Στις 14.5.68 ο Παναγούλης φτάνει στη Ρόδο και από εκεί στις 15 στην Αθήνα, αρχίζοντας τη συγκρότηση της οργάνωσης του Κινήματος, φορτωμένος με όλο το βάρος της ευθύνης αυτής της φιλόδοξης προσπάθειας.

Μεταξύ 20-22 Μαΐου πραγματοποιούνται δύο ακόμη συναντήσεις Παναγούλη-Γιωρκάτζη στην Αθήνα.

Αρχές Ιουνίου μας στέλλουν τον συναγωνιστή Μάριο τον οποίο φιλοξενήσαμε και εκπαιδεύσαμε στην Κύπρο.

Εν τω μεταξύ ο Παναγούλης αντιμετωπίζει δυσκολίες και προβλήματα και γιʼ αυτό στις 8.6.68 εγκαταλείπει την Αθήνα και μεταβαίνει στη Ρώμη.

Μας ζητούν να διευθετήσουμε την κάθοδό τους στην Κύπρο για περαιτέρω συνεννοήσεις. Στις 29.6.68 Παναγούλης και Νικολαΐδης καταφθάνουν στην Κύπρο και φροντίζουμε για την ασφαλή παραλαβή και τη φιλοξενία τους υπό την προστασία έμπιστων συνεργατών.

Από τις συζητήσεις που έγιναν, ήταν πια σαφές, ότι στήριζαν πλέον την όλη προσπάθεια στην αποκλειστική βοήθεια και κάλυψη του Γιωρκάτζη, αφού ό,τι τους υποσχέθηκαν άλλοι από την Ευρώπη έμεινε χωρίς αντίκρυσμα. Ο Γιωρκάτζης τούς επιβεβαίωσε και πάλι την προθυμία του να βοηθήσει σε ό,τι χρειάζονται.

Συζητώντας τους διάφορους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσαμε να αποστείλουμε τον απαραίτητο οπλισμό για τις ανάγκες του Κινήματος, ο Παναγούλης έριξε και την ιδέα του διπλωματικού σάκκου, στην οποία και επέμενε. Παρά τις επιφυλάξεις μου ο Γιωρκάτζης τελικά συγκατένευσε και γιʼ αυτό τους έδωσα και το παραπλανητικό όνομα του παραλήπτη. Οταν αργότερα τον ρώτησα γιατί δέχτηκε, μου έδωσε την εξήγησή του, από την οποία φαινόταν ότι αφού αναμείχθηκε ήταν αποφασισμένος να διακινδυνεύσει τα πάντα.

Ενώ ο Νικολαΐδης έφυγε, ο Παναγούλης παρέμεινε στην Κύπρο μέχρι τις 11.7.68 για σύντομη εκπαίδευση και μάλιστα κατά την αναχώρησή του διακινδύνευσε παίρνοντας μαζί του δύο περίστροφα και διάφορα εκρηκτικά.

Στις 17.7.68 ο Παναγούλης φτάνει και πάλι στην Αθήνα.

Τέλος Ιουλίου και αρχές Αυγούστου άρχισε η αποστολή των δεμάτων με το διπλωματικό σάκκο. Ενα κάθε βδομάδα. Τον διπλωματικό σάκκο άνοιγε η υπάλληλος της Κυπριακής Πρεσβείας Νένα Αλεξάκη και παρέδιδε τα δέματα στον Λεκανίδη Ν. εκπρόσωπο του Α. Παναγούλη.

Εν τω μεταξύ αρχίσαμε να προγραμματίζουμε τις αποστολές των ποσοτήτων οπλισμού που θα εκάλυπταν τις ανάγκες του Κινήματος στο πλαίσιο του σχεδίου και του χρονοδιαγράμματος που θέσαμε.

Η πρώτη μεγάλη αποστολή με το πρώτο φορτίο, από 20 όπλα, ελαφρά αυτόματα, περίστροφα και πιστόλια και μεγάλες ποσότητες εκρηκτικών, κρυμμένα από ειδικούς στο μερσεντές του Κλεάνθη Ναύτη, θα αναχωρούσαν από την Κύπρο στις 13.8.68 με το πλοίο “Αφροδίτη” και θα έφθαναν στον Πειραιά στις 15.8.68. Προς τούτο έστειλα και το σχετικό μήνυμα, το οποίο ελήφθη.

Ομως την ίδια μέρα μας πρόλαβαν τα γεγονότα και μόλις καταφέραμε να κρατήσουμε το αυτοκίνητο προτού φορτωθεί το πλοίο, για να την πληρώσει αργότερα ο πρόξενός μας στην Αθήνα, του οποίου ζητήθηκε η ανάκληση επειδή το μερσεντές του ταξίδεψε με το ίδιο πλοίο, χωρίς ο άνθρωπος να έχει ιδέα.

Σε αυτό το σημείο νιώθω την ανάγκη να ξεκαθαρίσω κάποια βασικά πράγματα από χρέος στην ιστορική αλήθεια.

Η απόφαση της δημιουργίας του ένοπλου Κινήματος της Ελληνικής Αντίστασης εναντίον της χούντας, δεν λήφθηκε ούτε στην Κύπρο, ούτε στη Ελλάδα, αλλά στη Ρώμη, τον Φεβρουάριο του 1968, όπως ανέφερα προηγούμενα, με πρωτοβουλία του Αλέξανδρου Παναγούλη και μικρής ομάδας αξιόλογων συνεργατών του, μεταξύ τούτων και ο υποφαινόμενος (Παναγούλης, Νικολαΐδης, Αργυρόπουλος, Φιλιππακόπουλος, Στάθης, Παναγιώτου).

Θα εβασίζετο σε οργανωμένο σχέδιο με καθορισμένο πλαίσιο ένοπλης δράσης που θα περιλάμβανε.

Δολιοφθορές, ανατινάξεις και καταδρομικές αιφνιδιαστικές επιθέσιες εναντίον επιλεγμένων στόχων και άλλες δυναμικές δραστηριότητες, όπως επίσης εκτελέσεις εναντίον στελεχών της χούντας, σεσημασμένων βασανιστών και γνωστών συνεργατών τους, με επιδίωξη:

Την ενίσχυση των πολιτικών πιέσεων του εξωτερικού και ιδιαίτερα της Ευρώπης, η οποία άρχισε να δυσανασχετεί ελλείψει σοβαρής αντίστασης στο εσωτερικό. Να αποδείξουμε ότι η χούντα δεν είναι άτρωτη. Να προκαλέσουμε κλίμα ανασφάλειας και αμφισβήτησης της χούντας, ακόμη και μεταξύ των ίδιων.

Να ενθαρρύνουμε και άλλες δυνάμεις να βγουν δυναμικά στο προσκήνιο. Να προκαλέσουμε τη δυναμική που θα καλλιεργούσε και δημιουργούσε τις κατάλληλες συνθήκες για να βγει άφοβα ο κόσμος στους δρόμους με μαζικές και δυναμικές κινητοποιήσεις, μη αποκλείοντας ακόμη και την εξέγερση στρατιωτικών μονάδων, με τελικό σκοπό την ανατροπή της χούντας.

Αποκλείσαμε με αυστηρότητα τα τυφλά χτυπήματα με αθώα θύματα.

Θα ξεκινούσαμε πρώτα από την Αθήνα και Πειραιά και θα προχωρούσαμε στη συνέχεια στις άλλες μεγάλες πόλεις και περιοχές της Ελλάδας. Θα προσπαθούσαμε επίσης να οργανώσουμε πυρήνες Νεολαίας στις μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις, που θα αξιοποιούσαμε ανάλογα με τις εξελίξεις.

Η πρώτη φάση θα είχε χρονοδιάγραμμα 6 μηνών, οπότε ανάλογα με τις εξελίξεις θα επανεκτιμούσαμε την κατάσταση.

Τη γενική ευθύνη για την πολιτική αξιοποίηση της δράσης του Κινήματος και ο,τιδήποτε άλλο θα μπορούσε να εξασφαλισθεί από την Ευρώπη είχε ο Ν. Νικολαΐδης με τους συνεργάτες του στη Ρώμη.

Αρχηγός του Κινήματος της Ελληνικής Αντίστασης ήταν ο Αλέξανδρος Παναγούλης και κανένας άλλος, ο οποίος είχε και την ευθύνη αξιολόγησης και επιλογής των στόχων και της προετοιμασίας διεξαγωγής των επιχειρήσεων.

Η έναρξη δράσης του Κινήματος θα έπρεπε να ήταν εντυπωσιακή, ώστε να δημιουργήσει την κατάλληλη δυναμική για τη συνέχεια και θα περιελάμβανε σωρεία εκρήξεων εναντίον επιλεγμένων στόχων και αν μπορούσε την εκτέλεση κάποιου στελέχους της χούντας.

Και είναι αυτό ακριβώς το σχέδιο που προσπάθησε και επεχείρησε να εφαρμόσει ο Παναγούλης, για το ξεκίνημα, συνεπής στις συνεννοήσεις μας, εντοπίζοντας μάλιστα ότι πέραν των εκρήξεων, ο στόχος κατά στελέχους της χούντας να είναι ο ίδιος ο Παπαδόπουλος.

Επομένως η επιχείρηση της 13ης Αυγούστου δεν αποτελούσε ένα μεμονωμένο γεγονός απόπειρας δολοφονίας του Παπαδόπουλου, όπως επεκράτησε να λέγεται, αλλά θα ήταν απλώς η έναρξη του ένοπλου Κινήματος της ελληνικής Αντίστασης με προοπτική να συνεχίσει σύμφωνα με το σχέδιο και το πρόγραμμα. Γιʼ αυτό εξάλλου θα αρχίζαμε να αποστέλλουμε τις ποσότητες οπλισμού, άλλως δεν θα υπήρχε κανένας λόγος να το πράξουμε.

Ομως, η επιχείρηση απέτυχε, κατά τη γνώμη μου και λόγω απειρίας και λόγω βιασύνης, χωρίς περιθώρια για συνέχεια, με όλα τα γνωστά επακόλουθα και για τον ίδιο τον Αλέκο και τους συνεργάτες του, (Κλωνιζάκης, Λεκανίδης, Γιώτας, Βεριβάκης, κ.α.) αλλά και για μας τους συναγωνιστές του στην Κύπρο, που μπήκαμε πλέον ως πρώτοι στόχοι για εκτέλεση στον κατάλογο των κατευθυνόμενων παράνομων οργανώσεων και ομάδων. Ιδιαίτερα για τον Γιωρκάτζη με την απομάκρυνσή του από την κυβέρνηση και την κατάληξη της στυγερής του δολοφονίας, μετά την αποτυχημένη απόπειρα κατά του Μακάριου τον Μάρτιο 1970, στην οποία δυστυχώς διέπραξε το σφάλμα να έχει συνδρομή και ο ίδιος, γιʼ αυτό και έφυγε στιγματισμένος.

Τόνισα και άλλες φορές επί τούτου. Εξηγήσεις μπορεί να υπάρχουν, όχι όμως και δικαιολογητικό. Γιατί όσα κι αν μεσολάβησαν και δυστυχώς ήσαν πολλά, όσες πικρίες και καχυποψίες κι αν συσσωρεύτηκαν, ό,τι και να συνέβαινε, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες και περιστάσεις, δεν έπρεπε σε καμία περίπτωση να ενδώσει στην ασφυκτική πολιορκία που του άσκησαν εν όψει της απόπειρας οι πρωταγωνιστές της ως εντολοδόχοι των εμπνευστών της για να εμπλέξουν σε αυτή και τον ίδιο, με την ψευδαίσθηση ότι θα του τη χάριζαν, ενώ αυτοί αδίστακτοι όπως ήταν, προχώρησαν αμέσως στην άγρια δολοφονία του, χωρίς μάλιστα έκτοτε να λογοδοτήσουν.

Πέρα όμως απʼ αυτό, είναι γενικά παραδεκτό, ότι η απομάκρυνσή του από την κυβέρνηση και το περιβάλλον της εξουσίας κατʼ απαίτηση της χούντας και τα εκβιαστικά τελεσίγραφα, είχε και γενικότερες επιπτώσεις, γιατί έφυγε πλέον από τη μέση ο ισχυρός κρίκος που κρατούσε τον έλεγχο της εσωτερικής κατάστασης, με αποτέλεσμα η χούντα να προχωρεί ακάθεκτη στην άλωση του εσωτερικού μετώπου, οι κατευθυνόμενες παράνομες οργανώσεις και ομάδες να οργιάζουν με τις εγκληματικές τους δραστηριότητες και η εσωτερική κατάσταση να μη διαθέτει τη συνοχή και ενότητα των δυνάμεων και παραγόντων εκείνων που αποτελούσαν την ασπίδα προστασίας έναντι των κινδύνων που παραμόνευαν. Και αυτό ήταν ευθύνη και μεγάλη αποτυχία του νέου περιβάλλοντος εξουσίας που προέκυψε.

Θα πρέπει ασφαλώς να γίνεται κατανοητό, ότι η αποτυχία της επιχείρησης της 13ης Αυγούστου δεν μπορεί να μειώσει, ούτε την αξία και τη σημασία της προσπάθειας, ούτε και τον ίδιο τον Αλέκο. Γιατί και μόνο η απόφαση ανάληψης της ευθύνης του ένοπλου Κινήματος και της διενέργειας τέτοιας επιχείρησης, διακινδυνεύοντας τα πάντα, είναι αρκετά για να καταδείξουν το μέγεθος της δύναμης που χρειάζεται, του θάρρους και της τόλμης, της παλληκαριάς και αποφασιστικότητας. Και ο Αλέξανδρος Παναγούλης τα είχε αυτά μέσα του, γιʼ αυτό τόλμησε και μάλιστα επιλέγοντας από την αρχή την αναμέτρησή του με τον ίδιο τον αρχηγό της χούντας, τον ηγέτη της δικτατορίας, γεγονός που έδινε ευρύτερη διάσταση στην επιχείρηση λόγω της σημασίας του στόχου και του συμβολισμού της. Εξάλλου τέτοιες ριψοκίνδυνες προσπάθειες, έχουν πάντα και το ρίσκο της αποτυχίας, όσο πεπειραμένος κι αν είναι ο μαχητής τους.

Κι όμως ο Παναγούλης δεν σταμάτησε μέχρι εδώ. Επιστρατεύοντας τα μεγάλα ψυχικά αποθέματα δύναμης που έκρυβε μέσα του, τέντωσε και πάλι το ανάστημά του για μια νέα αρχή, καινούργιο ξεκίνημα αντίστασης και αγώνα με τη δική του προσωπική σφραγίδα και τον μοναχικό του τρόπο.

Μέσα από τα φρικτά βασανιστήρια, τη δίκη και την ιστορική του απολογία, την καταδίκη του σε θάνατο, τα διατάγματα εκτέλεσής του και την άρνησή του να ζητήσει χάρη, τις απεργίες πείνας και τις δραπετεύσεις του, τροφοδοτώντας το παγκόσμιο ενδιαφέρον. Και μέσα από όλο αυτό το μαρτύριο μας αποκάλυψε και μια άλλη ενδιαφέρουσα πτυχή των χαρισμάτων του, την καθαρά πνευματική και συναισθηματική με την εξαίρετη ποίηση που μας χάρισε.

Δεν θα ήταν ίσως υπερβολή να πούμε, ότι από τη σύλληψή του και ύστερα, ο αντιδικτατορικός αγώνας, με εξαίρεση τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, διεξαγόταν στο όνομά του.

Γιʼ αυτό και δίκαια χαρακτηρίστηκε και καταξιώθηκε στη συνείδηση των ανθρώπων ως σύμβολο Αντίστασης και Δημοκρατίας.

Ανέφερε μεταξύ άλλων στην απολογία του: “Δεν έχει σημασία ότι εμείς αποτύχαμεν. Αλλοι έρχονται μετά από εμάς. Θα ανατραπεί η κατάσταση δια της βίας. Αλλη οδός δεν υπάρχει. Ο αγών χρειάζεται προσπαθείας”.

Δυστυχώς, όμως, μετά τον Παναγούλη δεν βρέθηκαν άλλοι θαρραλέοι να αποτολμήσουν την ένοπλη αναμέτρηση με τη χούντα, μέχρι που τελικά η Κύπρος υπήρξε και πάλι το τραγικό θύμα, πληρώνοντας το ακριβό τίμημα.

Με τις καταραμένες και εφιαλτικές αποφράδες εκείνες μέρες του Ιουλίου του 1974, με το εγκληματικό και προδοτικό χουντικό πραξικόπημα στην Κύπρο, που άνοιξε διάπλατα τις πόρτες στην τούρκικη εισβολή και κατοχή. Ενα αποτρόπαιο ιστορικό έγκλημα με το οποίο σήμαινε και το τέλος της επαίσχυντης δικτατορίας και την πτώση της χούντας, με την αυτοδιάλυση και εξαφάνισή της, κάτω από το βάρος της ενοχής της κυπριακής τραγωδίας.

Τη στιγμή που ο ελληνικός λαός πανηγύριζε την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, η Κύπρος μετρούσε τις πληγές της για τη μεγάλη εθνική συμφορά και την απερίγραπτη ανθρώπινη τραγωδία.

Η μισή πατρίδα υπόδουλη, ο μισός πληθυσμός πρόσφυγες, το κάθε σπίτι μαυροφορεμένο, για να κλαίει ακόμη το νεκρό του, να αναζητά τον αγνοούμενο και να ανησυχεί για τον εγκλωβισμένο. Και το χειρότερο η επιβίωσή μας στην ίδια μας την πατρίδα μπήκε κάτω από σοβαρή αμφισβήτηση και ο κίνδυνος του ολοκληρωτικού αφανισμού πλανάται καθημερινά στις σκέψεις μας και τα βλέμματα των παιδιών μας.

Ο,τι καταφέραμε να χτίσουμε με τόσους αγώνες και θυσίες, χάθηκαν σε μια στιγμή, τα πήρε μαζί της η θλιβερή εφτάχρονη δικτατορία των Συνταγματαρχών, εξανεμίζοντας τόσες δυνατότητες και προοπτικές, τόσα όνειρα κι ελπίδες. Και η ευθύνη μάς βαρύνει ως λαό και ως έθνος.

Και ενώ ακόμη οι πληγές αιμορραγούσαν από το δράμα της εθνικής συμφοράς και του ανθρώπινου πόνου, χάσαμε δυστυχώς τόσο νωρίς και τον Αλέκο, τον οποίο ώριμο και δυναμικό πλέον πολιτευτή, προορίζαμε ως εκφραστή των κυπριακών θέσεων και διεκδικήσεων στον ελληνικό και ευρωπαϊκό χώρο.

Φίλε Αλέκο, όπου κι αν βρίσκεσαι, απʼ όπου κι αν μας παρακολουθείς, μη παραλείπεις να μας στέλλεις τις ευχές και τις ευλογίες σου για καλύτερες μέρες, γιατί τις έχουμε τόση ανάγκη σʼ αυτές τις δύσκολες στιγμές της σκληρής μας δοκιμασίας, για να παίρνουμε λίγο κουράγιο, δύναμη και θάρρος, πίστη, ελπίδα.

Με τους συναγωνιστικούς μας χαιρετισμούς

Αιωνία σου η μνήμη”.





* Ομιλία στα ΠΑΝΑΓΟΥΛΕΙΑ 2010 του Δήμου Αγ. Δημητρίου Αττικής, την 16/05/2010