«Όλοι θέλουμε να δούμε τον τόπο μας πολλά βήματα μπροστά. Πολύ περισσότερο, περιοχές όπως είναι η ενδοχώρα και ο νότος του νομού Ηρακλείου που, θα έλεγα, ότι δεν έχουν έρθει στην ίδια ευθεία με κάποιες άλλες περιοχές.

Και αυτό συμβαίνει, βέβαια, όχι μόνο στο νομό Ηρακλείου αλλά και σε ολόκληρη την Κρήτη. Και θα πρέπει να ξέρετε ότι τα διαφορετικά σημεία εκκίνησης είναι, πολλές φορές, και ενδοδημοτικά ανάμεσα στα δημοτικά διαμερίσματα.

Έτσι, λοιπόν, εμείς θέλουμε να φτάσουμε όλες τις περιοχές του νομού μας στο ίδιο σημείο. Με αυτή την έννοια, είμαστε θετικοί σε κάθε κίνηση που δημιουργεί προοπτικές ανάπτυξης με σεβασμό, όμως, πάνω από όλα στον άνθρωπο και το περιβάλλον.

Ο,τιδήποτε γίνεται δηλαδή θα πρέπει να είναι ενταγμένο στο συνολικό πρόγραμμα ανάπτυξης ενός νομού. Για να ξέρουμε, όμως, τι είναι εκείνο που οραματίζονται κάποιοι, θα πρέπει να μας πουν τί ακριβώς σχεδιάζουν.

Γιατί, όπως έχω πει επανειλημμένα, αυτές οι κινήσεις, υποτίθεται «συνεργασίας», που έχουν γίνει μέχρι σήμερα, με τη Νότια Κορέα, με το Ντουμπάϊ ή με διάφορες άλλες περιοχές, δε νομίζω ότι έχουν γίνει μέσα από μία σοβαρή και μελετημένη διαδρομή.

Επιτρέψτε μου να πω ότι εκείνο το μνημόνιο συνεργασίας που υπογράφηκε ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Νότια Κορέα είναι απλά μια αποτύπωση μιας χειραψίας μεταξύ φίλων.

Δεν έγινε κάτι σοβαρό για να μπορέσει να έρθει ως επικύρωση μιας σοβαρής δουλειάς. Γιατί, όταν θέλεις να βάλεις ένα λιμάνι στο Νότο, ένα λιμάνι που θέλεις να αποτελέσει τη νότια πύλη της Ευρώπης, όπως την οραματιζόμαστε όλοι εμείς, πρέπει να έχεις σχεδιάσει πρώτα ακριβώς το τι θέλεις, πρέπει να υπάρχει μελέτη σκοπιμότητας για να γνωρίζουν όλοι πώς εντάσσεται, καταρχήν, στην ευρύτερη περιοχή, πώς εντάσσεται στην κοινωνική και οικονομική ζωή του τόπου και πώς συμβάλλει πραγματικά στην ανάπτυξη.

Εάν αυτά δεν τα δει κανείς, για να γνωρίζει τις επιπτώσεις που θα υπάρξουν, τότε δεν είναι δυνατόν να γίνουν βήματα μπροστά», δήλωσε στην «Π» η κ. Σχοιναράκη.