
Του Αλ. Α. Ανδρικάκη [email protected]
Ο μεγαλοπρεπής ιερός μητροπολιτικός ναός του Αγίου Μηνά, που χθες γιόρταζε, μαζί με την πόλη του Ηρακλείου η οποία έχει ανακηρύξει ως προστάτη της τον Αιγυπτιώτη Άγιο, εγκαινιάστηκε την Κυριακή των Μυροφόρων, στις 16 Απριλίου 1895, με εκδηλώσεις που ουσιαστικά διήρκεσαν τέσσερις ημέρες, από το Σάββατο 15 μέχρι και την Τρίτη 18 Απριλίου. Ποτέ άλλοτε, στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, η πόλη δεν είχε γνωρίσει τέτοιες λαμπρές ημέρες, στιγμές θρησκευτικής έξαρσης. Ήταν και μια αφορμή για τον απλό λαό να τονίσει την εθνική και θρησκευτική του ταυτότητα. Για τον απλό λαό, όμως, γιατί για τους τότε προύχοντες του Ηρακλείου τα εγκαίνια ήταν παράλληλα μια αφορμή να υμνήσουν ακόμη και το σουλτάνο και να δηλώσουν πίστη σʼ αυτόν, ως συνεπείς υπήκοοί του (!), καθώς ο προκάτοχος του Αμπντούλ Αζίζ Χαν, ο σφαγέας του κρητικού λαού στην επανάσταση 1866-69, είχε συνεισφέρει οικονομικά στην ανέγερση του ναού. Αυτή η συνεισφορά, φυσικά, δε ήταν κάτι το παράξενο, καθώς οι Τούρκοι δυνάστες είχαν ως πολιτική την κατʼ επίφαση θρησκευτική «ελευθερία» των Κρητών προκειμένου να δίνουν δείγματα «φιλελεύθερου καθεστώτος» στη χριστιανική Ευρώπη, την οποία ήθελαν σύμμαχο στην παράταση της κυριαρχίας τους στο μεγάλης στρατηγικής σημασίας νησί.
Παρά το γεγονός ότι εκείνες οι εκδηλώσεις είχαν αυτό το στοιχείο της επιβεβαίωσης της τουρκικής κυριαρχίας, ασφαλώς αποτελούν ένα σημαντικό ιστορικό γεγονός για τον χριστιανικό κόσμο, καθώς παρέδιδαν στη λατρεία των καταπιεσμένων χριστιανών, που λίγους μήνες αργότερα θα προχωρούσαν σε μια νέα εθνική επανάσταση, μια μεγαλοπρεπή εκκλησία αφιερωμένη στον προστάτη της πόλης Άγιο Μηνά, στον οποίο αποδίδονται μάλιστα πολλά γνωστά θαύματα υπεράσπισης των χριστιανών από τις τουρκικές διαθέσεις. Άλλωστε ο Άγιος Μηνάς λατρευόταν αιώνες πριν στο Μεγάλο Κάστρο, ενώ η μεγάλη εκκλησία ανεγέρθηκε δίπλα στη μικρή που προϋπήρχε.
Ο ναός θεμελιώθηκε το 1862, επί αρχιερατείας του μητροπολίτη Κρήτης Διονυσίου, που είχε καταγωγή από την Αδριανούπολη, έναν ιεράρχη που κατηγορήθηκε ότι στην επανάσταση του 1866 έπαιζε το παιχνίδι των Τούρκων. Αργότερα έγινε Οικουμενικός Πατριάρχης και πέθανε το 1891. Τα εγκαίνια έγιναν επί Τιμοθέου Καστρινογιαννάκη, στη διάρκεια της αρχιερατείας του οποίου οι εργασίες επαναλήφθηκαν και ολοκληρώθηκαν. Ο μεγαλοπρεπής ναός παραδόθηκε, δηλαδή, 33 χρόνια μετά τον θεμέλιο λίθο, αλλά στην πραγματικότητα οι εργασίες διήρκεσαν πολύ μικρότερο χρόνο, καθώς από το καλοκαίρι του 1866 σταμάτησαν λόγω της μεγάλης επανάστασης και ξανάρχισαν τον Μάρτιο του 1883. Σʼ έναν οικονομικό απολογισμό που λίγες ημέρες πριν από τα εγκαίνια δημοσίευσαν στην εφημερίδα «Ηράκλειον», που εξέδιδε ο Στυλιανός Αλεξίου με διευθυντή το βουλευτή Αντώνιο Βορεάδη, ο λογιστής της Χριστιανικής Δημογεροντίας Φωκάς και ο τότε διαχειριστής των οικονομικών του έργου Γεώργιος Καπνιστός, αναφέρουν οτι για την ολοκλήρωση των εργασιών είχαν δαπανηθεί από το 1862, 2.374.667 ¾ γρόσια, ποσό φυσικά τεράστιο, το οποίο αντιστοιχούσε σε περίπου 30.000 λίρες. Είχε συγκεντρωθεί κυρίως από τις συνεισφορές πτωχών και πλουσίων χριστιανών, αλλά και τις χορηγίες Τούρκων επιφανών, όπως του σουλτάνου Αμπντούλ Αζίζ Χαν, αλλά και του αντιβασιλέα της Αιγύπτου Σαΐτ πασά, οι οποίες έγιναν για άλλους λόγους. Από τη ροή των χρηματοδοτήσεων μπορούμε να συμπεράνομε ότι μέχρι την επανάσταση του 1866 οι εργασίες θα πρέπει να είχαν προχωρήσει ικανοποιητικά, καθώς μέχρι τότε είχαν δαπανηθεί σχεδόν τα μισά χρήματα, δηλαδή λίγο πάνω από 1 εκατομμύριο γρόσια.
Ο θεμέλιος λίθος τέθηκε στις 25 Μαρτίου 1862, με βάση τα σχέδια του Ηπειρώτη αρχιτέκτονα Αθανασίου Μούση, ο οποίος είχε αυτή την ευθύνη μέχρι σχεδόν την ολοκλήρωση των εργασιών. Πέθανε, όμως, λίγους μήνες πριν τα εγκαίνια, τον Αύγουστο του 1894. Πάντοτε υπήρχε επιτροπή επί της οικοδομής, που συντόνιζε και το έργο της συγκέντρωσης χρημάτων. Στην πρώτη ήταν πρόεδρος ο Κρήτης Διονύσιος και μέλη επιφανείς Ηρακλειώτες, οικονομικοί παράγοντες της εποχής, όπως ο πατέρας των Λυσίμαχου και Μίνωος Καλοκαιρινού, Ανδρέας, ο Γεώργιος Καστρινογιαννάκης, ο Κωνσταντίνος Παπαδάκης, ο Κωνσταντίνος Σωμαράκης, ο Γεώργιος Ζωγραφάκης, ο Γεώργιος Καπνιστάκης και ο Ιδομενέας Μαρκατάτος.
Η επιτροπή που παρέδωσε το 1895 στους πιστούς το ναό είχε πρόεδρο τον Κρήτης Τιμόθεο και μέλη τους Γεώργιο Καπνιστό, Πολυχρόνη Ρασιδάκη, Μιχαήλ Μελισσότη, Εμμανουήλ Καστρινάκη, Γεώργιο Βουγιουκλάκη, Δημήτριο Μελισείδη και Ιωάννη Παπαδάκη.
Αφιερωμένος
παράλληλα
στον Απόστολο Τίτο
και στους Αγίους Δέκα
Δεν είναι, ίσως, πολύ γνωστό ότι ο μητροπολιτικός ναός του Αγίου Μηνά ήταν παράλληλα αφιερωμένος στον Απόστολο Τίτο, πρώτο Επίσκοπο Κρήτης αλλά και στους Αγίους Δέκα Μάρτυρες, τους Κρήτες που μαρτύρησαν επί Δεκίου.
Παραμονές των εγκαινίων το «Ηράκλειον» των Αλεξίου και Βορεάδη έδινε μια εικόνα των προετοιμασιών που γίνονταν. Στο φύλλο 88 της Πέμπτης 13 Απριλίου 1895, έγραφε:
«Σύμπασα η Χριστιαν. Κοινότης της ημετέρας πόλεως παρασκευάζεται, όπως πανηγυρίση μεγαλοπρεπέστατα τα εγκαίνια του μεγίστου και περικαλλεστάτου τούτου ναού, πυρετώδεις δε καταβάλλει ενεργείας, όπως διακοσμηθώσι λαμπρώς ο ναός εντός και εκτός και αι κεντρικώτεραι της πόλεως οδοί, διʼ ων θα διέλθη η μεγαλοπρεπής εκκλησιαστική πομπή. Αι οικίαι και τα καταστήματα τα εκατέρωθι των οδών τούτων εστολίσθησαν μυρσίναις μετά πολλής καλαισθησίας, αψίδες δε πολλαί και μεγάλαι επήχθησαν ζευγνύουσαι τας οδούς, εν δε τη «Πλατειά Στράτα» λεγομένη κατεσκευάσθησαν άλλαι μικρότεραι αψίδες προ της εισόδου εκάστου εργαστηρίου, απτόμεναι αλλήλων. Τα πεζοδρόμια της «Πλατειάς Στράτας» μετεβλήθησαν ούτως εις δύο μακράς μυρσινοστολίστους στοάς.
Αι μεγάλαι αψίδες, αι ζευγνύουσαι τας οδούς είνε περί τας 15, άπειροι δʼ αι προ της εισόδου των εργαστηρίων μικρότεραι. Ο νεόδμητος ναός εστολίσθη μετά πολλής φιλοκαλίας δια μυρσινών, αι δε μεγάλαι των συντεχνιών σημαίαι κυματίζουσιν επί των υψηλών κωδωνοστασίων του.
Πλήθος μέγα λαού συρρέει εις την πόλιν χάριν της εορτής δια ξηράς και δια θαλάσσης από των επαρχιών και από των άλλων της Κρήτης πόλεων. Η «Κνωσός» μεταφέρει τους πανηγυριστάς εκ των ανατολικών της Κρήτης επαρχιών, εκ Χανίων δε θα φθάσωσιν αύριον 2 ατμόπλοια φέροντα τους εκ των Τμημάτων Χανίων, Σφακίων και Ρεθύμνης πανηγυριστάς και τους Θεοφ. Επισκόπους Κυδωνίας και Αποκορώνου, Κισσάμου και Σελύνου, Λάμπης, και Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου. Οι Θεοφ. Επίσκοποι Χερρονήσου, Πέτρας, Ιεροσητείας αφίκοντο ήδη εις την ημετέραν πόλιν. Ο Θεοφ. Επίσκοπος Αρκαδίας θα έλθη πιθανώς αύριον.
Η Α. Εξ. ο Γεν. Διοικητής Α. Καραθεοδωρή πασάς προσεκλήθη εις τα εγκαίνια, αλλʼ άδηλον, αν κατά τας παραμονάς της συνόδου της Γεν. Συνελεύσεως θα επιτρέψωσιν αυτώ τα καθήκοντά του να έλθη.
Η Α. Υψ. Ο ηγεμών της Σάμου Γ. Βέροβιτς πασάς, προσεκλήθη ωσαύτως εις τα εγκαίνια. Καίτοι δʼ η Α. Υψ. ο ηγεμών επόθει διακαώς να παραστή εν τη τελετή ταύτη, διότι και μακράν της Κρήτης ευρισκόμενος ουδέποτε επαύσατο αγαπών αυτήν, όμως η μεγάλη απόστασις και τα εν Σάμω καθήκοντά αυτού δεν τω επέτρεψαν την πλήρωσιν του πόθου τούτου. Εν τούτοις η Α. Υψηλ. μη θέλουσα να μένη όλως αμέτοχος της ευφροσύνου εορτής ενετείλατο τω βουλευτή Λασιθίου και διευθυντή του «Ηρακλείου» κ. Α. Βορεάδη να αντιπροσωπεύση Αυτήν εν τη τελετή των εγκαινίων».
Τα εγκαίνια
Η τελετή των εγκαινίων ήταν μεγαλοπρεπής. Όσο άξιζε στη μεγαλοπρέπεια του νεόδμητου ναού, αλλά και στη σημασία του γεγονότος της παράδοσής του στους χριστιανούς της πόλης. Όπως έχομε αναφέρει, τα εγκαίνια έγιναν την Κυριακή των Μυροφόρων, 16 Απριλίου 1895.
Η εφημερίδα «Ηράκλειον» παρουσίασε σε όλες τις εκδηλώσεις της τελετής στο φύλλο της 20ης Απριλίου, αφιερώνοντας ολόκληρη την πρώτη και τη δεύτερη σελίδα στο ιστορικό γεγονός. Στη συνέχεια στις σελιδες 16 και 17 θα παρουσιάσομε τα ρεπορτάζ της εφημερίδας, μαζί με την ομιλία που εκφώνησε ο Μητροπολίτης Κρήτης Τιμόθεος Καστρινογιαννάκης, που ασφαλώς έβαλε την προσωπική του σφραγίδα στο έργο.

