Η βρετανική έκθεση, όπως την έχει δημοσιεύσει ο Ν. Κοκονάς, είναι σε πολλά σημεία ταυτόσιμη με τα όσα γράφει ο Α. Μπήβορ.

Η έκθεση περιγράφει την ανακωχή με την Ιταλία (8 Σεπτέμβρη) και την ανάληψη του ιταλικού τομέα από τον στρατηγό Μύλερ. Και σημειώνουν:

“Οι Ελληνες επίσης έκριναν πως την ανακωχή πρέπει ν’ ακολουθήσει εισβολή και περίμεναν σύντομα απελευθέρωση της πατρίδας τους. Ο συντ/ρχης ΠΛΕΥΡΗΣ ήταν προετοιμασμένος να ενωθεί με τους Ιταλούς και να κρατήσει το Λασίθι ως προγεφύρωμα εφόσον του παραχωρούνταν όπλα, τρόφιμα, αεροπορική υποστήριξη και μικρές έστω βρετανικές δυνάμεις. Ο ΜΠΑΝΤΟΥΒΑΣ δεν περίμενε διαταγές και υποσχέσεις αλλά έσπευσε και σκότωσε τους πιο κοντινούς Γερμανούς, τρεις άνδρες ενώ μάζευαν πατάτες στην Κάτω Σύμη (C. 4504) και στη συνέχεια ξεκαθάρισε τη μικρή γερμανική φρουρά στη Βιάννο (C. 3705) και Αρβη (Η. 4198) και αφόπλισε το πλησιέστερο ιταλικό φυλάκιο.

Διέταξε γενική κινητοποίηση στο ν. Ηρακλείου με την υποστήριξη του συντ/ρχη (Ταγματάρχη) ΜΠΕΤΕΙΝΑΚΗ, πλην όμως η διαταγή ανακλήθηκε κατόπιν επέμβασης του ταγμ/ρχη ΝΤΑΝΜΠΑΜΠΙΝ και συστήθηκε στον ΜΠΑΝΤΟΥΒΑ ν’ αρκεσθεί σε άμυνα, αποφεύγοντας επιθετικές ενέργειες που θα επέφεραν γενικό ξεσήκωμα. Προτού φτάσουν σ’ αυτόν οι εν λόγω διαταγές, είχε γίνει το μέγιστο που ήταν τότε δυνατό στην Κρήτη. Στις 11 Σεπτέμβρη γερμανική δύναμη δυό λόχων έφτασε στην Κάτω Σύμη πορευόμενη μέσω Βιάννου και έπεσε σ’ ενέδρα ανταρτών με αποτέλεσμα την εξολόθρευση όλου του αποσπάσματος, με γερμανικές απώλειες 113 νεκρούς, 71 τραυματίες και 13 αιχμαλώτους με ένα νεκρό του ΜΠΑΝΤΟΥΒΑ. Οι Γερμανοί αιχμάλωτοι έστειλαν επιστολή στο διοικητή τους αναφέροντες πως τους μεταχειρίζονται ως αιχμαλώτους πολέμου, αλλά σε περίπτωση αντιποίνων θα τουφεκίζονταν και ικέτευαν για τη σωτηρία τους.

Μέχρις εδώ καλά. Ομως στις 15/16 Σεπτέμβρη (1943), δύναμη υπολογιζόμενη σε 2.000 άνδρες, έσπειρε φωτιά και τσεκούρι στις επαρχίες Βιάννου και Ιεράπετρας.

Επτά χωριά πυρπολήθηκαν καθώς επίσης αγροικίες και απομακρυσμένα σπίτια που στη συνέχεια ανατινάχτηκαν.

Εκτελέστηκαν πλέον των 500 ατόμων και διατάχτηκε η εκκένωση ευρείας ζώνης μεταξύ λασιθιώτικων βουνών και νότιας παραλίας ενώ οι αντάρτες παρακολουθούσαν τον αφανισμό των χωριών τους ως ανίσχυροι θεατές”.