Συγκλονιστικά είναι τα όσα αποκαλύπτει σήμερα στην «Π» ο ένας εκ των δύο αστυνομικών που κατά την κινηματογραφική απόδραση από τις φυλακές Αλικαρνασσού, τον Ιούλιο του 1996, βρέθηκαν τετ-α-τετ με τον δραπέτη Βαγγέλη Σελιανάκη, ο οποίος μάλιστα άνοιξε πυρ εναντίον τους σε απόσταση μόλις τριών μέτρων.

Οι δύο αστυνομικοί είχαν πραγματικά “Άγιο” αφού ήταν οι πρώτοι που έσπευσαν στη φυλακή χωρίς να γνωρίζουν τι είχε συμβεί και κυρίως χωρίς να ξέρουν ότι υπήρχε ένοπλος.

Ο Μανόλης Μανουσάκης, ο οποίος αποστρατεύτηκε από την Αστυνομία πριν από λίγους μήνες, υπηρετούσε τότε στην Ασφάλεια Ηρακλείου. Μαζί με τον συνάδελφο του-ο οποίος επίσης υπηρετεί σήμερα στην Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Ηρακλείου-περιπολούσαν στην περιοχή της Αλικαρνασσού στο πλαίσιο υπηρεσιακής εντολής που είχαν λάβει για άλλη υπόθεση. Και οι δύο θεωρούνται από τους εμπειρότερους αστυνομικούς.

«Βρισκόμασταν στην συμβολή της Ικάρου με την Σταδίου. Με τον συνάδελφο είχαμε βγει από το περιπολικό και κάναμε κάποιον έλεγχο. Ξαφνικά ακούσαμε τον ασύρματο του Κέντρου Άμεσης Δράσης να «ουρλιάζει». Ο διαβιβαστής καλούσε όλα τα περιπολικά να σπεύσουν στις φυλακές Αλικαρνασσού. Η ώρα ήταν 8.30. Μπήκαμε αμέσως στο περιπολικό και ζητήσαμε οδηγίες, όμως σαφή απάντηση δεν λάβαμε. Ο διαβιβαστής συνέχισε να καλεί τα περιπολικά στις φυλακές. Αν και βρισκόμαστε 200 μέτρα από τις φυλακές, ανέφερα σκοπίμως ότι ήμασταν στα 50 μέτρα μήπως και μάθουμε τι συνέβαινε. Σαφή απάντηση όμως δεν πήραμε. Μόνο μας ζήτησαν να συνεχίσουμε».

Σύμφωνα με τον κ. Μανουσάκη, την ώρα που έφθασε το περιπολικό στην είσοδο των φυλακών, αντίκρισαν με τον συνάδελφο του ένα μπουλούκι κρατουμένων να τρέχει προς την έξοδο. «Κατέβηκα πρώτος γιατί ήμουν οδηγός. Τότε βλέπω τον Σελιανάκη να σηκώνει το αριστερό του χέρι, κρατώντας ένα περίστροφο. Πρόλαβα και έπεσα κάτω με τις δύο σφαίρες να «σφυρίζουν» πάνω από το κεφάλι μου. Αμέσως μετά ο Σελιανάκης έστρεψε το όπλο προς την πλευρά του συναδέλφου μου, τον οποίο επίσης πυροβόλησε δύο φορές. Ευτυχώς είχε προλάβει να καλυφθεί πίσω από το λάστιχο του μπροστινού τροχού».

Όπως λέει, ο Σελιανάκης πήγε να φύγει όταν επιχείρησε να τον αποτρέψει, πυροβολώντας με το υπηρεσιακό του όπλο μία φορά στον αέρα. «Ήταν καλοκαίρι και πολλές γιαγιάδες και παιδιά έκαναν βεγγέρα έξω στα πεζοδρόμια. Φοβήθηκα μήπως έχουμε αιματοχυσία. Ο Σελιανάκης ενώ έτρεχε, έστρεψε για δεύτερη φορά το όπλο εναντίον μας και πυροβόλησε ξανά».

Με δεδομένη την σκοπευτική δεινότητα του 53χρονου, ο Μανόλης Μανουσάκης ακόμα και σήμερα διερωτάται πώς δεν τον είχαν πλήξει τότε οι σφαίρες.

«Πιστεύω ότι τόσο εγώ όσο και ο συνάδελφος μου ήμασταν πολύ τυχεροί. Και οι δύο πλευρές αιφνιδιαστήκαμε. Ούτε ο Σελιανάκης περίμενε να μας δει κατά την έξοδο του από τη φυλακή αλλά ούτε και εμείς γνωρίζαμε ότι είχε γίνει απόδραση και μάλιστα ότι κρατούσε όπλο. Νομίζω ότι ο Σελιανάκης ήταν άριστος στο σημάδι. Υπό πίεση όμως λειτουργούσε με κάποια καθυστέρηση λόγω της αχρηστίας που είχε το δεξί του χέρι».



«Θα μπορούσαν

να είχαν σωθεί ζωές»



Δεκαπέντε χρόνια μετά, ο Μ. Μανουσάκης εκφράζει την άποψη ότι αν υπήρχε σωστός συντονισμός εκείνο το βράδυ από την πλευρά του Κέντρου Άμεσης Δράσης, ίσως τα πράγματα ήταν εντελώς διαφορετικά σήμερα.

«Πιστεύω ότι έγινε τραγικό σφάλμα στον χειρισμό της υπόθεσης. Ο διαβιβαστής καλούσε τα περιπολικά να πάνε στην Αλικαρνασσό, χωρίς να μας ενημερώσει περί τίνος πρόκειται. Το έκανε, όπως μάθαμε αργότερα, για να μην το μάθουν οι δημοσιογράφοι. Έτσι υπήρξε καθυστέρηση και κάποιοι πήγαμε εκεί σαν τα πρόβατα στη σφαγή. Εμείς ήμασταν πολύ κοντά. Μερικά δευτερόλεπτα νωρίτερα να είχαμε φθάσει, θα είχαμε μπλοκάρει με το περιπολικό την έξοδο της φυλακής και θα ήμασταν προετοιμασμένοι, με το δάκτυλο στην σκανδάλη. Ο Σελιανάκης δεν θα δραπέτευε ή τουλάχιστον δεν θα έφευγε ζωντανός από ʽκει. Ίσως σήμερα κάποιοι άνθρωποι να ζούσαν ακόμα».

Για την απόπειρα ανθρωποκτονίας κατά των δύο αστυνομικών και για την απόδραση ο Σελιανάκης καταδικάστηκε ερήμην του σε ποινή ισόβιας κάθειρξης.