“Και πολλοί, οι είδοσαν τον οίκον τον πρώτον και τούτον τον οίκον εν οφθαλμοίς αυτών, έκλαιον φωνή μεγάλη”.
(Εσδρας 3.13).
Και ήσαν δάκρυα χαράς τα δάκρυα εκείνα του λαού Ισραήλ, και ήτο φωνή ψυχικής ευφροσύνης η μεγάλη εκείνη φωνή επί τη αναμνήσει του πάλαι ναού και επί τη ανοικοδομήσει του δευτέρου.
Κλαίομεν και ημείς σήμερον συγκεκινημένοι και χαίροντες, διότι ηξιώθημεν να ίδωμεν εις πέρας ηγμένον το μέγα έργον, το οποίον εθεμελίωσαν μεν οι πατέρες ημών, συνεπληρώσαμεν δε, ευδοκία Θεού, ημείς τα τέκνα εκείνων. “Ευλογητός Κύριος ο Θεός των πατέρων ημών” (Εσρας 7. 27). “Ευλογητός Κύριος σήμερον, ος έδωκε κατάπαυσιν τω λαώ αυτού” (Βασιλ. Γ. 8. 56).
Και τα δάκρυα ημών δεν είνε τέκνα αμιγούς χαράς. Οχι! Διακρίνω εν πολλοίς τούτων και δάκρυα λύπης επί τη αναμνήσει υπάρξεων προσφιλών, υπάρξεων, αίτινες προέλαβον ημάς εις την αιωνιότητα. Και κλαίομεν, διότι και εκείνοι δεν συμπαρίστανται μεθʼ ημών σήμερον εν τω εγκαινιασμώ του ναού τούτου, και δεν συνενόνουσι τας δεήσεις αυτών και ικεσίας ταις ημετέραις εντεύξεσι και λιταίς.
Αλλʼ εκείνοι αοράτως ήδη περιιπτάμενοι συνεορτάζουσι κοινήν προς ημάς την εορτήν, αντʼ αυτών δε βοώσιν οι λίθοι ούτοι επί της γης· “εάν ούτοι σιωπήσωσιν, οι λίθοι κεκράξονται”, είπεν ο Κύριος.
Μετέστησαν εκείνοι, αλλά κατέλιπον ημίν υπομνήματα της εκείνων ζωής τους λίθους τούτους, εξ ων απαρτίζονται και ούτος ο μέγας και εκείνος ο μικρός της πόλεως ναοί. Ναι σώζονται και θα παραμένωσιν ασάλευτοι, εφʼ όσον ο του παντός συνοχεύς Κύριος θέλει, οι δύο ούτοι ναοί, μνημεία προφανή της ευσεβείας και πίστεως των πατέρων ημών και θα εξαγγέλλωσιν εις τους απογόνους εκείνων παρελθόντων χρόνων ιστορίαν· “εάν ουτοι σιωπήσωσιν, οι λίθοι κεκράξονται”.
Παρέρχονται η μια μετά την άλλην αι γενεαί· οι νεώτεροι διαδέχονται τους πρεσβυτέρους, αφίνουσι δε ίχνη της διαβάσεως αυτών τα λιθόκτιστα ταύτα σκηνώματα της θεότητος, βιβλία ανοικτά του πολιτισμού, των ηθών, του βίου αυτών, φωνογράφους, ούτως ειπείν, αψευδείς των αίνων και δεήσεων της χαράς και ευφροσύνης, αλλά και των στεναγμών και των θρήνων, των βασάνων και των εκπνοών πάντων, όσοι δια των αιώνων διήλθον διʼ αυτών. Ηθλον έθνη και λαοί, έζησαν, έδρασαν, κατεκτήθησαν, κατέκτησαν, εξέλιπον, παρήλθον. Τί εναπένειμεν εξ αυτών; πόθεν γινώσκονται; λίθοι μόνοι βρόσι τα ονόματα αυτών· “οι λίθοι κεκράξονται”.
Βοά ο Παρθενών, κηρύττει η Γόρτυς, υμνωδούσιν οι Δελφοί το κλέος και το μεγαλείον των αρχαίων Ελλήνων. Απηχούσιν αι υπόγειοι των ιερών κατακομβών στοαί τους στεναγμούς και τας μηστηριώδεις ευχάς των πρώτων ημών αδελφών εν τη πίστει. Διαφαίνονται έτι τα ευσεβή των πάλαι εν Βυζαντίω χριστιανών αισθήματα εν τας μόλις διαγραφομέναις ιεραίς τοιχογραφίαις της Αγίας Σοφίας, οι θόλοι της οποίας αντιλαλούσιν έτι τας μελιρρύτους των θεσπεσίων χορών υμνωδίας, αλλά και τον κοπετόν της τελευταίας αγίας και ιεράς λειτουργίας. Αλλά τι μεθίσταμαι εις χώρας μακράν αφʼ ημών κειμένας; Εντείναται μικρόν την προσοχήν. Εισέλθετε εις τον μικρό εκείνον ναόν. Ακούσατε, ακούσατε τους λίθους της οικοδομής άδοντας ύμνους δόξης και τιμής των προγόνων ημών. Εξετάσατε επισταμένως αυτούς, και θα ίδητε πώς έζων αι γενεαί εκείναι. Στενός και πεπιεσμένος, ως είνε ο ναός, παράγει εν ύμιν την εικόνα όρνιθος, ήτις υπεγείρει εξηπλωμένας τας πτέρυγας και δέχεται υπό την σκέπην αυτών τους διωκομένους και επτοημένους νεοσσούς της. Ούτω διωκόμεναι αι μητέρες ημών εκείναι γεναιαί, ουδαμού άλλοθι εύρισκον παραμυθίαν των κυκλούντων αυτάς παντοίων ανιαρών ή εν τω στενώ εκείνων πλην αγίω χώρω. Εκεί προστρέχοντες έκλαιον απωρφανισμένα τέκνα και αποτεκνωθέντες γονείς. Ιδετε· οι στεναγμοί αυτών ανερχόμενοι αναγινώσκονται έτι και νυν εν τοις υπʼ αυτών μελανθείσι λίθοις. Ο επί των κεφαλών των εκκλησιαζομένων επικαθήμενος θόλος είνε πιστή απεικόνισις των ασκουμένων πιέσεων, και ο λάμπων σταυρός δεικνύει την οδόν του μαρτυρίου, εις το οποίον ήγε τότε η εν τω κόσμω τούτω ζωή πάντων των εις τον σταυρωθέντα θεάνθρωπον πιστευόντων. Μια εκ πάντων των λίθων εκείνων ακούεται φωνή. “Πιστεύετε εις τον Θεόν και αγαπάτε την πατρίδα, σέβετε την εκκλησίαν και υφίστασθε πάσαν θυσίαν υπέρ των τριών τούτων, εάν θέλητε να ονομάζησθε και ήτε άξιοι υιοι των τοσαύτα υπέρ των τριών τούτων θυσάντων και αγαθά και σεμνά πατέρων ημών, ους ημείς εσκέπομεν και εφρουρούμεν.
Ευγνωμονείτε τοις πατράσιν ημών και προσέρχεσθε και υμείς ως εκείνοι προς ημάς, όπως προσλαμβάνητε θάρρος και δύναμιν εν τη ενασκήσει του θρησκευτικού και κοινωνικού καθήκοντος. “Καθήκον! Ιδού ο βίος όλων εκείνων, οίτινες συνηρμολογήσαντο ημάς εις ναόν άγιον. Γενώμεθα ευπεθείς εις την φωνήν ταύτων των λαλούντων αψύχων λίθων και μιμηταί των πατέρων ημών, ας παραδώσωμεν εις τα τέκνα ημών ανημμένους τους τρεις εκείνους πυρσούς του προς τον Θεόν, την πατρίδα και την εκκλησίαν καθήκοντος, υφʼ ων και εκείνοι διακαιόμενοι και καταυγαζόμενοι παρέσχον εαυτούς τύον και υπογραμμόν ευσεβείας και φιλοπατρίας.
Στρέψωμεν ήδη τον νουν και την προσοχήν ημων εις τον νεόδμητον τούτον ναόν του αυτού Αγίου μεγαλομάρτυρος Μηνά. Ακούσωμεν τους λίθους τούτους, οίτινες μεγαλοπρεπώς ανέρχονται εις ύψος και κάλλος άρρητον. Εσμέν, λέγουσι προς ημάς, έργον πίστεως ευσεβούς γενεάς. Εμέ προσεκόμισαν χείρες ιεραί Ιεράρχου Διονυσίου του εξ Αδριανουπόλεως, εν τη άνω ήδη Ιερουσαλήμ αναγεγραμμένου· ημάς, λέγουσιν έτεροι, προσεκόμισαν ώμοι των της πόλεως ηγετών και προκρίτων, ημάς, λέγουσιν άλλοι, προσήγαγον δεσποινών ευσεβών χείρες και λαού Χριστωνύμου ζήλος ο ένθεος και απετελέσθη εξ ημών έργον, του οποίου το κάλλος ίσον προς το μεγαλείον.
Εσμέν, λέγουσιν ημίν οι λίθοι ούτοι, μέλη ρυθμού εντελώς χριστιανικού. Εάν ίδητε τους τέσσαρας εκείνους υψηλούς πινσούς, οίτινες υψούνται ως φυγάδες της γης και σπεύδουσιν ως ερασταί προς τον ουρανόν, ο νουν ημών και άκων θʼ ανυψωθή προς το άπειρον. Εάν στρέψητε το βλέμμα υμών προς τα μεγαλοπρεπείς στοάς και τα αρχιτεκτονικά διαγράμματα, θα πληρωθή η καρδία ημών ευφροσύνης και αγαλλιάσεως.
Και όντως ο εισερχόμενος εν τω ναώ τούτω αισθάνεται εαυτόν αναγόμενον εις κόσμον άλλον, εις ατμόσφαιραν υψηλοτέραν και διαυγεστέραν, νομίζει εαυτόν εστώτα εν αυτοίς τοις Ουρανοίς· “οι λίθοι κεκράξονται”.
Και ήδη ο ναός ούτος υψιτενής και περίλαμπρος εις αιώνας τους μέλλοντας θα μιμνήσκη ημίν τε και τοις επιγιγνομένοις, ότι ίνα υψωθή τις εις τον Ουρανόν και γένηται μέτοχος της αγίας εκείνης δόξης και περιπατήση εν τω φωτί της Καινής Ιερουσαλήμ (Αποκάλ. 21. 24) οφείλει να έχη υπογραμμόν τον ναόν τούτον. Αψίδες πολλαί και ποικίλαι, η ετέρα την ετέραν συνέχουσαι και υποβασταζόμεναι, ανάγουσιν αρμονικώς και εν αλληλοβοηθεία ούτως ειπείν, το οκοδόμημα εις την κατακλείδα, αφʼ ης ως από θρόνου Ουρανίου ο των πάντων έφορος και προνοητής Θεός επιβλέπει και επισκοπεί το δοξολογούν αυτόν χριστώνυμον ποίμνιον, όπερ δια του ιδίου αίματος εξηγόρασε και προσεκτήσατο.
Αν θέλητε και υμείς να δοξασθήτε μέχρις εκείνου, όστις είπεν “εάν υψωθώ εκ της γης, πάντας ελκύσω προς εμαυτόν (Ιωαν. 12. 32). “Ούτω και υμείς οικοδομείσθε εις κατοικητήριον του Θεού εν Πνεύματι” (Εφεσ. 2. 22). Εχοντες την εις αλλήλους αγάπην, ομονοούντες εν παντί, συνεργαζόμενοι και αλληλοβοηθούμενοι αδελφικώς, ως τέκνα μιας και της αυτής μητρός, της Εκκλησίας, ως ποίμνιον ενός και του αυτού ποιμένος, του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ως καλλίκαρπα κλήματα μιας και της αυτής αμπέλου, του Σωτήρος ημών, θ΄ αποβήτε εκ ζώντων λίθων “οίκος πνευματικός, ιεράτευμα άγιον ανενέγκαι πνευματικάς θυσίας ευπροσδέκτους τω θεώ δια Ιησού Χριστού” (Αʼ Πέτρου 2. 5.).
Ειρήνη πάσιν υμίν· ειρήνη τοις συλλειτουργούσιν ημίν αδελφοίς εν Χριστώ αγίοις Αρχιερεύσιν και τω καθʼ ημάς και τω κατʼ αυτούς ιερώ κλήρω· ειρήνη πάσι τοις πιστοίς και ευσεβέσι χριστιανοίς ζώσι και εν Κυρίω τεθνεώσι, τοις βοηθήσασιν υμίν εις αποπεράτωσιν του ιερού τούτου έργου. Ειρήνη σοι τω μεγαλοπρεπεί και ενδόξω οίκω τούτω, όστις σκέπεις ημάς υπό τον υπερήφανον Ουρανόν των στοών τούτων. Ιδού ανέτειλεν η ημέρα η από γενεών προετοιμαζομένη σοι τω “οίκω του Θεού”, η ημέρα των Εγκαινίων σου, η ημέρα της καθιερώσεώς σου, η ημέρα της πανηγύρεώς σου. Πανηγύρεως και τοις νυν και τοις μετέπειτα, πανηγύρεως και τοις εγγύς και τοις μακράν, πανηγύρεως πάσι τοις ιδούσι τον ήλιον λάμποντα εν τη περιφερεία σου. Αιωνία η μνήμη των αοιδίμων κτιτόρων και ιδρυτών των συνεισενεγκάντων εις την οικοδομίαν σου, ους προ ημών προσεκαλέσατο παρʼ εαυτώ ο Υψιστος. Ευλογία παρά Θεού και χάρις και έλεος και εκείνοις, οίτινες συμπαρίστανται μεθʼ ημών εις τον εγκαινισμόν σου, και εκείνοις, οίτινες κωλυόμενοι, μακράν ημών συνεορτάζουσι τω πνεύματι συν ημίν σήμερον. Το μνημόσυνον πάντων τούτων εις γενεάν και γενεάν.
Και ήδη δεύτε εν ευσεβεία και φόβω Θεού εκ πυρπολουμένης εξ αγάπης καρδίας, δεύτε προσαγάγωμεν το πρώτον εν τω εγκαινισθέντι ναώ τούτω την θείαν αναφοράν την αναίμακτον θυσίαν του Κυρίου. Δεύτε αναλάβωμεν τον Χριστόν, όστις εστίν η αγάπη εν ταις καρδίαις ημών, όπως γενώμεθα άξιοι αναγραφήναι “εν τω βιβλίω της ζωής του αρνίου” (Αποκλ. 21. 27) και εισέλθωμεν εν τη πόλει τη αγία τη Καινή Ιερουσαλήμ, εν η ναός ου έστι “ο γαρ Κύριος ο Θεός Παντοκράτωρ ναός αυτής έστι και το αρνίον (Αποκλ. 21. 22).
“Και νυν, Κύριε, έστωσαν δη οι οφθαλμοί σου ανεωγμένοι εις την δέησιν του τόπου τούτου”. Επάκουσον ημών Κύριε, ως επήκουσας Δαβίδ και Σολομώντος των βασιλέων σου. “Και νυν ανάστηθι Κύριε ο Θεός εις την καταπαυσίν Σου, Συ και η Κιβωτός της ισχύος σου. Οι ιερείς σου, Κύριε, ο θεός ενδύσαιντο σωτηρίαν και οι υιοί Σου ευφρανθήτωσαν εν αγαθοίς” (Παραλ. Βʼ 6 40, 41).

