
Εβδομήντα πέντε χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από το βενιζελικό κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935. Όταν, δηλαδή, οι οργανώσεις της βενιζελικής παράταξης, κυρίως στο στράτευμα, αλλά και στον ευρύτερο κοινωνικό χώρο προχώρησαν σε κίνημα με στόχο την αποτροπή της παλινόρθωσης της βασιλευόμενης δημοκρατίας, αλλά και την αποκατάσταση των δημοκρατικών αξιωματικών που είχαν εκδιωχθεί από το στράτευμα.
Στην ουσία, όμως, πίσω από την κίνηση αυτή υπήρχε ο στόχος της επιστροφής των βενιζελικών στην εξουσία. Το κίνημα όμως απέτυχε με συνέπεια να οδηγηθούν στις φυλακές εκατοντάδες στελέχη των Φιλελευθέρων, να καθαιρεθούν πολλοί ανώτατοι αξιωματικοί κι ο ίδιος ο Ελευθέριος Βενιζέλος να οδηγηθεί αυτοεξόριστος στο Παρίσι, όπου και πέθανε στις 17 Μαρτίου 1936. Οι συνέπειες ήταν ακόμη βαρύτερες, στη συνέχεια. Στις εκλογές για τη συντακτική συνέλευση, τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου, οι Φιλελεύθεροι απείχαν. Τις εκλογές κέρδισε ο Π. Τσαλδάρης, τον οποίο ανέτρεψε στη συνέχεια ο Κονδύλης, και στις 25 Νοεμβρίου 1935, με πραξικοπηματικό τρόπο επανάφερε τη μοναρχία και τον Γεώργιο το Β΄ στο θρόνο. Λίγους μήνες αργότερα ο Ιωάννης Μεταξάς έβρισκε ανοικτό το δρόμο για την επιβολή της φασιστικής δικτατορίας.
Στην κυβέρνηση, στις αρχές του 1935, ήταν το Λαϊκό κόμμα με πρωθυπουργό Παναγή Τσαλδάρη και υπουργό Στρατιωτικών τον Γεώργιο Κονδύλη, ενώ στο αξίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας ο Αλέξανδρος Ζαΐμης, που είχε διατελέσει, τρεις δεκαετίες πριν, ύπατος αρμοστής στην Κρήτη. Αν και οι λαϊκοί είχαν αναγνωρίσει την αβασίλευτη Δημοκρατία, στην ουσία το κόμμα τους δεν την είχε αποκηρύξει, καθώς ένα μεγάλο μέρος των οπαδών της πίστευαν σʼ αυτήν. Το γεγονός προκαλούσε φόβους στην πλευρά του Βενιζέλου ότι θα επιχειρείτο επιστροφή στη μοναρχία.
Δύο ακόμη γεγονότα είχαν φορτίσει έντονα την πολιτική ατμόσφαιρα και τα πολιτικά πάθη μεταξύ των δύο παρατάξεων. Ήταν η απόπειρα του Ιουνίου 1933 κατά της ζωής του Βενιζέλου και εκδίωξη δημοκρατικών αξιωματικών από το στράτευμα, ιδιαίτερα με αφορμή το Κίνημα Πλαστήρα 6ης Μαρτίου 1933.
Η απόπειρα του 1933 έπεισε το Βενιζέλο ότι οι πολιτικοί αντίπαλοί του δεν θα δίσταζαν να χρησιμοποιήσουν οποιοδήποτε μέσο προκειμένου να τον εξοντώσουν και η πεποίθησή του αυτή, καθώς και η πίστη του ότι η παράταξή του και η χώρα γενικά χρειάζονταν τις υπηρεσίες του, ασφαλώς συνέλαβαν στη λήψη αποφάσεων που μόνο ατυχείς μπορούν να χαρακτηριστούν. Με ενθάρρυνσή του είχαν συγκροτηθεί οργανώσεις από τους βενιζελικούς αξιωματικούς, όπως η «Ελληνική Στρατιωτική Οργάνωση» (ΕΣΟ) και η «Δημοκρατική Άμυνα». Η πρώτη συγκροτήθηκε από αξιωματικούς που υπηρετούσαν στο στρατό και από τα ηγετικά στελέχη της ήταν ο αντισυνταγματάρχης Χριστόδουλος Τσιγάντες, ο αδελφός του λοχαγός Ιωάννης Τσιγάντες, ο συνταγματάρχης Στέφανος Σαράφης και άλλοι. Σκοπός της οργάνωσης ήταν να εμποδίσει τον Γεώργιο Κονδύλη να επιβάλει με δικό του κίνημα δικτατορία, αλλά και να ετοιμάσει αντίστοιχα στρατιωτικό κίνημα, για να αποτρέψει ενδεχόμενη μεταβολή του πολιτεύματος. Η δεύτερη οργάνωση, η «Δημοκρατική Άμυνα», συγκροτήθηκε από αποστρατευμένους κυρίως βενιζελικούς αξιωματικούς. Ηγέτες της ήταν οι στρατηγοί Άν. Παπούλας και Στυλιανός Γονατάς αλλά πραγματικός αρχηγός ο Νικόλαος Πλαστήρας, αυτοεξόριστος στη Γαλλία μετά την αποτυχία του κινήματος που είχε οργανώσει το 1933.
Το σχέδιο για το κίνημα
Το αρχικό σχέδιο προέβλεπε στην κατάληψη του στόλου, ενώ οι στρατιωτικές δυνάμεις που έδρευαν στη Θεσσαλονίκη και την Καβάλα θα ετίθεντο κάτω από τον έλεγχό των κινηματιών. Με τον έλεγχο του στόλου, των φρουρών Θεσσαλονίκης και Καβάλας, την Κρήτη και τα νησιά του Αιγαίου στη διάθεσή τους, οι κινηματίες θα σχημάτιζαν προσωρινή κυβέρνηση στη Θεσσαλονίκη, αν στο μεταξύ δεν υπέβαλε παραίτηση η κυβέρνηση στην Αθήνα, όπου οι μυημένοι αξιωματικοί θα προσπαθούσαν να θέσουν κάτω από τον έλεγχό τους τις φρουρές της πρωτεύουσας για τη δημιουργία αντιπερισπασμού.
Το κίνημα απέτυχε στην πρώτη και κρίσιμη φάση του, όταν ο στόλος, αντί για τη Θεσσαλονίκη, κατευθύνθηκε προς την Κρήτη, όπου ο Βενιζέλος ανέλαβε την ηγεσία του κινήματος, όχι όμως χωρίς ενδοιασμούς. Οι φρουρές στη Βόρεια Ελλάδα επαναστάτησαν με μεγάλη καθυστέρηση, και της πρωτεύουσας τέθηκαν και πάλι κάτω από κυβερνητικό έλεγχο, ευθύς μετά την εκδήλωση του κινήματος. Στο μεταξύ η κυβέρνηση του Παναγή Τσαλδάρη αντέδρασε δυναμικά, αναθέτοντας την καταστολή του κινήματος στον Υπουργό Στρατιωτικών Γεώργιο Κονδύλη και προσλαμβάνοντας τον Ιωάννη Μεταξά ώς Υπουργό Άνευ Χαρτοφυλακίου. Ο Κονδύλης, με έδρα του τη Θεσσαλονίκη, κατέπνιξε γρήγορα το κίνημα στη Μακεδονία μετά από μιά σειρά συγκρούσεων και ο ηγέτης των επαναστατών στην περιοχή υποστράτηγος Καμμένος, διοικητής του Δ΄ Σώματος Στρατού στην Καβάλα, αναγκάστηκε να ζητήσει καταφύγιο στις 11 Μαρτίου στη Βουλγαρία. Τελικά παραδόθηκε και ο στόλος, ενώ ο Βενιζέλος κατέφυγε στην Κάσο των ιταλοκρατούμενων Δωδεκανήσων και εζήτησε πολιτικό άσυλο. Ουσιαστικά, το κίνημα κατέρρευσε, γεγονός που οφειλόταν στην έλλειψη γενικά αποδεκτού στρατιωτικού αρχηγού, στον ελαττωματικό σχεδιασμό και την κακή εκτέλεση των σχεδίων, στις αντιζηλίες των διαφόρων ομάδων και στην έλλειψη συντονισμού.
Συνέπειες
του Κινήματος
Οι συνέπειες του κινήματος ήταν σοβαρές τόσο για την βενιζελική παράταξη όσο και για τη χώρα γενικά. Ο μεγάλος εθνικός ηγέτης, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα ως κινηματίας, για να πεθάνει ένα χρόνο αργότερο αυτοεξόριστος στο Παρίσι. Οι πολιτικοί ηγέτες της βενιζελικής παράταξης, συμπεριλαμβανομένων του Βενιζέλου και του Πλαστήρα, που καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο, δικάστηκαν και καταδικάστηκαν σε διάφορες βαριές ή ελαφριές ποινές, σε μια επίδειξη εκδικητικών διαθέσεων εκ μέρους των κρατούντων. Η στρατιωτική ηγεσία του κινήματος, μεταξύ των οποίων ανώτεροι αξιωματικοί, όπως ο Στέφανος Σαράφης και αδελφοί Τσιγάντε, δικάσθηκαν από έκτατα στρατοδικεία, καταδικάστηκαν, ταπεινώθηκαν δημόσια και αποτάχθηκαν από το στράτευμα. Αποφεύχθηκαν οι αθρόοες εκτελέσεις - εκτελέστηκαν τρείς αξιωματικοί μόνο, ο επίλαρχος Στ. Βολάνης και οι στρατηγοί Αν. Παπούλας και Μιλ. Κοιμήσης, όχι αναγκαστικά οι περισσότεροι υπεύθυνοι - όταν υπερίσχυσαν προς στιγμή μετριοπαθή στοιχεία της κυβέρνησης και της αντιβενιζελικής παράταξης γενικά.
Το σπουδαιότερο όμως, από την άποψη των μακροπρόθεσμων συνεπειών, ήταν ότι αποτάχθηκε ένα μεγάλο και ασφαλώς το σπουδαιότερο μέρος των βενιζελικών - δημοκρατικών αξιωματικών του στρατού και του ναυτικού. Η απόταξη των βενιζελικών αξιωματικών, περισσότερο από κάθε άλλη ενέργεια ή μέτρο της νικήτριας παράταξης, εξουδετέρωσε τα ερείσματα της βενιζελικής παράταξης στο στράτευμα και διευκόλυνε όχι μόνο την παραμονή της αντιβενιζελικής παράταξης στη εξουσία, αλλά και τη σταδιακή δημιουργία μονοκομματικού κράτους. Αποφασισμένη να προχωρήσει στην ολοκληρωτική εκκαθάριση του κρατικού μηχανισμού, από τα βενιζελικά στοιχεία, η κυβέρνηση Τσαλδάρη κατάργησε την ισοβιότητα των δικαστικών και ανέστειλε τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων. Ακόμα, κατάργησε τη Γερουσία, διέλυσε τη Βουλή και προκήρυξε εκλογές Συντακτικής Συνέλευσης για τον Ιούνιο του 1935.
Η Κρήτη
Στο κίνημα του 1935 οι Κρητικοί είχαν φυσικά έντονο ρόλο. Όχι μόνο οι αξιωματικοί, αλλά και οι πολιτικοί και κοινωνικοί παράγοντες. Μετά την αποτυχία του, συνελήφθησαν σχεδόν 150 βενιζελικοί στο νησί, οι οποίοι μάλιστα οδηγήθηκαν στο έκτακτο στρατοδικείο που συγκροτήθηκε στη Σούδα, οι περισσότεροι από τους οποίους καταδικάστηκαν σε φυλάκιση, ενώ αποφασίστηκε η δήμευση της περιουσίας των ίδιων και των συζύγων τους. Ανάμεσα στους συλληφθέντες ήταν βενιζελικοί βουλευτές, αξιωματικοί του στρατού και της χωροφυλακής, στελέχη του Βενιζέλου που ήδη είχαν διακριθεί ήδη στον πολιτικό στίβο ή αργότερα στους εθνικούς αγώνες. Ένας απʼ αυτούς ήταν ο Ιωάννης Ιωαννίδης, ο εθνομάρτυρας δικηγόρος από τις Λιθίνες Σητείας, προσωπικός φίλος και υποστηρικτής του Ελευθερίου Βενιζέλου. Ο Ι. Ιωαννίδης, πατέρας του πρώην υπουργού και βουλευτή κ. Φοίβου Ιωαννίδη, είχε αργότερα ενεργό ρόλο στην αντίσταση κατά των Γερμανών και στις 11 Μαΐου 1944 σκοτώθηκε από τα πυρά των κατακτητών, μετά από προδοσία.
Σήμερα παρουσιάζομε ντοκουμέντα για το κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935 και σχετίζονται με τον Ιωάννη Ιωαννίδη αλλά και άλλους Κρητικούς συλληφθέντες σʼ εκείνα τα δραματικά γεγονότα. Τόσο τις φωτογραφίες όσο και τα έγγραφα μας παραχώρησε ο κ. Φοίβος Ιωαννίδης. Στη συνέχεια δημοσιεύομε σπάνιες φωτογραφίες των κρατουμένων βενιζελικών στελεχών, αλλά και δύο επίσης σημαντικά έγγραφα. Μια επιστολή του Ι. Ιωαννίδη προς τη σύζυγό του Αριστέα μέσα από τις στρατιωτικές φυλακές Ηρακλείου, με την οποία δίνει πληροφορίες για συγκρατουμένους του που ήταν από το Ηράκλειο, το κατασχετήριο των περιουσιακών στοιχείων μερικών από τους καταδικασθέντες, και μια επιστολή του . Ιωαννίδη προς εφημερίδα «Κρητικά Νέα», λίγο πριν την αποφυλάκισή του.
Στο πλαίσιο της σημερινής παρουσίασης δημοσιεύομε ακόμη ένα τηλεγράφημα του Ελευθερίου Βενιζέλου προς τον Ι. Ιωαννίδη, που όμως δεν σχετίζεται με τα συγκεκριμένα γεγονότα, αλλά πιθανότατα με τις εκλογές του 1932, τις οποίες έχασαν οι Φιλελεύθεροι.
Σημειώνομε ότι για τον Ιωάννη Ιωαννίδη θα επανέλθομε με αναφορές και ντοκουμέντα για την αντιστασιακή του δράση και τη δολοφονία του από τους Γερμανούς. Όμως επίσης σύντομα θα παρουσιάσομε ντοκουμέντα από τη ζωή της συζύγου του Αριστέας Ιωαννίδη, το γένος Περάκη.
Πηγές – βιβλιογραφία
-Συλλογή Φοίβου Ιωαννίδη
-Κώστα Μπογδιανίδη, Αγνωστα ντοκουμέντα για το κίνημα του ʼ35, αφιέρωμα στην εφημερίδα «Πατρίς» 1Μαρτίου 1935
-Ζαχαρένιας Σημανδηράκη, Το κίνημα του 1935 στην Κρήτη και οι επιστολές Βενιζέλου, αφιέρωμα, στο αφιέρωμα της «Π» για τον Ελευθέριο Βενιζέλο, Φεβρουάριος 2009
-Κώστα Καλλιγά «Παλινόρθωση και 4η Αυγούστου», εκδόσεις Φυτράκη
-Γρ. Δαφνή: «Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων», εκδόσεις Ικαρος 1955, τόμος βʼ,
-Ι.Kολιόπουλου, «Eσωτερικές και εξωτερικές εξελίξεις από την 1η Mαρτίου 1935 ως την 28η Οκτωβρίου 1940», στο: Iστορία του Eλληνικού Έθνους, IE, Aθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1978
-Εφημερίδες της εποχής
-Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων
-Τμήμα Εφημερίδων και Περιοδικών Βικελαίας Δημοτικής Βιβλιοθήκης

