
Οι Οθωμανοί αρχίζουν την κατάκτηση της Κρήτης στα 1645. Πολιορκούν τους Ενετούς στο Χάνδακα από το Μάιο του 1648 έως το Σεπτέμβριο του 1669. Κατά μία άλλη εκδοχή ο πόλεμος του Χάνδακα διήρκεσε 24 χρόνια, από το 1645 ως το 1669, ενώ άλλοι ιστορικοί ανεβάζουν ακόμη περισσότερο τον πήχυ-ξεκινώντας από το 1644. Λεπτομέρειες...
Ο πόλεμος του Χάνδακα , που διήρκεσε πάνω κάτω 25 χρόνια, παρουσιάζει σημαντικές διαφορές με τον πόλεμο του 1570-73 εναντίον των Τούρκων. Σ' αυτόν τον τελευταίο πραγματοποιήθηκε μια σύγκρουση που άφησε εποχή, μια σύγκρουση αυτοκρατοριών και πολιτισμών στο άνθος της ακμής τους: η Βενετία, τόσο από πολιτική όσο και από στρατιωτική άποψη, υπήρξε η πρώτη ενεργή χριστιανική δύναμη στην Ανατολή. Ο πόλεμος του Χάνδακα γίνεται αντίθετα στη Μεσόγειο που έχει χάσει πια την κεντρική της θέση. Τα συμφέροντα των ηπειρωτικών δυνάμεων έχουν τώρα στραφεί προς τον Ατλαντικό και τη Βόρεια Ευρώπη και η ναυτική δύναμη των Ενετών και των Ισπανών έχει μειωθεί σημαντικά εξαιτίας των επιθέσεων των κουρσάρων.
Οι Τούρκοι
Μετά το 1640, όταν έγιναν πια σαφείς οι στόχοι των Τούρκων για την Κρήτη, η Βενετία οργάνωσε ένα φοβερό στόλο, στον οποίο ενώθηκαν και τα πλοία της Μάλτας, του παπικού κράτους, της Νάπολης και της Τοσκάνης. Το 1645, ο χριστιανικός στόλος έφθασε να αποτελείται από 60-70 γαλέρες , 4 γαλιάσσες και περίπου 36 γαλιόνια. Κατά τη διάρκεια των 24 χρόνων πολέμου, οι Ενετοί ήταν γενικά σε θέση επίθεσης, επιτυγχάνοντας συχνά εντυπωσιακές νίκες, όπως στο κεντρικό Αιγαίο το 1651 και στα Δαρδανέλλια το 1655 και το 1656. Οι βόρειοι άνεμοι και το δυνατό ρεύμα στη Μαύρη Θάλασσα, μαζί με την ικανότητα των Τούρκων να οργανώνουν ενισχυτικές νηοπομπές από τη Χίο , τη Ρόδο, την Αλεξάνδρεια και τη Μονεμβασιά εμπόδισε στην πραγματικότητα τη δημιουργία ενός μόνιμου μπλόκου στα Δαρδανέλλια. Το 1666 η προσπάθεια να κατακτήσουν την τουρκική βάση των Χανίων δεν ήταν επιτυχής.
Την αρχή την έκαναν οι Τούρκοι από τα Χανιά και σιγά σιγά κατέλαβαν ολόκληρη το νησί πλην του Μεγάλου Κάστρου. Το Ηράκλειο ή τον Χάνδακα όπως λεγόταν τον 9ο αιώνα . Ήταν τότε πειρατικό ορμητήριο και μόνο το 1204 που οι Βενετοί αγόρασαν την Κρήτη μετονομάστηκε σε Κάντια και στολίστηκε με όμορφα δημόσια έργα.
Ωστόσο, ο Χάνδακας αποδειχθηκε σκληρό καρύδι για τους Τούρκους. Προσπάθησαν επί δύο και πλέον δεκαετίες να την κατακτήσουν την πόλη, αλλά δεν τα κατάφεραν. Άλλαξαν στρατηγούς, άλλαξαν τακτική, αλλά το κάστρο δεν έπεφτε. Μόνο στα 1666 τα πράγματα πήραν άλλη τροπή και καθώς οι Οθωμανοί είχαν ήδη συμφιλιωθεί με τους Αυστριακούς και έκλεισαν όλα τα μέτωπα. Ήταν έτοιμοι πια να ρίξουν όλο το βάρος για να πάρουν πια ό,τι απέμεινε όρθιο στην Κρήτη.
Σε αυτή, την τελευταία φάση του πολέμου - την άνοιξη του 1667 - ο μεγάλος βεζίρης Αχμέτ Κιοπρουλής ανέλαβε τη διεύθυνση των επιχειρήσεων εναντίον του Χάνδακα. Αντίπαλός του ήταν ο Γενικός Ναύαρχος Φραντσέσκο Μοροζίνι που στα 28 του χρόνια είχε ήδη φθάσει στο πιο υψηλό στρατιωτικό αξίωμα, αφού πέρασε με μεγάλη ταχύτητα από όλους τους βαθμούς της ιεραρχίας στο πολεμικό ναυτικό. Στις 22 Μαϊου άρχισε την πολιορκία που επρόκειτο να διαρκέσει 28 μήνες. Στις επιθέσεις και στις εξορμήσεις που ακολούθησαν, 108.000 Τούρκοι και 29.088 χριστιανοί έχασαν τη ζωή τους. Μεταξύ αυτών υπήρχαν 280 Ενετοί ευγενείς, ένας αριθμός που είναι περίπου ίσος με το ένα τέταρτο του Ανώτερου Συμβουλίου. Οι Τούρκοι είχαν ετοιμαστεί πολύ καλά για την μάχη-την τελική όπως αποδείχθηκε-και είχαν στήσει μέχρι και χυτήριο πυροβόλων απέναντι από την Κνωσό. Τέτοιες δυνατότητες οι υπερασπιστές του Κάστρου δεν τις είχαν και παρά τις κατά καιρούς βοήθειες που έστελναν οι Φράγκοι το Ηράκλειο ήταν ζήτημα ημερών να πέσει. Με πιο χαρακτηριστική τη βοήθεια που έστειλαν οι Γάλλοι τον Ιούνιο του 1669, αλλά από λάθους χειρισμούς οι περισσότεροι μάχιμοι στρατιώτες πνίγηκαν!
Ο Χάνδακας αντιστέκεται λοιπόν για περισσότερο από 20 χρόνια και η περίφημη πολιορκία γύρω από το φρούριο της πόλης τελικά λύνεται στα 1669, μετά από προδοσία-αυτό κατέγραψαν οι ιστορικοί- του βενετοκρητικού μηχανικού Ανδρέα Μπαρότση που αποκαλύπτει στον Τούρκο πασά Αχμέτ Κιοπρουλή τα πιο αδύνατα σημεία του φρουρίου.
Τότε άρχισε η αντίστροφη μέτρηση και ο Μοροζίνι ήρθε σε διαπραγματεύσεις με τον Κιοπρουλή. Αρκετοί εξέφρασαν αργότερα ιστορικές απορίες , γιατί στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1669 ο Φραντσέσκο Μοροζίνι διαπραγματεύθηκε την συνθήκη ειρήνης με τους Τούρκους, χωρίς να ζητήσει έγκριση από τη Γερουσία και χωρίς η στρατιωτική και διεθνής κατάσταση να μπορούν να προαναγγείλουν μια τέτοια εξέλιξη, εφόσον αντίθετα έδειχναν να είναι ευνοϊκές για τις τύχες της Βενετίας.
Η διαπραγμάτευση, ωστόσο, για την ειρηνική παράδοση του Χάνδακα στους Τούρκους επέτρεψε στο Μοροζίνι να αποτρέψει καινούριες απώλειες στα στρατεύματα και στον εξοπλισμό, και του προσέφερε τη δυνατότητα να φέρει στη Βενετία τους θησαυρούς των εκκλησιών και τα αρχεία μιας διοίκησης που διήρκεσε 465 χρόνια και να διατηρήσει για τη Βενετία τις βάσεις της Σούδας , της Γραμβούσας και της Σπιναλόγκας και τις περιοχές της Δαλματίας που είχαν κατακτήσει πρόσφατα.
Όταν, ύστερα απο 25 χρόνια, παίρνει τέλος η πιο μακροχρόνια ίσως πολιορκία στην ιστορία της ανθρωπότητας, ο Φραντσέσκο Μοροζίνι στέλνει τα αρχεία του "Βασιλείου" εκεί που φυλάσσονται και σήμερα: στο περιώνυμο Κρατικό αρχείο της Βενετίας.
Η συμφωνία
Η συμφωνία που υπέγραψαν στις 16 Σεπτεμβρίου οι εκπρόσωποι του Κιοπρουλή και του Μοροζίνι τηρήθηκε στο έπακρο. Ο Χάνδακας έχει εκκενωθεί.
Οι πρόσφυγες έχουν πάρει το δρόμο που οδηγεί μίλια μακριά από το Χάνδακα και τα πέντε πλοία με το αρχειακό υλικό τραβούν το δικό τους δρόμο προς τη Βενετία.
Το Σεπτέμβριο του 1669 ο Χάνδακας αλώθηκε από τους Τούρκους ....
Ο Ι.Μουρέλλος γράφει για την συμφωνία που επετεύχθη:
«Συγκινητικές σκηνές διαδραματίζονται μέσα στην πολιτεία του Κάστρου τις ημέρες εκείνες, που οι Βενετσάνοι και οι Τούρκοι αντιπρόσωποι συνέχιζαν τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη της Βενετοτουρκικής συνθήκης. Μια πολιτεία “φιλόχριστος” σαν κι αυτή του Μ. Κάστρου, που εφτακόσια τώρα χρόνια βρίσκονταν σε χριστιανικά χέρια, θα άλλαζε σε λίγες μέρες κυρίαρχο και θα περνούσε στα χέρια των Μουσουλμάνων. Στα εφτακόσια αυτά χρόνια τόσο από την εποχή των Βυζαντινών, όσο και στον καιρό των Βενετσάνων, μέσα στην όμορφη και κάτασπρη τότε πολιτεία, την πρωτεύουσα του “Βασιλείου της Κρήτης” είχαν συγκεντρωθή πάρα πολλά θρησκευτικά κειμήλια κι είχαν χτιστή πολλά επιβλητικά και ωραιότατα οικοδομήματα της χριστιανικής λατρείας. Εκατόν τριάντα πέντε εκκλησίες είχε το Μ. Κάστρο την εποχή εκείνη, που διεξάγονταν οι συζητήσεις της Βενετοτουρκικής ειρήνης. Απ’ αυτές οι εκατόν δέκα εννέα ήταν ορθόδοξες και οι δέκα έξ μόνο λατινικές. Οι περισσότερες ήταν κατάγραφες και πλούσια ιστορημένες. Ολη η εποχή της Αναγέννησης και η περίφημη Κρητική Αγιογραφική Σχολή είχαν αφήσει τα έργα της τέχνης των μέσα στις εκκλησίες αυτές. Εκτός από τις τοιχογραφίες πάρα πολλές ήταν και οι φορητές εικόνες, τα άγια λείψανα, τα κειμήλια, τα άμφια και τα κινητά έπιπλα των εκκλησιών. Και τώρα που η χριστιανικότατη αυτή πολιτεία του Μ. Κάστρου θα σκλαβώνονταν στους Τούρκους, δεν θα ‘πρεπε βέβαια να χαθούν και να καταστραφούν τα ιερά αυτά εκκλησιαστικά κειμήλια και αντικείμενα. Γι’ αυτό μια από τις φροντίδες των αντιπροσώπων της Βενετίας στις συζητήσεις της ειρήνης ήταν να φροντίσουν για τη μεταφορά και τη διάσωση των πραγμάτων αυτών.
Βέβαια στο Μ. Κάστρο υπήρχαν κι άλλα πράγματα που θα ‘πρεπε να μεταφερθούν και να διασωθούν. Ηταν τα γυναικόπαιδα, οι άρρωστοι, οι πληγωμένοι, τα λίγα τρόφιμα που είχαν απομείνει μέσα στην πολιτεία, τα κανόνια των καραβιών που τα είχαν φέρει τις τελευταίες μέρες στη στεριά και άλλα ακόμη. Ολα αυτά έπρεπε να φορτωθούν και να φύγουν από το τουρκοσκλαβωμένο πια Μ. Κάστρο. Για τη φόρτωση όμως και τη μεταφορά των πραγμάτων αυτών χρειάζονται όχι μόνο ο απαιτούμενος χρόνος, αλλά και οι κατάλληλες καιρικές συνθήκες. Επρεπε να ήταν η θάλασσα ήρεμη στη φόρτωση και να κάμη καλό καιρό για να μπορέσουν ν’ αρμενίσουν τα καράβια.
Ετσι στο τέταρτο άρθρο της συνθήκης προβλέπεται για τη διάσωση των πραγμάτων αυτών. Το άρθρο αυτό άρχιζε με τα λόγια αυτά. “Για τη φόρτωση και τη μεταφορά των ιερών αντικειμένων...”. Δώδεκα μέρες αποφασίστηκε να διατεθούν για την υπόθεση αυτή, στην ανάγκη όμως θα μπορούσε να παραταθή η προθεσμία.
Είναι αλήθεια ότι από την πρώτη στιγμή που άρχισε ο Κρητικός πόλεμος στα 1645, οι Φράγκοι μοναχοί της μεγάλης λατινικής εκκλησίας του Αγίου Φραγκίσκου (όπου σήμερα το Μουσείο) τοποθέτησαν σε κάσες κι έστειλαν στη Βενετία “λείψανα μεγάλης αξίας και εικόνες πολύτιμες” της εκκλησίας των. Υστερα από 3 χρόνια, στις 9 Οκτωβρίου 1648 αποβιβαζόταν στη Βενετία 142 καλόγρηες των φράγκικων μοναστηριών του Μ. Κάστρου. Εμεναν όμως ακόμη πολλοί ιερωμένοι και καλογρηές καθώς και πολλά άλλα ιερά λείψανα και αντικείμενα. Εκτός όμως από τα πράγματα αυτά ήταν και τα λείψανα και κειμήλια των ορθόδοξων εκκλησιών που έπρεπε να μεταφερθούν και να σωθούν.
Οταν λοιπόν έλειψε πια κάθε ελπίδα σωτηρίας του Μ. Κάστρου κι άρχισαν οι διαπραγματεύσεις της ειρήνης, τότε βάλθηκαν κι από τα δυο μέρη, Φράγκοι και ορθόδοξοι να “κασελλιάζουν” τα ιερά λείψανα και ό,τι άλλα μπορούσαν να μεταφερθούν και να σωθούν από την εχθρική βεβήλωση».
[email protected]
ΠΗΓΕΣ:
• Θαλασσινή Τριλογία, Χρυσούλας Τζομπανάκη
• Ιστορία της Κρήτης, Ι. Μουρέλλου
• Ιστορία της Κρήτης, Θ. Δετοράκη
• Ιστορία Παπαρηγοπούλου

