Ο «παράνομος» για την κοινωνία της Ιεράπετρας έρωτας ανάμεσα στον 25χρονο και την 17χρονη δεύτερη ξαδέλφη του, με τη δυστυχώς άσχημη κατάληξη για τους δύο νέους, θύμισε σε κατοίκους προαστίου του Ηρακλείου ένα ανάλογο περιστατικό, που έγινε πολλά χρόνια πριν, αλλά δε σημαδεύτηκε τότε από το θάνατο των πρωταγωνιστών του.

Ήταν στις αρχές της δεκαετίας του '60 στην κλειστή κοινωνία του μικρού χωριού που απέχει ελάχιστα χιλιόμετρα από το Ηράκλειο όταν έτυχε να ερωτευτούν δύο πρώτα ξαδέρφια, οι μητέρες των οποίων ήταν αδερφές.

Ο έρωτας τους έμεινε κρυφός μέχρι και τη στιγμή που πήραν την απόφαση να κλείσουν τα αφτιά τους, να ακολουθήσουν την καρδιά τους, αδιαφορώντας για την κοινωνική κατακραυγή και να «κλεφτούν», συνεχίζοντας τη ζωή τους μακριά από όλους και από όλα τα εμπόδια που προέκυπταν.

Η νεαρή τότε κοπέλα γνώριζε τον πρώτο της ξάδερφο που έμενε σε άλλο νομό της Κρήτης, είχε ακούσει για εκείνον, ίσως να τον είχε συναντήσει κάποιες φορές, αλλά ποτέ ο ένας δεν είχε βρεθεί κοντά στον άλλο για μεγάλο διάστημα.

Αυτό έγινε, όπως θυμούνται φίλοι της ηλικιωμένης σήμερα γυναίκας, ένα καλοκαίρι, πριν από πολλά χρόνια, όταν χρειάστηκε να δουλέψουν μαζί στο περιβόλι της οικογένειας της.

Ο έρωτας ήταν κεραυνοβόλος και οι δύο νέοι προσπάθησαν και κατάφεραν να κρύψουν από τους δικούς τους την παράνομη σχέση που είχε αναπτυχθεί. Συναντιόντουσαν κρυφά, ήταν πάντα προσεκτικοί και εάν τύχαινε να τους δει κανείς είχαν ως «άλλοθι», αυτό που τους εμπόδιζε να χαρούν τον έρωτά τους, τη στενή τους συγγένεια.

«Η φωτιά με το μπαρούτι δεν κάνει» είχε πει πριν από μερικά χρόνια εκείνη μιλώντας σε συγγενή της, όταν της ζήτησε να του μιλήσει για την προσωπική της ιστορία και για την απόφασή της να παντρευτεί τον πρώτο της ξάδερφο. Η σχέση τους από την πρώτη στιγμή ήταν εκρηκτική, θυελλώδης, γεμάτη προστριβές και συγκρούσεις από τους στενούς συγγενείς της, οι οποίοι ήταν κυρίως εκείνοι που αντιδρούσαν.

Το ζευγάρι κλέφτηκε όταν τα περιθώρια άρχισαν να στενεύουν, βρίσκοντας «καταφύγιο» σε πόλη στη δυτική Κρήτη, όπου και έμενε η οικογένεια του νεαρού.

Ο «πόλεμος» που δεχόταν η κοπέλα, σύμφωνα με τις περιγραφές φίλων και συγγενών της δεν είχε προηγούμενο. Οι γονείς της την καταράστηκαν και την αποκλήρωσαν, ενώ τα αδέρφια της έπαψαν να της μιλούν. Στη διαθήκη τους λέγεται ότι της άφησαν ως μοναδικό περιουσιακό στοιχείο μονάχα μία συκιά και αυτό για να κρεμαστεί κάποια στιγμή…

Λίγους μήνες μετά την «αρπαγή» της η κοπέλα έμεινε έγκυος στο πρώτο της παιδί.

Η εκκλησία αρνούνταν να τελέσει το μυστήριο του γάμου ανάμεσα σε δύο συγγενείς και λίγους μήνες πριν τη γέννηση του παιδιού η μητέρα του νεαρού, αποφάσισε να ζητήσει τη βοήθεια του Μητροπολίτη της περιοχής που έμεναν. Κατάφερε να τον πείσει, σύμφωνα με τα όσα έχουν γίνει γνωστά, λέγοντάς του ότι είναι μεγάλη αμαρτία να έρθει στον κόσμο ένα παιδί που όλοι θα το λένε μπάσταρδο και γιʼ αυτό θα πρέπει να γίνει αυτός ο γάμος, όπως και έγινε.

Για πολλά χρόνια έχοντας ήδη γίνει γνωστό ότι οι δύο τους παντρεύτηκαν οι γονείς και τα αδέρφια της δεν της μιλούσαν. Στις επισκέψεις που έκανε στο Ηράκλειο, δεν περνούσε ποτέ από το πατρικό της σπίτι, γιατί φοβόταν, όμως πάντοτε ρωτούσε εάν είναι καλά στην υγεία τους τα μέλη της οικογένειάς της.

Ανάλογα περιστατικά στην Κρήτη είναι πολλά και τα παιδιά που έφεραν στον κόσμο οι δύο προαναφερθέντες δεν είχαν κανένα πρόβλημα υγείας, σε αντίθεση με αρκετές ορεινές περιοχές του νησιού που είναι σύνηθες να παντρεύονται συγγενείς και που δυστυχώς τα παιδιά τους αντιμετωπίζουν σημαντικά προβλήματα υγείας.

Ο νόμος

Σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα, γάμος δεν μπορεί να γίνει μεταξύ συγγενών εξ αίματος, από τον πρώτο έως τον τρίτο βαθμό συγγένειας, και μεταξύ συγγενών εξ αγχιστείας, ακόμα και αν ο γάμος από τον οποίο προήλθε αυτή η συγγένεια έχει λυθεί.