
Η σκληρή μάχη με τους Γερμανούς στο Κακό Ορος
Ο ηρωικός υπολοχαγός Θοδ. Καλλίνος, σήμερα 95 χρόνων, μιλά στην “Π”
Η ανδρεία, η γενναιότητα, η αποφασιστικότητα και η διάθεση για αυτοθυσία προς όφελος της πατρίδας είναι χαρακτηριστικά του ατρόμητου συνταγματάρχη, σήμερα, Θεόδωρου Καλλίνου. Η θρυλική μορφή της Μάχης της Κρήτης που ηγήθηκε ενός λόχου στο μοναδικό νικηφόρο αγώνα των Ελλήνων στο νησί, τη Μάχη Κοψά, είναι σήμερα 95 ετών και αποτελεί μια ζωντανή απόδειξη του θάρρους που επέδειξαν οι Έλληνες που πολέμησαν ενάντια στους Γερμανούς.
Σε ηλικία 27 ετών, υπολοχαγός τότε, αποφασισμένος να έρθει στην Κρήτη, παρόλο που του είχαν ζητήσει να παραδοθεί, κατόρθωσε και συγκέντρωσε 150 περίπου στρατιώτες και τους οδήγησε στη νίκη.
Η κινητήριος δύναμη ήταν ο όρκος που είχε δώσει ότι θα υπηρετήσει την πατρίδα του μέχρις εσχάτων και το «μυστικό» της επιτυχίας το γεγονός ότι αψήφησε το θάνατο και στάθηκε όρθιος, έτοιμος να θυσιάσει τη ζωή του, επιλέγοντας τον τάφο από την αιχμαλωσία…!
Ο Θεόδωρος Καλλίνος μιλά σήμερα στην «Π», εξηγεί τι τον έφερε στην Κρήτη, περιγράφει τις μάχες που έδωσαν, οι Έλληνες με ελάχιστα πολεμοφόδια και οι Γερμανοί με καταδιωκτικά και αλεξιπτωτιστές.
«Έδωσα όρκο»
Ο Θ. Καλλίνος ήταν διοικητής λόχου σε οχυρό των Ελληνοβουλγαρικών συνόρων και το μεσημέρι της 9ης Απριλίου 1941, ενώ ο πόλεμος ήταν σε εξέλιξη, ο διοικητής του οχυρού τον ενημέρωσε τηλεφωνικώς ότι η Θεσσαλονίκη κατελήφθη από τους Γερμανούς, ο διοικητής της στρατιάς παρέδωσε τη Μακεδονία και θα παραδοθούν αύριο στις Σέρρες στους Γερμανούς. «Αιφνιδιάστηκα, ανησύχησα και αγανάκτησα», περιγράφει την αντίδρασή του. Αμέσως, απάντησε στον διοικητή, «έδωσα δυο φορές όρκο, σαν εύελπις το ʽ33 και σαν ανθυπολοχαγός το ʼ37, να υπερασπίζω την πατρίδα μου μέχρι την τελευταία σπιθαμή. Δεν έχω δικαίωμα να παραδοθώ αλλά ούτε να παραδώσω το λόχο μου στους Γερμανούς. Διαθέτω 20.000 φυσίγγια σε κάθε πολυβόλο. Ή θα πολεμήσουμε μέχρι το τελευταίο φυσίγγιο ή θα διαφύγουμε προς νότο να πολεμήσουμε τους Γερμανούς σε άλλη γραμμή». Έκλεισε το τηλέφωνο και ενημέρωσε το λόχο, τότε όλοι οι άντρες φώναξαν «δεν παραδινόμαστε, μαζί σου!».
Η πορεία προς την Κρήτη
Ο λόχος, υπό την καθοδήγηση του Θ. Καλλίνου, ο οποίος έφερε και το βάρος της ευθύνης της όλης αποστολής, πέρασε από το Άγιο Όρος, τη Λήμνο, Μυτιλήνη και τότε άρχισε ο προβληματισμός για το πώς θα έφταναν στην Κρήτη, αφού η απόσταση από τη Σαντορίνη δεν μπορούσε να καλυφθεί σε μία νύχτα. «Δεν ήξερα τι να κάνω, ήμουν αποφασισμένος να πάω στην Κρήτη», αναφέρει. Από αυτό το αδιέξοδο τον έβγαλε η ανακοίνωση από το ράδιο της Αθήνας ότι οι αξιωματικοί και στρατιώτες είναι ελεύθεροι να γυρίσουν στα σπίτια τους, δε θεωρούνται αιχμάλωτοι διότι ο Χίτλερ ανακοίνωσε στο Κοινοβούλιο της Γερμανίας «η θεία δικαιοσύνη με υποχρεώνει να ομολογήσω ότι ο μόνος στρατός, ο οποίος μας πολέμησε, είναι ο ελληνικός, για αυτό δεν πρέπει να θεωρηθούν αιχμάλωτοι και είναι ελεύθεροι να πάνε στα σπίτια τους». «Στην ιστορία της ανθρωπότητας δεν έχει παρουσιαστεί τέτοια περίπτωση, ο νικητής, επειδή τον πολέμησε ο ηττηθείς, να μην τον θεωρήσει αιχμάλωτο κι αυτό τιμάει κάθε Έλληνα και Ελληνίδα, πρέπει να είμαστε υπερήφανοι και από αυτό το γεγονός», τονίζει. Στη συνέχεια, συγκεντρώνει όλους τους άντρες στην αυλή του σχολείου, όπου είχαν καταλύσει, και τους ανακοινώνει «υπηρετήσατε την πατρίδα, εκπληρώσατε σαν κληρωτοί το καθήκον σας, πρέπει να γυρίσετε στα σπίτια σας. Εγώ είμαι μόνιμος αξιωματικός, έδωκα όρκο να υπερασπίζομαι την πατρίδα μέχρι τελευταία σπιθαμή και θα πάω στην Κρήτη». Όμως, εκείνοι βροντοφώναξαν «όλοι στην Κρήτη». Ο Θ. Καλλίνος, σε μια προσπάθεια να προστατεύει το λόχο του, τους λέει, «οι Γερμανοί βυθίζουν ο,τι πλέει προς ανατολάς και προς νότο, η απόσταση από το τελευταίο νησί των Κυκλάδων μέχρι την Κρήτη είναι τόσο μεγάλη που δεν μπορούν μέσα σε μια νύχτα να τη φτάσουν, εγώ δεν μπορώ να αναλάβω τέτοια ευθύνη». Ακολούθησε η ίδια αντίδραση και ο Θ. Καλλίνος, τελικά, τους διέταξε να επιστρέψουν ο καθένας στην ιδιαίτερη πατρίδα του και να αγωνιστούν για την απελευθέρωση της χώρας. Από τους 150 με 200 περίπου στρατιώτες, οι περισσότεροι ακολούθησαν την εντολή του και έφυγαν με τα καϊκια, ορισμένοι, όμως, στην πλειοψηφία τους Κρητικοί, αποφάσισαν να πάνε μαζί του στη δύσκολη αποστολή που ήταν αποφασισμένος να φέρει εις πέρας. Ο καραβοκύρης, μάλιστα, αντέδρασε στο ενδεχόμενο να οδηγήσει τους άντρες στην Κρήτη και αναγκάστηκε να πειθαρχήσει αφού ο ταγματάρχης τον απείλησε με όπλο! Τελικά, τους οδήγησε στην πλησιέστερη ακτή που βρισκόταν μιάμιση ώρα από το Ηράκλειο.
Μάχη Κοψά
Μόλις πάτησε το πόδι του στην Κρήτη, παρουσιάστηκε στο φρούραρχο και του ζήτησε να αναλάβει κάποιο τμήμα. Η απάντηση που έλαβε τον ξάφνιασε δυσάρεστα, του είπε ότι δεν υπάρχει τμήμα. Σε μία βδομάδα, λοιπόν, κατάφερε και οργάνωσε ένα λόχο από 150 με 160 Κρητικούς και όχι μόνο. Ξαναπήγε στο φρούραρχο, ο οποίος δεν πίστεψε αμέσως ότι είχε καταφέρει κάτι τέτοιο, και του ζήτησε όπλα. Με τα πολλά πήρε από την αποθήκη μερικά τουφέκια. Δεν είχε περάσει πολύς καιρός, όταν του ζητήθηκε να αναλάβει μια αποστολή, να φτάσει σε μια τοποθεσία από όπου θα είχε την δυνατότητα να καλύψει την ανατολική πλευρά του Ηρακλείου από αποβάσεις από αέρα και θάλασσα. «Νύχτα, περάσαμε το Ηράκλειο, βγήκαμε σε μια τοποθεσία, που αργότερα έμαθα ότι λέγεται Κακό Όρος, και πραγματικά είναι κακό… Όταν το είδα κατάλαβα τι μας περιμένει άμα ξημερώσει …γυμνό, βραχώδες, χωρίς νερό», περιγράφει. Η εντολή που έδωσε στους στρατιώτες του ήταν να σκάψουν με πέτρες μία τρύπα, όπου θα ρίχνονταν όταν έρχονται τα αεροπλάνα των Γερμανών. Αυτή η κίνηση αποδείχθηκε σωτήρια αφού για πολλές ώρες δεν υπήρχαν καν τραυματισμοί. Όμως, κάποια στιγμή, τον φωνάζει ο παρατηρητής, «και βλέπουμε το ωραίο αλλά θανατηφόρο θέαμα, μπροστά τα καταδιωκτικά αεροπλάνα τα γερμανικά να πολυβολούν, να ρίχνουν χειροβομβίδες και να βομβαρδίζουν όλη την πεδιάδα του Κοκκίνη Χάνι και την πεδιάδα Γούρνες Γούβες, και αφού έγινε αυτή η προπαρασκευή για να εξοντωθεί ο,τι ζωντανό υπήρχε εκεί, κατόπιν άρχισαν να έρχονται τα μεταγωγικά αεροπλάνα με την υποστήριξη και καταδιωκτικών και βομβαρδιστικών και άρχισαν να ρίχνουν … ωραίο θέαμα να βλέπει κανείς να πέφτουν τα αλεξίπτωτα», περιγράφει την πιο δύσκολη στιγμή της Μάχης Κοψά. Αμέσως, διέταξε τους στρατιώτες με αργούς σχηματισμούς προσπέραση τροχάδην να καταλάβουν το αντέρεισμα για να χτυπήσουν τους αλεξιπτωτιστές που έπεσαν. Την εντολή ακολούθησαν οι 70 διότι οι υπόλοιποι σκόρπισαν στα αμπέλια και ήρθαν μετά τη μάχη. Ο Θ. Καλλίνος τους δικαιολογεί για αυτή τους τη στάση. Ανέβηκαν, λοιπόν, 70 περίπου στρατιώτες με μοναδικό όπλο τα τουφέκια, αποφάσισε να κάνουν ομαδικά πυρά, «οι αλεξιπτωτιστές μας κορόιδευαν αλλά διαπίστωσαν ότι εκεί υπάρχει στρατιωτικό τμήμα και αφού ανασυντάχθηκαν ανέπτυξαν ένα τμήμα με 70- 80 αλεξιπτωτιστές για να αντιμετωπίσει το δικό μου και να μπορέσει η κύρια δύναμη να κινηθεί παραλιακά προς το αεροδρόμιο», περιγράφει. Τη νύχτα, οι Γερμανοί προωθήθηκαν από το πρώτο μέρος που ήταν ο λόφος του Κοψά και το πρωί παρουσιάστηκαν χωρίς να τους αντιληφθούν οι Έλληνες στρατιώτες. Αιφνιδιαστικά, άρχισαν καταιγισμό πυρών με τα ομαδικά και ατομικά αυτόματα που είχαν, κατέλαβαν την πρώτη διμοιρία και οι άλλες από τα πολλά πυρά υποχώρησαν προς τον Προφήτη Ηλία. Τότε, ο Θ. Καλλίνος βρέθηκε στα πενήντα μέτρα από τους αλεξιπτωτιστές, πήρε ένα τουφέκι και σηκώθηκε όρθιος, αποφασισμένος να σκοτωθεί για να μην τον συλλάβουν αιχμάλωτο. «Οι σφαίρες σφύριζαν δεξιά, από πάνω μου …δε με έπαιρνε ούτε μία. μπορούσαν να με σκοτώσουν φαίνεται ότι δε με σκόπευαν. Γιατί; Φαίνεται ότι ο διοικητής των αλεξιπτωτιστών όταν είδε αυτό το φαινόμενο ή τους έδωσε διαταγή «μην τον σκοπεύετε να τον πιάσουμε ζωντανό αιχμάλωτο» ή και το άλλο ενδεχόμενο, ένας, ο οποίος υπερασπίζεται την πατρίδα κατά αυτό τον τρόπο, έτοιμος να σκοτωθεί, δεν πρέπει να σκοτωθεί…», αναφέρει. Με τη στάση του αυτή, οι στρατιώτες του ενεθάρρυναν και έριξαν μια χειροβομβίδα στους Γερμανούς. Η διμοιρία αιχμαλωτίστηκε και ο εχθρός υποχώρησε και άφησε πίσω του ένα πολυβόλο γερμανικό. Ο Θ. Καλλίνος άρχισε να βάλει εναντίον των Γερμανών, οι στρατιώτες άρπαξαν αιφνιδιαστικά από τους αλεξιπτωτιστές τα αυτόματά τους και άρχισαν να σκοτώνουν… Το αποτέλεσμα της μάχης ήταν 22 νεκροί Γερμανοί και 40 αιχμάλωτοι! Πρόκειται για τη μοναδική, νικηφόρα, περίπτωση στη Μάχη της Κρήτης! Από τη μεριά των Ελλήνων, ουσιαστικά, δεν υπήρχαν απώλειες.

