Από την πρώτη ημέρα που αποκαλύφθηκε η δολοφονία του 60χρονου τότε Κώστα Κουνάλη η «Π» είχε αποκαλύψει στο σχετικό δημοσίευμα (15/11/2007) ότι από το μετόχι του άτυχου κτηνοτρόφου έλειπε το κυνηγετικό όπλο του.

Συγκεκριμένα στο ρεπορτάζ αναφερόταν: «συγγενείς του θύματος είπαν στην αστυνομία ότι στο μετόχι και μέσα σε μία πλαστική πρόχειρη ντουλάπα, υπήρχε ένα κυνηγετικό όπλο, το οποίο όμως δεν εντοπίστηκε.

Απεναντίας βρέθηκε μία φυσιγγιοθήκη που πήραν μαζί τους οι Αρχές. Στην παρούσα φάση η εξαφάνιση του όπλου, εάν ισχύει η ύπαρξή του, δεν απασχολεί την Αστυνομία, αφού δεν πρόκειται για το φονικό όργανο».

Σύμφωνα με πληροφορίες, στην ντουλάπα όπου οι φήμες ανέφεραν ότι ο κτηνοτρόφος άφηνε το κυνηγετικό δεν εντοπίστηκε κάποιο αποτύπωμα, ενδεχομένως γιατί η επιφάνεια δεν ήταν τέτοια ώστε να μπορεί να ερευνηθεί από τη Σήμανση.

Απεναντίας, ένα αποτύπωμα που μέχρι και σήμερα δεν έχει ταυτοποιηθεί είχε βρεθεί στο πόμολο της εξώπορτας. Οι Διωκτικές Αρχές πήραν αποτυπώματα από πολλά άτομα εκείνη την περίοδο, όμως κανένα δεν ταίριαζε με εκείνο που είχε εντοπιστεί στην πόρτα του σπιτιού όπου βρέθηκε δολοφονημένος ο Κουνάλης.

Το συγκεκριμένο «εύρημα» σε συνδυασμό με το δέρμα του δολοφόνου που βρέθηκε σε νύχι του θύματος κι ένα αποτσίγαρο αποτελούν τα «όπλα» της ΕΛΑΣ για το «δέσιμο» της υπόθεσης εργαστηριακά. Κι αυτό διότι οι Αρχές εκτιμούν ότι το «ορφανό» αποτύπωμα στην πόρτα ανήκει στο δολοφόνο του κτηνοτρόφου, ενώ υπάρχει και το DNA του δράστη, καθώς ο Κουνάλης στην προσπάθειά του να αμυνθεί πάλεψε με το δολοφόνο του.

Μάλιστα, ο άνθρωπος που τον σκότωσε με τόσο μίσος, είχε μετακινήσει το πτώμα, ίσως γιατί ήθελε να είναι σίγουρος ο δράστης ότι ο κτηνοτρόφος είναι νεκρός και δε θα επιζήσει για να αποκαλύψει την ταυτότητά του, σε περίπτωση που ήταν γνώριμό του πρόσωπο.

Ο Κώστας Κουνάλης που διατηρούσε ποιμνιοστάσιο στη Μονή Αγκαράθου, κοντά στο εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής -ο ίδιος ήταν από το Χαράκι Μονοφατσίου- βρέθηκε άγρια δολοφονημένος τον Νοέμβριο του 2007 από τον ανιψιό του που πήγε να τον ξυπνήσει για να πάνε να ταΐσουν τα ζώα.

Το μοιραίο βράδυ ο Κ.. Κουνάλης είχε πάει, όπως το συνήθιζε, σε καφενείο του Σγουροκεφαλίου και λίγο μετά τις 9 το βράδυ επέστρεψε στο κατάλυμα του. Συγκεκριμένα τον μετέφερε με το αυτοκίνητο του ένας φίλος του από το χωριό. Στο πλαίσιο της προανάκρισης κλήθηκαν για κατάθεση και έδωσαν αίμα συγγενείς, συγχωριανοί του και άτομα που είδαν για τελευταία φορά το θύμα.

Ο άτυχος κτηνοτρόφος είχε καθίσει στο κρεβάτι του και έβλεπε τηλεόραση όταν ξαφνικά κάποιος έκλεισε το διακόπτη του ηλεκτρικού ρεύματος που ήταν εγκατεστημένος στο εξωτερικό του σπιτιού. Ο δράστης της δολοφονίας επέδειξε απίστευτη μανία σε βάρος του. Τον άρπαξε με μανία από τα μαλλιά και μάλιστα ξεπάτωσε μία τούφα. Άρχισε να χτυπάει με δύναμη το πρόσωπο του στο πάτωμα. Τη χαριστική βολή την έδωσε όταν τον χτύπησε απανωτές φορές στο κεφάλι με ένα δρύινο καρεκλοπόδαρο. Ήταν τόση η μανία του που το ξύλο έσπασε. Το μεγαλύτερο κομμάτι ο δολοφόνος το πήρε μαζί του, εκτός από ένα μικρότερο τμήμα που διέφυγε της προσοχής του καθώς το είχε καλύψει το πτώμα του δολοφονημένου

Ο Κουνάλης δεν είχε μαλώσει με κανέναν, δεν του κρατούσαν κακία ό,τι κι αν έλεγε, γιατί όλοι γνώριζαν πως επρόκειτο για ένα καλοκάγαθο άτομο. Τα χρήματά του ήταν ελάχιστα και το μικρό χαρτζιλίκι που έβγαζε κάποιες φορές το σπαταλούσε- σύμφωνα με συγγενή του- στα «φρουτάκια». Δεν έκανε αγορές λόγω έλλειψης χρημάτων, ενώ τις περισσότερες φορές του πήγαιναν φαγητό στο μετόχι οι άνθρωποι από γειτονικά χωριά που τον γνώριζαν και τον συμπαθούσαν. Με κάποιους από αυτούς γύριζε σε χωριά και πουλούσε τυρί και σχεδόν πάντοτε τους παραπονιόταν πως δεν έχει χρήματα.