Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι καταθέσεις των τραυματιών και συγγενών των θυμάτων στο πλαίσιο της προανακριτικής διαδικασίας που ουσιαστικά θέτουν σε δυσχερή θέση τον 55χρονο οδηγό του λεωφορείου της αλλαντοβιομηχανίας με τα όσα περιγράφουν.

Κάποιοι εξ αυτών που έχασαν τη ζωή τους, είχαν εκφράσει φόβους για τη ζωή τους λόγω της επιπόλαιης συμπεριφοράς του οδηγού και το είχαν εκμυστηρευτεί στους δικούς τους ανθρώπους.

-Η κ. Αικατερίνη Μιχελιδάκη αναφέρει λίγες ημέρες μετά την τραγωδία, ότι θεωρούσε υπεύθυνο τον οδηγό τους, καθώς ξεκίνησε χωρίς να ελέγξει, κάτι όμως που συνήθιζε.

«…πάντα ξεκινούσε χωρίς να ελέγχει, δεν άφηνε κανένα να προσπεράσει, κόρναρε στα αυτοκίνητα που περνούσαν αριστερά από την πλευρά του. Τεσσεράμισι χρόνια είχα αυτό το πρόβλημα, ήμουν σίγουρη ότι θα γινόταν. Πάντα τα αντανακλαστικά μου λειτουργούσαν, πολλές φορές από ένστικτο πάταγα με το δεξί μου πόδι φρένο στη μοκέτα του λεωφορείου».

-Ο τελευταίος επιβάτης που κατέβηκε δευτερόλεπτα πριν από το δυστύχημα ήταν ένας Ινδός, ο οποίος αναφέρει: «Μόλις κατέβηκα και ενώ ήμουν πάνω στα σίδερα, το λεωφορείο ξεκινήσε για Ρέθυμνο. Άκουσα ένα μπαμ. Τα έχασα. Από το φόβο μου έπεσα με τούμπες και βρέθηκα στον από κάτω δρόμο. Τότε κοίταξα πάνω και είδα πολύ καπνό και φωτιά».

Στις καταθέσεις που έχουν δώσει οι γονείς του 23χρονου Στέλιου Σταυρουλάκη-θύματος- υποστηρίζουν ότι ο γιος τους είχε παραπονεθεί αρκετές φορές για την κακή οδηγική συμπεριφορά του 55χρονου. Επί λέξει αναφέρουν: «το παιδί συνήθιζε να κάνει παράπονα για τον τρόπο που οδηγούσε ο οδηγός. Πολλές φορές μας κουβέντιαζε ότι σχεδόν όλοι οι επιβάτες είχαν τσακωθεί μαζί του για τον τρόπο που οδηγούσε. Οδηγούσε πολύ βιαστικά γιατί βιαζόταν να πάει στο εργοστάσιο και να επιστρέψει. Μάλιστα πολλές φορές είχε πει «αυτός θα μας σκοτώσει».

Συγκλονιστικά όμως είναι τα όσα καταθέτει και η σύζυγος του Στέφανου Χατζηδάκη, πατέρα δύο παιδιών, Αικατερίνη Τζιρίτα: «επειδή όπως μου είχε πει ο σύζυγος μου καμιά φορά ο οδηγός του λεωφορείου έτρεχε, ένιωθε ασφαλής να κάθεται στα πίσω καθίσματα του λεωφορείου, επειδή φοβόταν μη γίνει μετωπική σύγκρουση. Πολλές φορές του έλεγα να πάρει το δικό του αυτοκίνητο. Εκείνος όμως επειδή κουραζόταν γιατί σηκωνόταν στις 4.30-5.30 τα ξημερώματα, φοβόταν την κούραση της ημέρας μη προκαλέσει τροχαίο ατύχημα και προτιμούσε να πηγαίνει με το λεωφορείο και να κάθεται πίσω, δίπλα στην πόρτα, όχι από την πλευρά του οδηγού».



Πραγματογνωμοσύνη



Στην έκθεση που συνέταξαν οι δύο ειδικοί πραγματογνώμονες, αναφέρεται μεταξύ άλλων: «εκτιμάται, ότι το πιθανότερο, πρωταρχικό και γενεσιουργό αίτιο της εμπλοκής των οχημάτων, ήταν η ξαφνική και πιθανόν, χωρίς τον απαιτούμενο έλεγχο, είσοδος του λεωφορείου, κινουμένου σε φάση αριστερού ελιγμού, μετά την αποβίβαση επιβάτη, έμπροσθεν της πορείας του βυτιοφόρου, το οποίο εκινείτο κανονικά στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Χανιά, στο μέσο περίπου του οδοστρώματος, σε ευθύγραμμη και παράλληλη προς τον άξονα της οδού πορεία και το οποίο, εκινείτο σε μικρή απόσταση όπισθεν του λεωφορείου, όταν αυτό εισήλθε στην πορεία του βυτιοφόρου. Ως εκ τούτου εκτιμάται, ότι ο οδηγός του βυτιοφόρου, δεν διέθετε τον απαιτούμενο χρόνο αντίδρασης (ένα δευτερόλεπτο) για να προβεί σε τροχοπέδηση και αποφευκτικό ελιγμό, προς αποφυγή της εμπλοκής.