Ο καθηγητής Οικονομικών -ειδικός στις διακυμάνσεις του οικονομικού κύκλου εξαιτίας τις τιμής του πετρελαίου- στο πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, Τζέιμς Χάμιλτον, "η παγκόσμια οικονομία αντιμετώπισε τις αυξήσεις στην τιμή του πετρελαίου το 2005 με μικρότερη οικονομική ζημιά από ότι ανέμενα. Αυτό με κάνει να πιστεύω πως το στοιχείο ότι η τιμή του πετρελαίου έχει φτάσει τα 70 δολάρια το βαρέλι, δεν αποτελεί από μόνο του λόγο για σημαντική ανησυχία στην παρούσα φάση". Επίσης, ο καθηγητής Χάμιλτον σημείωνε -τουλάχιστον μέχρι πρόσφατα- ότι οι πετρελαϊκές κρίσεις του παρελθόντος ήταν διαφορετικές και με μεγαλύτερες επιπτώσεις γιατί η αύξηση της τιμής του πετρελαίου ήταν πιο απότομες και κυρίως γιατί οι πετρελαιοπαραγωγές χώρες σταματούσαν πλήρως τη ροή πετρελαίου στις διεθνείς αγορές.

Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, το πρόβλημα που προκύπτει τώρα, έχει περισσότερο το χαρακτήρα μιας "κρίσης ζήτησης" που έχει δημιουργηθεί από τη ταχύτατη οικονομική επέκταση σε κράτη όπως η Κίνα, η οποία είναι η χώρα με τη μεγαλύτερη κατανάλωση πετρελαίου μετά τις ΗΠΑ. Πάντως, η θεωρία αυτή γίνεται όλο και πιο αδύναμη να εξηγήσει του τι ακριβώς συμβαίνει μετά τη μείωση της παραγωγής στη Νιγηρία -λόγω της επίθεσης αυτονομιστών ανταρτών κατά πετρελαϊκών στόχων- και προπαντός καθώς εντείνεται η ένταση μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν (τέταρτης μεγαλύτερης πετρελαιοπαραγωγού χώρας) για το πυρηνικό του πρόγραμμα.

Όπως σημειώνει το υψηλόβαθμο στέλεχος της επενδυτικής τράπεζας Morgan Stanley, Έρικ Τσάνεϊ, "ανησυχώ γιατί οι παράγοντες που έχουν ανεβάσει την τιμή του πετρελαίου πάνω από τα 50 δολάρια το βαρέλι και τώρα πάνω από τα 70 δολάρια το βαρέλι, είναι όλο και περισσότερο γεγονότα ή ανησυχίες που σχετίζονται παράπλευρα με την παροχή πετρελαίου (Νιγηρία, Ιράν κλπ)".

Ο ΟΠΕΚ, στη μηνιαία έκθεση του, σημειώνει ότι "η σταθερή αύξηση της τιμής στον ενεργειακό τομέα ίσως θέσει ένα ρίσκο την ανάπτυξη, ειδικά σε οικονομίες όπου ο προϋπολογισμοί των καταναλωτών αντιμετωπίζουν πίεση από την αύξηση των επιτοκίων". Σύμφωνα με τον Άνταμ Πόσεν από το Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών, το ρίσκο για τα νοικοκυριά είναι μεγαλύτερο στις ΗΠΑ, εξαιτίας του ότι είναι λιγότερες οι δημόσιες συγκοινωνίες και μεγαλύτερες οι αποστάσεις, και βέβαια συγκριτικά μεγαλύτερο για τα φτωχότερα νοικοκυριά".

Εξάλλου, ο γάλλος υπουργός Οικονομικών, Τιερί Μπρετόν, γνωρίζοντας πόσο εύκολο είναι να χάσει κανείς ψηφοφόρους εξαιτίας της υψηλής τιμής του πετρελαίου, δήλωσε ότι σκοπεύει να θέσει το θέμα στις συνομιλίες που θα έχουν, το προσεχές Σαββατοκύριακο στην Ουάσινγκτον, τα κράτη με τη μεγαλύτερη βιομηχανική ανάπτυξη (G8).