Ανάμεσα στους συλληφθέντες βενιζελικούς ήταν και ο δημοσιογράφος Ανδρέας Ζωγράφος, εκδότης της εφημερίδας του Ηρακλείου «Ανόρθωσις», η οποία με το ξέσπασμα του κινήματος και μέχρι τις 10 Μαρτίου 1935 κυκλοφορούσε μονοσέλιδη (μόνο η μία πλευρά του φύλλου τυπωνόταν) ως δελτίο των άρθρων του Ελευθερίου Βενιζέλου. Στη συνέχεια η έκδοσή της διακόπηκε αναγκαστικά, καθώς, εκτός από τη λογοκρισία, ο εκδότης της ήταν καταδικασμένος και φυλακισμένος. Επανεκδόθηκε 4 μήνες αργότερα, και με συνεχή άρθρα της στήριξε τον Ελευθέριο Βενιζέλο, εκφράζοντας τη θλίψη της για την αυτοεξορία του. Στο φύλλο της 14 Ιουλίου, μάλιστα, δημοσίευσε και το κείμενο της απολογίας του Α. Ζωγράφου, το οποίο αναδημοσιεύομε στη συνέχεια.

Σημειώνεται ότι συντάκτης της εφημερίδας ήταν ο Θρασύβουλος Σταυράκης, μετέπειτα αρχισυντάκτης της «Π».

Κύριε Πρόεδρε, Κύριοι Στρατοδίκαι,

Παρʼ όλον το ότι με συνέθλιψε ψυχικώς το φανταστικόν και ουδόλως ευσταθήσαν προ υμών επεισόδιον του γνωστού σας πλέον χωροφύλακος, το αντιπαρέρχομαι, ευλαβουμενος τον χρόνον του δικαστηρίου σας τοσούτω μάλλον καθʼ όσον ο πάντων αρμοδιώτερος να μνημονεύση τι περί αυτού κ. Νομάρχης Ηρακλείου ουδέ καν υπαινιγμόν αφήκε περί εμού ενώ τουναντίον σαφώς και απεριφράστως απήντησε όταν, ηρωτήθη, ότι δεν απεμακρύνθην σχεδόν ουδέ λεπτόν απʼ αυτού από της πρώτης στιγμής της ειρηνικής εισόδου μας εις το τηλεγραφείον μέχρι της ώρας της αναχωρήσεώς μου εκ της οικίας του καθʼ ην μοι απηύθυνε λόγους ευχαριστιών δια την αυθόρμητον συνοδείαν μου. Το ίδιον έκαμον και οι αυτόπται μάρτυρες των τότε γενομένων υπάλληλοι του Τηλεγραφείου Ηρακλείου. Αισθάνομαι μόνον επιτακτικόν καθήκον να διαδηλώσω την ειλικρινή ευγνωμοσύνη μου προς τον κ. Πρόεδρον διότι με ψυχικήν ανωτερότητα και βαθύτητα αντιλήψεως τιμώσαν τον πολιτισμόν μας δεν αφήκε θέσιν εις την αδικίαν της τόσον απανθρώπως εξυφανθείσης εναντίον μου σκευωρίας περί δήθεν γενομένης εκ μέρους μου αποπείρας ανθρωποκτονίας δια πυροβόλου όπλου εναντίον οργάνου της τάξεως.

Μετά τας ολίγας αυτάς λεξεις εισέρχομαι εις την κυρίαν δράσιν μου την επαγγελματικήν, του επαναστατικού δεκαημέρου.

Εδώ, κ. Στρατοδίκαι, εις τον τόπον του οποίου την δημόσιαν γνώμην ανήρπασεν ο επαναστατικός οιμούν της 1ης Μαρτίου υπήρξε τύπος αιγών και συνεπώς επαυξάνων την σύγχυσιν και την αγωνίαν του κόσμου και τύπος διαφωτίζων, ενεργών, αποφαινόμενος. Ο σιγήσας τύπος, κατά την ταπεινήν μου γνώμην δεν έκαμε τι το καλόν, δεν εσεβάσθη την δημοσίαν γνώμην. Την επρόδιδε. Ο ενεργών και διαφωτίζων τουναντίον, ενώ δεν ηστραποβάλει από ενθουσιασμόν, ήγγιζε όσον ηδύνατο την πραγματικότητα, εκήρυττε αυτήν επί τη βάσει των τότε υπαρχόντων δεδομένων, εσέβετο με σχετικότητας πάντοτε την αποστολή και τον προορισμόν του. Δεν έβλαπτεν.

Πεποίθησίς μου κατέστη εξ όσων είδα ότι, εάν τύπος δεν υπήρχε τας συνταρακτικάς εκείνας ημέρας, έστω χωλαίνων και ανεπαρκώς τροφοδοτών τας δύο αντιπάλους παρατάξεις, αι εμπρηστικαί διαδόσεις, αι οργιάζουσαι εις παρομοίας στιγμάς φήμαι, θα ανέτρεπον την εδώ ειρηνικήν μορφήν της επαναστάσεως, τα αναρχικά στοιχεία θα επυρπόλου το επικρατήσαν πνεύμα του απολύτου σεβασμού των αντιπάλων, οι εχθροί των δύο κόσμων θα εδυναμίτιζον το κοινωνικόν μας οικοδόμημα και εις τον απολογισμόν των ημερών εκείνων θα προσετίθετο ασφαλέστατα το αίμα τις οίδε πόσων και ποίων θυμάτων.

Ενθουσιασμόν επί τούτοις και τόνον δεν έδωκεν εις την επανάστασιν ο ενεργών τοπος, όχι μόνον διότι ο επαναστατικός παλμός εκυριάρχησε των πάντων και η ατμόσφαιρα ήτο διάχυτος από τον ενθουσιασμόν τον οποίον επροκάλεσε ο κατάπλους του στόλου εις Κρήτην. ΑΛλά διότι, κυρίως διότι, ο θρύλος ενός κυριάρχου ονόματος εξουδετέρωνε την δύναμιν του τόπου, εσάρωνε το στοχείον του, εξωβέλιζε αυτήν ταύτην την ύπαρξίν του. Ο τύπος δεν ήτο εδώ τηλεβόας ή εμψυχωτής κ. Στρατοδίκαι. Δεν εσάλπιζε εγερτήρια ή συναγερμούς. Με τον Βενιζέλον αρχηγόν μιας επαναστάσεως, ήτο μηδέν. Ητο τροχός αδρανών. Ητο δύναμις εκλείπουσα, ήτο φωνή άνευ ηχούς. Ητο εν απλούν μέσον επαναλήψεως των ανακοινώσεων της επαναστάσεως και του Αρχηγού της.

Δια την εφημερίδαν μου “Ανόρθωσιν” συγκεκριμένως κ. Πρόεδρε, ενυπάρχει το προνομιούχον φαινόμενον να κινήται ο απολογούμενος αυτήν την στιγμή Διευθυντής της προς όλας τας κατευθύνσεις, να επιλαμβάνεται αυτοπροσώπως των διακυμάνσεων του επαναστατικού δεκαημέρου, να ωτακαστή αν θέλετε και να αγρεύη την μικράν και την μεγάλην είδησιν δια να είνε συνεπής προς την αλήθειαν την οποίαν εδίψαν ο κόσμος και την οποίαν εκ παραδόσεως και αρχών εσεβάσθην ένα τέταρτον σχεδόν αιώνος με αληθή φανατισμόν.

Ο δημοσιογράφος κ. Στρατοδίκαι όταν δημοσιογράφος είναι και όχι κηφήν κοινωνικός πρέπον είνε να μη μένη εις την ουράν των γεγονότων αλλά να σπεύση εις την πλέον προκεχωρημένην των θέσιν. Πρέπον είνε να ανοίγη δρόμους και πηγάς καθʼ οιονδήποτε τρόπον. Καθήκον έχει να προτρέχη. Υποχρέωσιν να πρωτοπορή, να προβαδίζη. Παντού να σπεύδη και από παντού να αποκομίζη ως μέλισσα την τροφήν της δημοσίας γνώμης.

Διότι η δημοσία γνώμη όταν συνταράσσεται από γεγονότα και πράγματα, δεν ησυχάζει, δεν κοπάζει με την σιωπήν. Απʼ εναντίας εξαγριούται, παρασύρεται και πολλάκις αυτοεξωθείται ως εξηγριωμένο παιδί εις τα άκρα. Εάν υπάρχη καθήκον εις ανωμάλους συνθήκας και ημέρας ταραχώδεις δια τον δημοσιογράφον, το καθήκον αυτό δεν διαγράφεται εις την θαλπωρήν και την ασφάλειαν των μετόπισθεν. Οπως δια τον στρατιώτην υπάρχει θέσις και δια τον δημοσιογράφον υπάρχει έπαλξις τιμής. Και απʼ αυτής δεν απεμακρύνθην ουδέ στιγμήν, διότι αυτή ήτο η υποχρέωσίς μου και προς την κοινήν Πατρίδα, δια την οποίαν έδωκα και εγώ κάποιες σταγόνες αίματος και προς την κοινωνίαν.



“Θα ήτο ψευδής κάθε ισχυρισμός ότι δεν ήσκει εφʼ ημών ακατανίκητον γοητείαν ο Αρχηγός των Φιλελευθέρων κ. Βενιζέλος”



Συντομεύων κ. Πρόεδρε δεν θα είπω ότι δεν ανήκω εις κομμα. Δεν θα είπω ότι δεν επίστευσα εις τον κίνδυνον της Δημοκρατίας. Ούτε θα ισχυρισθώ ότι δεν ήσκει επʼ εμού ακατανίκητον γοητείαν ο Αρχηγός των Φιλελευθέρων κ. Ελευθέριος Βενιζέλος.

Τοιούτος ισχυρισμός θα ήτο ψευδής και ανευλαβής προς το σεβαστόν Στρατοδικείον σας. Δύναμαι όμως να διακηρύξω υπερηφάνως από του εδωλίου εις το οποίον καθήλωσε και εμέ η τυφλώνουσα εμπάθεια τοπικών κομματικών αντιθέσεων και ο επαγγελματικός ατυχώς μικροϋπολογισμός, ότι ούτε με εκίνησε, ούτε με ενέπνευσε, ούτε με εχρησιμοποίησε το κόμμα ή με εξώθησε κανέν αίσθημα κομματισμού τας ημέρας του κινήματος.

Η απόλυτος προσήλωσις και αφοσίωσίς μου προς το επάγγελμα αυτό καθαυτό με εκίνει, με ηλέκτριζε ανά πάσαν στιγμήν και μου έδιδε επιταγάς. Απόδειξις ότι δεν είμεθα εις αρμονικάς σχέσεις με τέως υπουργόν της κυβερνήσεως Φιλελευθέρων, σχεδόν από ολοκλήρου τετραετίας και όμως παραβλέπων τας σχέσεις αυτάς, τας τεταραγμένας, τον συνοδεύω άπαξ η δις όταν επιβάλλεται να μάθω περισσότερα και να γίνω κύριος των πραγμάτων, αντί να διατελώ αιχμάλωτός των.

Με τας Αθήνας κ. Στρατοδίκαι σημειωτέον δεν είχομεν καθʼ όλο το επαναστατικόν δεκαήμερον καμμίαν επικοινωνίαν. Ουδέ καν επαφήν. Τα ανακοινωθέντα της Κυβερνήσεως δεν μας γίνονται γνωστά. Με ένα τέως κατηγορούμενον έρχομαι εις ρήξιν όταν αποπειρώμαι να εκπορθήσω μίαν αλήθειαν. Η μόνη πηγή των πληροφοριών μας είναι τα Χανιά. Εκσφενδονίζομαι και εδώ όταν μου το επιβάλλει το επάγγελμα του δημοσιογράφου δια να αγγιστρώσω μίαν είδησιν, μίαν πληροφορίαν, μίαν λέξιν.



Αρχή και πίστις μας ήτο να σεβώμεθα την αλήθειαν και να μη αποκρύβωμεν τας ειδήσεις τα δυσαρέστους και όταν αύται έφερον την επανάστασιν κύπτουσαν...



Οτι δεν πολιτεύομαι εις τας ειδήσεις μου, ότι δεν παγιδεύω την δραχμήν του ανυπόπτου κοινού το βοά η υπʼ εμού απροσχημάτιστος διάψευσις της καταλήψεως της Θεσσαλονίκης με τοιχοκολλήματα και δημοσιεύσεις όπως εβεβαίωσεν ενώπιον υμών τόσοι αξιόπιστοι μάρτυρες. Και πότε; Καθʼ ην στιγμήν τα Χανιά πυρπολούν οι πυροβολισμοί των ευπίστων. Εάν τόλμημα δεν είνε τούτο εις ένα περιβάλλον επαναστατικόν, δεν είνε συνειδητή εξυπηρέτησις της δημοσίας γνώμης όταν υπάρχει η χειρ της λογοκρσίας και η επαναστατική απειλή της παύσεως ύπερθέν μου;

Αλλʼ αυτήν την απειλή την παραβλέπω ριψοκυνδεύων τα πάντα, ακόμη και την προσωπική μου ελευθερίαν όταν δύο ή τριών ημερών σιγή προειδεάζει μίαν κατάστασιν αποτόμου καταρρεύσεως του κακώς εκλαμβανομένου επαναστατικού όγκου. Αρπάζομαι τότε από την πρώτην ευκαιρίαν η οποία μου δίδεται, φθάνω δρομεύς κατάκοπος εις την πηγήν των πληροφοριών, τα Χανιά, και όταν οι συνάδελφοί μου των Χανίων διατελούν υπό βαθύ σκότος εγώ υφαρπάζω την είδησιν του βομβαρδισμού της Καβάλλας, την μεταδίδω εις το Ηράκλειον άνευ εγκρίσεως των αρμοδίων και φθάνων και μέχρις απειλής των τηλεφ. υπηρεσιών, δια την ταχίστην διαβίβασίν της, δίδω ρητήν εντολήν εις τους συντάκτας μου και αν ακόμη δαρούν να τοιχοκολλήσουν την είδησιν αυτήν εις τα κεντρικώτερα σημεία της πόλεώς μας. Και ούτω, πρώτον και μόνον το Ηράκλειον χάρις εις την επαγγελματικήν μου προσήλωσιν και τιμίαν ενημερότητα πληροφορείται το πλήγμα το κατενεχθέν κατά της επαναστάσεως δια του βομβαρδισμού της Καβάλλας υπό κυβερνητικών πολεμικών. Το τοιχοκόλλημα εκείνο, ηκούσατε κ. Στρατοδίκαι, επέσυρε την μήνιν των πολλών διετάχθη επαναστατικώ δικαίω το σχίσιμόν του, εγώ όμως δεν έχω σήμερον βεβαρυμένην την συνείδησιν διότι τότε όπως και ανά πάσαν άλλην στιγμήν είπα, εξήγγειλα, εβροντοφώνησα πρώτος την αλήθειαν. Μόνην την αλήθειαν.

Κύριε Πρόεδρε, τελειώνω δια να σας είπω: Ελευκάνθην και προώρως εγήρασα αγωνιζόμενος δια τα ιδανικά της Δημοκρατίας. Πολιτευόμενος δεν είμαι. Στρατιώτης μόνον είμαι, ο έσχατος έστω, της κοινής Πατρίδος και του κοινωνικού μας καθεστώτος. Πρεσβεύω την ρήσιν του σοφού που είπεν, ότι ηθική πλαισιωμένη με τιμάς είναι να χάνη κανείς τα αγαθά της ελευθερίας του δια τας ιδέας του.

Αλλά δεν βλέπω πού και πότε ανεμίχθην εις βίαν δια τας ιδέας μου και ποίος αξιόπιστος μάρτυς μού απέδωσε κατηγορίαν ότι εξεδηλώθην επαναστατικώς ή ότι εκινήθην με ζωηρότητα μη προσαρμοζομένην εις το άχαρι επάγγελμά μου.

Δια τούτο δεν αισθάνομαι την ανάγκην να εκζητήσω από δικαστάς της ιδικής σας περιωπής, επιείκειαν αλλά δικαιοσύνην. Διότι πιστεύω ακραδάντως, διότι με πεποίθησιν υποστηρίζω ότι δεν με βαρύνει κατηγορία άλλη πλην εκείνης της απολύτου προσηλώσεώς μου εις το επάγγελμα του δημοσιογράφου και στρατιώτου της κοινής Πατρίδος δια της οποίας τα ιδανικά δεν προσέφερα μόνος. Κύριε Πρόεδρε, κύριοι Στρατοδίκαι θρύλος δεκάδων ενιαυτών παραμένει αφʼ ότου ο πατέρας μου αφήκε τα θρανία της θεολογίας και κατήλθε από τας Αθήνας να πολεμήση δια την ένωσιν της Κρήτης, η θηριώδης κρεμάλα υπό των Τούρκων του Πάππου μου έξω από έναν Ναόν του Υψίστου, τον οποίον η θυσία εκείνη μετέβαλε εις βωμόν και Κασταλίαν πηγήν κάποιων ωραίων παραδόσεων. Μεθʼ όρκου βωβαιώ ότι, τας παραδόσεις εκείνας τας εσεβάσθην από των πρώτων μέχρι των τελευταίων στιγμών της επαναστάσεως.

Οτι, από αυτάς ήντλουν διδάγματα και αυταί εφώτιζον τον δρόμον μου. Εμεινα δημοσιογράφος, ίσως με αέρινα πτερά, αλλά και πονών αλλά και σεβόμενος την ιστορία της αιματοβρέκτου αυτής Ελληνικής γωνίας, αλλά και σαλπίζων την αλήθειαν των γεγονότων και όταν ακόμη εσαβάνωναν ταύτα το επαναστατικόν κίνημα δια το οποίον κρινόμεθα ενταύθα.