο άσμα του». Ενώ δεν ξεκόβει από τα ηθογραφικά πλαίσια, κάνει περιγραφές ιδιόρρυθμων και απροσδόκητων ψυχολογικών διακυμάνσεων και αντιδράσεων. Γενικά είναι έργο ηθογραφικό, ρεαλιστικό, ψυχολογικό.

Εδώ ο Κονδυλάκης, πολύ πριν από την επικράτηση της θεωρίας του Φρόυντ κάνει βαθιά ψυχολογική ανάλυση στους χαρακτήρες του έργου του. Με μαεστρία παρουσιάζει τον εσωτερικό κόσμο των ηρώων του, τις ενστικτώδεις επιθυμίες τους, τις ψυχολογικές συγκρούσεις και γενικά τις πιο λεπτές πτυχές της ανθρώπινης ψυχής. Είναι το μοναδικό έργο που πρόλαβε να γράψει στη δημοτική. Ομολογεί πως έγραψε τη νουβέλα αυτή στη δημοτική, γιατί μόνο με τη δημοτική μπορούμε να εκφράσομε απλά εκείνο που νοιώθουμε. Μόνο η δημοτική δίνει στα αισθήματα το λυρισμό που δονεί τη ψυχή και συγκλονίζει την καρδιά.

Το «Όταν ήμουν δάσκαλος» είναι μια συλλογή, με την ομώνυμη νουβέλα και δεκαεφτά άλλα μικρότερα διηγήματα. Πρωτοτυπώθηκε το 1916 από τη Λογοτεχνική Βιβλιοθήκη Φέξη και επανεκδόθηκε μετά το θάνατό του από τον Ελευθερουδάκη.

Τα πρόσωπα εδώ είναι άτομα που συναναστράφηκε πιθανώς όταν ήταν δάσκαλος. Γράφει σε πλαίσια ψυχολογικά και ηθογραφικά με εντονότερο χιούμορ αλλά και τραγικότητα.

Στην «Πρώτη Αγάπη», στο «Μαύρο γάτο», στο «Ο Πάροικός μου» και σε άλλα επεκτείνεται σε νευρωτικούς ήρωες, σε παθολογικές περιπτώσεις και συχνά δημιουργεί μια βαριά υποβλητική ατμόσφαιρα. Όμως τα πράγματα εξισορροπούνται με την ύπαρξη τραγικού μεν αλλά και κωμικού στοιχείου. Ο Κονδυλάκης μας παραπέμπει στην αρχή της συνύπαρξης των αντιθέτων, ως στοιχείων συνυφασμένων με τη ζωή.

Συχνά ξεκινά μιαν ιστορία εύθυμα και καταλήγει δραματικά. Αλλά και το αντίστροφο ένα σοβαρό θέμα καταλήγει ευτράπελο. Στα αφηγήματά του ο Επικήδειος, η Κακία μας, το Δώρο του γενίτσαρου, συναντούμε ανάλογα επεισόδια και φόρμουλες που υπάρχουν και στη πολιτιστική μας παράδοση αλλά και στη Κρητική Λογοτεχνία. Στην Ερωφίλη ο Χορτάτζης λέει:

Τα γέλια και τα κλαήματα

με τη χαράν η πίκρα

μιαν ώρα εσπαρθήκασι

κι ομάδι εγεννηθήκα (ΕΡΩΦΙΛΗ 1 - 2)

Το ταλέντο του Κονδυλάκη να δημιουργεί έκπληξη και εναλλαγή πικρού - γλυκού καταγράφεται έντονα, στο διήγημά του «Επικήδειος». Εδώ ο Κονδυλάκης προβάλλει με τέχνη τις αντιδράσεις των ηρώων του, που δημιουργεί ο πειρασμός του γέλιου σε ένα σοβαρό γεγονός,μια κηδεία. Έτσι, γράφει ένα από τα μοναδικά χιουμοριστικά κείμενα της νεοελληνικής μας λογοτεχνίας, που πρωτοδημοσιεύτηκε στις 24 Οκτωβρίου του 1896 στην εφημερίδα «Εστία».

Από την εποχή του Όθωνα και την επανάσταση του Ναυπλίου είναι εμπνευσμένο το ιστορικού χαρακτήρα μυθιστόρημα του «Το 62 κάτω ο Τύραννος». Το πρωτοδημοσίευσε ως επιφυλλίδα (σε συνέχειες) στην Εφημερίδα «Σκριπ» από τον Οκτώβριο του 1895 έως τον Ιούνιο του 1896. Εδώ ο Κονδυλάκης εκθέτει με γνώση την εσωτερική και διεθνή πολιτική κατάσταση, κάνει κρίσεις και προβάλλει τα ιδεολογικά ρεύματα που επηρεάζουν τους νέους της εποχής.

Με το ψευδώνυμο Βαρδής Γύπαρης δημοσιεύει για πρώτη φορά το έργο του «Οι Άθλιοι των Αθηνών» στο περιοδικό «ΕΣΤΙΑ» από τον Ιούνιο ως το Νοέμβριο του 1894. Σε βιβλίο κυκλοφόρησε το 1914 από τον εκδότη Ιωάννη Τσορώνη. Είναι το πρώτο εικονογραφημένο ελληνικό μυθιστόρημα και ίσως και το πρώτο ρεαλιστικό μυθιστόρημα που γράφτηκε στην Ελλάδα. Επηρεασμένος από την νέα ρεαλιστική νατουραλιστική γραφή στη Γαλλία, η οποία εκπροσωπείται από τους συγγραφείς Balzac, Flaubert, Emil Zola, τους οποίους διαβάζει ο Κονδυλάκης, προχωρεί και εκείνος σε νέο τρόπο γραφής. Στο ρεαλιστικό μυθιστόρημα τα πρόσωπα και η δράση τους απορρέουν κατευθείαν από τα σπλάχνα της κοινωνίας. Και ο Κονδυλάκης στους «Άθλιους των Αθηνών» δίνει πλήθος χαρακτήρων και καταστάσεων της τότε αθηναϊκής κοινωνίας. Αισθητή γίνεται αμέσως από τον τίτλο η επίδραση που είχε υποστεί ο Κονδυλάκης, φυσικά ως ένα βαθμό, από το έργο «Άθλιοι» του Βίκτωρος Ουγκώ. Όμως ο μεν Κονδυλάκης θίγει και καταδικάζει την αδικία και τη διαφθορά της κοινωνίας, ενώ ο Hugo μας διδάσκει τη δικαιοσύνη, την αλήθεια και τη φιλανθρωπία.

Εκτός από τη συγγραφή χρονογραφημάτων, άρθρων και λογοτεχνικών έργων, ο Κονδυλάκης έχει να επιδείξει και αξιόλογο μεταφραστικό έργο.

Θαύμαζε τους κλασικούς συγγραφείς και τους διάβαζε από το πρωτότυπο ιδιαίτερα τον Ξενοφώντα και τον Λουκιανό.

Έκαμε αριστοτεχνικά τη μετάφραση από τα αρχαία ελληνικά των «Απάντων του Λουκιανού», που κυκλοφόρησε από τον εκδοτικό οίκο Φέξη. Αυτή είναι η πρώτη μετάφραση του Λουκιανού στα νέα ελληνικά.

Ο Παύλος Νιρβάνας σε συνεδρία της Ακαδημίας Αθηνών στις 8 Μαρτίου του 1928, αφού ονομάζει το Λουκιανό γενάρχη του ελληνικού χρονογραφήματος, τον συνδέει με τον Κονδυλάκη, τονίζοντας πως αν υπήρχαν εφημερίδες το 2ο μ.Χ. αιώνα ο Λουκιανός θα είχε αναλάβει τη χρονογραφική στήλη.

Ο Κονδυλάκης μετέφρασε και γαλλικά μυθιστορήματα, τα οποία αρχικά δημοσίευσε σε συνέχειες στις αθηναϊκές εφημερίδες.

Τον Ιούλιο του 1997 επισκέφτηκα τη Βιβλιοθήκη της Βουλής. Μέσα στους παλιούς κιτρινισμένους τόμους των Εφημερίδων, που φυλάσσονται εκεί, φιλοξενούνται και δημοσιεύματα, άρθρα, χρονογραφήματα, γραμμένα από λογοτέχνες όπως ο Νιρβάνας, ο Ξενόπουλος, ο Μελάς, ο Κονδυλάκης. Μετά από προσωπική έρευνα, εντόπισα στους τόμους της αθηναϊκής εφημερίδας «Εφημερίς» το μυθιστόρημα του Θεόφιλου Γκωτιέ «Καπετάν Φρακάσας», μεταφρασμένο από τον Ιωάννη Κονδυλάκη. Είναι δημοσιευμένο σε συνέχειες από τις 14 Απριλίου του 1894 έως τις 4 Αυγούστου του ίδιου χρόνου. Ο Διαβάτης είχε μεταφράσει από τα γαλλικά ολόκληρο το έργο του Γκωτιέ και μάλιστα με εξαιρετική ακρίβεια στην απόδοση του, πράγμα που έδειξε η σύγκριση της μετάφρασης με το γαλλικό πρωτότυπο του Γκωτιέ. Σʼ αυτό το μυθιστόρημα κρύβεται η πιο λεπτομερής περιγραφή το Παρισιού της εποχής εκείνης, σύμφωνα με τον καθηγητή Σταμάτη Φιλιππίδη.

Μεταφρασμένο από τον ίδιο έχομε και το γαλλικό μυθιστόρημα «Η Καταστροφή» του Αιμίλιου Ζολά. Η «Καταστροφή πρωτοδημοσιεύτηκε σε συνέχειες, στην ίδια εφημερίδα «ΕΦΗΜΕΡΙΣ» πριν από τον «Καπετάν Φρακάσα». Προφανώς με το πέρας των δημοσιεύσεων και μετά από απαίτηση των αναγνωστών η «Καταστροφή» επανεκδόθηκε σε μορφή βιβλίου το 1892. Στην έκδοση αυτή αναφέρεται καθαρά ως μεταφραστής ο Ιωάννης Κονδυλάκης, χωρίς ψευδώνυμο. Θα ήταν ευχής έργον να υπήρχε τρόπος να επανεκδοθούν αυτές οι δυο μεταφράσεις.

Το 1918 ο Κονδυλάκης νοιώθει πολύ μεγάλη καταβολή δυνάμεων και αποφασίζει να εγκαταλείψει την Αθήνα. Η υγεία του έχει κλονιστεί και κατεβαίνει στην Κρήτη. Πηγαίνει στα Χανιά, όπου πραγματοποιεί την έκδοση της «Πρώτης Αγάπης», και μετά στο Ηράκλειο και στη Βιάννο. Από τα Χανιά με διαβατήριο που εκδόθηκε την 29 Νοεμβρίου 1919, -έχω φωτοαντίγραφό του-, φεύγει με πλοίο για την Αλεξάνδρεια με σκοπό να περάσει και από την Κύπρο.

Απογοητευμένος γενικά φεύγει από την Αλεξάνδρεια και γυρίζει στην Ελλάδα.

Στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1919 ήρθε στο χωριό που γεννήθηκε, την Άνω Βιάννο. Εδώ θα παραμείνει 15 μέρες και εδώ κλείνει κι ένας κύκλος, τόσο λογοτεχνικός, όσο και βιολογικός για τον Κονδυλάκη. Θα ζήσει τις τελευταίες μέρες της ζωής του στον αγαπημένο του τόπο, στον τόπο της πηγής της έμπνευσής του και θα γράψει τα 12 τελευταία του χρονογραφήματα, με το γενικό τίτλο «ΕΚ ΒΙΑΝΝΟΥ», τα οποία δημοσιεύτηκαν στη «Νέα Εφημερίδα» του Μουρέλλου. Στην ίδια εφημερίδα είχε δημοσιεύσει κι άλλα χρονογραφήματα από τους τελευταίους μήνες του 1918 μέχρι τον Απρίλιο του 1919.

Επιστρέφει για λίγο στην Αθήνα, αλλά η υγεία του όλο και χειροτερεύει. Στο τελευταίο του γράμμα, προς τον Μιλτιάδη Μαλακάση ξεδιπλώνει με πίκρα την ψυχή του.Αποχαιρετά οριστικά την Αθήνα και έρχεται στις αρχές του 1920 στο Ηράκλειο. Όμως δυστυχώς η υγεία του εξελίσσεται πολύ άσχημα. Βαριά άρρωστο τον βρήκε ο θάνατος στις 25 Ιουλίου του 1920 στο Πανάνειο Νοσοκομείο και κηδεύθηκε στο ναό του Αγίου Μηνά με δημόσια δαπάνη.

Από το 1884 που έγραψε τα πρώτα του διηγήματα, μέχρι το 1919 την χρονιά, που έγραψε τα τελευταία του χρονογραφήματα με τίτλο «ΕΚ ΒΙΑΝΝΟΥ» στην εφημερίδα «Νέα Εφημερίς» του Μουρέλλου στο Ηράκλειο, ο Κονδυλάκης έκαμε μια ξεχωριστή κατάθεση πνευματικής και ψυχικής δημιουργίας και εύλογα κατατάσσεται στους αξιολογότερους των Ελληνικών Γραμμάτων.

Υπήρξε λογοτέχνης, πεζογράφος, διηγηματογράφος, ηθογράφος, ψυχογράφος, λαογράφος, δάσκαλος, δημοσιογράφος, χρονογράφος, ιστορικός, πολεμικός ανταποκριτής, συγγραφέας σχολικών βιβλίων, μεταφραστής του Λουκιανού, του Γκωτιέ, του Ζολά, μα πάνω από όλα Κρητικός.

Ο Πέτρος Χάρης γράφει: «...Ο Καζαντζάκης και ο Κονδυλάκης, δύο διαφορετικές δυνάμεις, αλλά ένα μέγεθος, μια ψυχή και μια ομορφιά».

Στα ανεξάλειπτα ίχνη, που άφησε ο Κονδυλάκης είναι αποτυπωμένη η πολιτιστική κι εθνική μας ταυτότητα, όπως και το ήθος, το πνεύμα και η λεβεντιά της κρητικής ράτσας. Μας έδωσε έργα από τα λαμπρότερα των Νεοελληνικών μας γραμμάτων.