Οι συνομιλίες σας σάς έκαναν να δείτε με άλλη ματιά το Ηράκλειο;

«Κοιτάξτε, ως γνωστόν, δεν είμαι Ηρακλιώτισσα. Ήρθα μετά τις σπουδές και το γάμο μου εδώ, είχα την ανάγκη να ενσωματωθώ, να γίνω μέρος αυτού του τόπου. Δεν μʼ αρέσουν οι περίπατοι σε δυο βάρκες, τα ατυχήματα παραμονεύουν… Οι ιστορίες που άκουσα από την Κατίνα, και όχι μόνο, ήταν ένα είδος εισιτηρίου εισόδου σε τούτο τον τόπο. Ή, όπως σημειώνω και στον επίλογο του βιβλίου, ʽʼ μια πόλη μπορείς να την αγαπήσεις αν μάθεις τις ιστορίες της, αν ρίξεις φως στο παρελθόν της, αν δεις τους ανθρώπους σου μέσα στον καθρέπτη των άλλων… Μοιάζει να πιάνεις το νήμα έτσι και να προσπαθείς να προχωρείς και συ η ίδια σε τόπους που θα τους αγαπήσεις μέσα από τη ματιά τους αλλά και μέσα από την δική τους απώλεια των πραγμάτων.ʼʼ Έχω περπατήσει την πόλη ακούγοντας τις ιστορίες τόσο της Κατίνας όσο και της Αλέκας Παΐζη, μαζί τους. Και πιστέψτε με, ήταν πολύ ωραία, όχι πάντα ευχάριστες οι ιστορίες, πάντα η σκοτεινή μεριά του φεγγαριού παρούσα και αυτή, όμως έτσι δεν είναι η πραγματικότητα;»

Ποιο ποίημά της ξεχωρίζετε;

«Κάποιο που δημοσίευσε το 1937 στις Κρητικές Σελίδες της Θάλειας Καλλιγιάννη με τίτλο ʽʼΠροσπάθειαʼʼ. Κι αυτό γιατί δείχνει πως οι ορθάνοιχτες πόρτες γίνονται ερμητικά κλειστές όταν η οικονομική κρίση θα χτυπήσει την πλούσια οικογένειά της. Η εγκατάλειψη του φίλου στα δύσκολα, η υποκρισία, βλέπετε, έχουν τον δικό της ιδιαίτερο ρόλο. Πάντα.»