Της Άννας Παπαδοκωστάκη
Έχοντας επιστρέψει ένα σημαντικό μέρος των χρημάτων που υπεξαίρεσε σταδιακά από την Εθνική τράπεζα στην οποία εργαζόταν, μια 56χρονη ανώτερη υπάλληλος, αντιμετωπίζει σήμερα τη Δικαιοσύνη, κατηγορούμενη για τρεις κακουργηματικές πράξεις, ελπίζοντας στην επιείκεια των δικαστών.
Η εν λόγω υπάλληλος, κατηγορείται ότι υπεξαίρεσε ποσό ενός εκατομμυρίου ευρώ , το διάστημα από 1-1 2000 ως 23-8-2002. Η ίδια, ως μέτοχος επιχείρησης στο συμβούλιο της οποίας μετείχαν και οι δύο γιοί της καταδικάστηκε τον περασμένο Ιανουάριο, για υπεξαίρεση από κοινού, ποσού 838.000 ευρώ από τα μηχανήματα αυτόματης ανάληψης της Εμπορικής Τράπεζας, σε φυλάκιση 8 ετών , αλλά είναι ελεύθερη όπως και οι γιοί της , καθώς το δικαστήριο όρισε ότι η έφεση έχει αναστέλλουσα δύναμη.
Από τα χρήματα που υπεξαίρεσε από την ΕΤΕ, η κατηγορούμενη επέστρεψε ενόσω διαρκούσε η ανάκριση, 241.000 ευρώ ενώ πληροφορίες αναφέρουν ότι έχει επιστρέψει και άλλα χρήματα.. Σημειώνεται ότι ακόμα και αν επιστραφούν όλα τα χρήματα, τα αδικήματα εξακολουθούν να τη βαρύνουν και θα δικαστεί για αυτά.
Σύμφωνα με το παραπεμπτικό βούλευμα, η κατηγορούμενη εργαζόταν ανελλιπώς στο κατάστημα 204 της ΕΤΕ, από το 1970 και από τις 12 Νοεμβρίου 1998 ως τις 23 Αυγούστου 2002, ασκούσε καθήκοντα εντεταλμένης.
Εκμεταλλευόμενη την θέση της και την εμπιστοσύνη των συναδέλφων της, αλλά κυρίως την εμπιστοσύνη 27 υπερήλικων πελατών της τράπεζας οι οποίοι έκαναν τις συναλλαγές μέσω αυτής και συχνά της άφηναν και τα βιβλιάρια καταθέσεων τους, ιδιοποιήθηκε τεράστια χρηματικά ποσά από τους λογαριασμούς τους, πλαστογραφώντας τις υπογραφές τους και στη συνέχεια με διάφορα τεχνάσματα, «κάλυπτε» τις αναλήψεις αυτές χωρίς να την υποψιάζεται κανείς.
Η αποκάλυψη, έγινε από ελεγκτές-επιθεωρητές, όταν άρχισαν οι ψίθυροι στην αγορά του Ηρακλείου για την προέλευση των μεγάλων επενδυτικών ανοιγμάτων της οικογένειας με αγορές και δημιουργία επιχείρησης.
Διπλά βιβλιάρια
Από τον έλεγχο προέκυψε ότι η ανώτερη υπάλληλος, είχε στο γραφείο της βιβλιάρια καταθέσεων ηλικιωμένων πελατών, με τους οποίους είχε οικειότητα λόγω της πολύχρονης γνωριμίας τους, ενώ παράλληλα διατηρούσε για τους ίδιους λογαριασμούς άλλα βιβλιάρια στα οποία φαινόταν τα πραγματικά αποθέματα.
Με άλλα λόγια, στα βιβλιάρια των πελατών, κατέγραφε τις καταθέσεις που έκαναν και στα κρυφά βιβλιάρια τις αναλήψεις που έκανε η ίδια πλαστογραφώντας τις υπογραφές τους.
Συγκεκριμένα, στο βούλευμα, αναφέρεται :«Οι πελάτες της τράπεζας, δεν είχαν ακριβή εικόνα της κινήσεως του λογαριασμού τους και στις περιπτώσεις αναλήψεων των ιδιοποιηθέντων από αυτήν ποσών, αφού εισέπραττε τα χρήματα από τα ταμεία της τράπεζας πλαστογραφώντας την υπογραφή των δικαιούχων στα εντάλματα, καταχωρούσε αυτά σε νέα βιβλιάρια που η ίδια είχε νωρίτερα κατασκευάσει.»
Τα βιβλιάρια αυτά κατασκεύαζε με την τραπεζική διαδικασία με κωδικό 1041 που ακολουθείται όταν τελειώσουν οι σελίδες του παλιού βιβλιαρίου.
ΟΜΟΛΟΓΙΑ
Για κάποιους από τους επίμαχους λογαριασμούς, οι αναλήψεις έγιναν με υπογραφές των ίδιων των δικαιούχων, στους οποίους έλεγε ότι τα ποσά που υπέγραφαν ότι έπαιρναν, επενδυόταν με ευνοικότερους όρους, δίδοντάς τους πλαστά παραστατικά.
Σε άλλες περιπτώσεις είχε πείσει πελάτες που είχαν καταθέσεις ταμιευτηρίου, ότι τα χρήματα ήταν κλεισμένα σε προθεσμιακό λογαριασμό με σκοπό να τους αποτρέψει να κάνουν καταθέσεις ή αναλήψεις. Σημειώνεται ότι οι λογαριασμοί ανήκαν σε καταθέτες με μεγάλες αποταμιεύσεις, οι οποίοι δεν είχαν γνώσεις λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος λόγω ηλικίας ή αντιμετώπιζαν προβλήματα υγείας. Η ίδια, για να κρατά επαφή με τους πελάτες αυτούς και να αποτρέψει την τυχόν εμπλοκή άλλου υπαλλήλου στη εξυπηρέτηση τους, δεν έλειψε ούτε μια μέρα από τη δουλειά της για τρία συνεχή χρόνια!
Η κατηγορούμενη, απολογούμενη στην ανακρίτρια, ομολόγησε τις πράξεις της, αποκάλυψε πως είχε στήσει την «αφαίμαξη» των λογαριασμών και δικαιολογήθηκε λέγοντας ότι όλα όσα έκανε εκπορευόταν από την αγάπη προς το παιδί της το οποίο την περίοδο εκείνη αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα με την επιχείρηση του.

