Του Αλέκου Α. Ανδρικάκη [email protected]

Ισοτιμία για τη γυναίκα, δωρεάν γέννα, τρίμηνη άδεια απʼ τη δουλειά και παιδικοί σταθμοί!

Μια πρωτοποριακή ομιλία της Γαλάτειας Καζαντζάκη για τη θέση της εργαζόμενης Ελληνίδας, τον Φεβρουάριο του 1928


Ήταν η χαρακτηρισμένη απόλυτη γυναίκα. Εκείνη που προκάλεσε, συνειδητά, με τα γραφτά της ακόμη και τη συντηρητική κοινωνία του Ηρακλείου, στην οποία ζούσε και περιδιάβαινε. Εκείνη που δήλωνε, και ήταν, απόλυτα ελεύθερη. Μια επαναστάτρια στη ζωή και την τέχνη της. Ήταν η Γαλάτεια Αλεξίου – Καζαντζάκη (1881-1962), η πρώτη σύζυγος του Νίκου Καζαντζάκη, τον οποίο δεν δίστασε, μετά την οδυνηρή περιπέτεια της κοινής ζωής τους και του σκληρού διαζυγίου τους, να τον απομυθοποιήσει με τα δικά της κείμενα, ώστε να τον «εκδικηθεί». Ο ίδιος ο Καζαντζάκης, που ασφαλώς δεν της φέρθηκε με τον πλέον «συντροφικό» τρόπο, κι όχι μόνο λόγω του διαζυγίου τους χάριν της Ελένης Σαμίου, της δεύτερης συζύγου του, την είχε χαρακτηρίσει «κατακόκκινη αντάρτισσα παραφωνία».

Η Γαλάτεια, προικισμένη συγγραφέας και ασυμβίβαστη επαναστάτρια, μια από τις πρώτες Ελληνίδες που τόλμησε να μιλήσει σε εκδηλώσεις και να καταγγείλει το ανδροκρατούμενο πολιτικό και κοινωνικό σύστημα της χώρας, ακόμη και ενώπιον ανδρικών ακροατηρίων, από τις δεκαετίες ακόμη του 1910 και του 1920! Τον Φεβρουάριο του 1928, σε μια ομιλία της στην Αθήνα, οργανωμένη από τον Εκπαιδευτικό Όμιλο του Δημήτρη Γληνού, τάβαζε με το κοινωνικό σύστημα, που ήθελε τις γυναίκες καθυποταγμένες, αλλά και με τις ίδιες τις γυναίκες που δεν συνειδητοποιούσαν τη θέση τους και δέχονταν μοιρολατρικά την υποταγή τους! Την ομιλία εκείνη είχε δημοσιεύσει η «Αναγέννηση» του Δ. Γληνού, όπου και την εντοπίσαμε.

Η ομιλία –και το γραφτό που δημοσίευσε- ήταν σε ακραία μορφή δημοτικής. Άλλωστε η Γαλάτεια ήταν από τις πρωτοπόρους του κινήματος του δημοτικισμού, και μάλιστα από το 1910 είχε συγγράψει αναγνωστικα για τα παιδιά του δημοτικού σχολείου σε δημοτική γλώσσα. Θέμα της ομιλίας της ήταν ο ρόλος της εργαζόμενης γυναίκας στην κοινωνία της εποχής. Κι αφού απέδειξε την καταπιεσμένη θέση της Ελληνίδας, ως συνεπής κομμουνίστρια (αν και συχνά αιρετική, με δικές της θέσεις) έκανε σύγκριση με τη θέση της εργαζόμενης στη νεαρή Σοβιετική Ρωσία, για να δείξει ότι εκεί τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά.

Σʼ εκείνη την ομιλία της χώριζε τις εργαζόμενες γυναίκες σε τρεις κατηγορίες: σε «πισωδρομικές», σε «ελευθεριάζουσες» και σε «προοδεφτικές φιλελεύτερες». Όπως έλεγε, οι «πισωδρομικές», ήταν εκείνες που είχαν καταφέρει να γίνουν οικονομικά ανεξάρτητες, αλλά δεν είχαν ξεφύγει από την πρόληψη της υποταγής στον άνδρα. Οι «ελευθεριάζουσες» ήταν εκείνες οι εργαζόμενες, όπως έλεγε, που έπεφταν θύμα της στιγμιαίας παραζάλης τους και οδηγούνταν σε ένα τρομερό ηθικό κατήφορο, νομίζοντας ότι έχουν κατακτήσει την ελευθερία και τα δικαιώματά τους. Ουσιαστικά αναφερόταν σʼ εκείνη την κατηγορία που έκανε τα πάντα για να προχωρήσει και να κερδίσει χρήματα, για τις γυναίκες που «παζάρευαν» ακόμη και το σώμα τους για να προχωρήσουν στη δουλειά και στην κοινωνία. «Πώς συμβαίνει σε μας τις γυναίκες αυτή η παράδοξη ψυχολογική κατάσταση της αδιαμαρτύρητης υποδούλωσής μας σε μια αδικία, κι από την άλλη μεριά η τρομερή πρωτοβουλία μας να πέσουμε σε μια ανήθικη σωματεμπορία;», αναρωτιόταν στην ομιλία της. Και πρόσθετε: «Γιατί δεν μπορέσαμε ακόμη να τοποθετηθούμε σαν άτομα υπεύθυνα για τις πράξεις μας εμπρός στη ζωή. Για την ώρα παραμένουμε νευρόσπαστα που μας πάνε και μας φέρνουν αιτίες ολότελα εξωτερικές και που δεν αγγίζουν καθόλου το κριτήριο της συνείδησής μας. Κάνουμε ή δεν κάνουμε κάτι, όχι με την αυτενέργεια μακρόχρονης καλλιέργειας της ατομικότητάς μας, παρά με την επιπολαιότητα και την αβαθοσύνη ενός πρωτόπειρου μαθητεβόμενου της ζωής».

«Ό,τι όμως κάνει τραγικότερο το παραστράτημα της νέας ελληνίδας προς την εύκολη απόλαψη της ζωής», συμπλήρωνε «είναι η ορισμένη περίοδο, που περνάει ο κόσμος. Γιατί τώρα ίσα ίσα μας χρειάζεται να στέκει γερά στα πόδια της για να βοηθήσει να γίνει η ζωή καλύτερη, ευγενικότερη, δικαιότερη. Για την ώρα δε θα μας χρειαζόταν να χαρούμε τη ζωή, παρά να τη φτιάξουμε». Η τελευταία αυτή αναφορά ίσως δείχνει αυτό το προκλητικό ή και παράδοξο που συχνά εκδήλωνε με το γραπτό και το λόγο της η Γαλάτεια: μη χαρείτε τη ζωή, πρώτα φτιάξτε την και μετά.

Η τρίτη κατηγορία, οι «προοδεφτικές φιλελεύτερες» ήταν εκείνες που για τη Γαλάτεια ήταν το ιδανικό. Τις χαρακτήρισε στην ομιλία της «διανοητικά ανώτερες ελληνίδες», που «με πραγματικά εξελιγμένη συνείδηση, με μόρφωση και πλατύ μυαλό βρέθηκαν αμέσως στο ύψος της παγκόσμιας ανησυχίας, αγκαλιάζοντας τις ιδέες που μόνο μʼ αυτές θα προκόψει ο άνθρωπος».



Εργασιακή ισότητα



Σʼ εκείνες τις πρωτόγονες, για την εργασιακή θέση της γυναίκας, συνθήκες της ελληνικής κοινωνίας, η Γαλάτεια είχε την τόλμη να ζητήσει την ισότητα των γυναικών στο εργασιακό περιβάλλον. «Η εργαζόμενη γυναίκα – έλεγε στην ίδια ομιλία της- πρέπει να ζητήσει να πετύχει μια κατάσταση ισοτιμίας με τον εργάτη. Οι ίδιοι προστατεφτικοί νόμοι που αφορούν αυτόν να αφορούν και την εργαζόμενη γυναίκα. Να ζητήσει ακόμη δωρεάν περίθαλψη σε περίπτωση γένας. Να ζητήσει τρίμηνη ανάπαψη για τον τοκετό, χωρίς καμιά κατακράτηση από το μιστό της, να ζητήσει πιο ανθρωπιστικό μεταχείρισμα του βρέφους από μέρος του δημόσιου βρεφοκομείου∙ όπου από τα χίλια μωρά που μπαίνουν το χρόνο πεθαίνουν τα ενιακόσια. Να ζητήσει να ιδρυθούν creches δηλαδή ιδρύματα (σ. «Π»: παιδικοί σταθμοί), όπου να αφήνει το μικρό της όλη μέρα, κι όχι όπως κάνει τώρα που ταʼ αφήνει στους δρόμους. Και ακόμα να ζητήσει από το Κράτος να τιμωρείται με βαρύτατη ποινή ο αδερφός ή οποιοσδήποτε που θα σκότωνε μια γυναίκα από λόγους τιμής».

Όπως προαναφέραμε, το κείμενο της ομιλίας δημοσιεύτηκε στην «Αναγέννηση» του Δημήτρη Γληνού, τον ίδιο μήνα, τον Φεβρουάριο του 1928, απʼ όπου και το αναδημοσιεύουμε.