Της Πέλλας Λασηθιωτάκη
Μαζί με τα παντζάρια και τα καλαμπόκια θεωρούνται τα ιδανικά φυτά και θα μπορούσαν να καλλιεργηθούν στο νησί
Τα χαρούπια της Κρήτης, τα παντζάρια και τα καλαμπόκια, είναι ιδανικά φυτά για την παραγωγή βιοκαυσίμων. Θα μπορούσαν μάλιστα να καλλιεργηθούν σε μεγάλη έκταση, πειραματικά στο νησί μας, με τη συνεργασία ερευνητικών ιδρυμάτων τα οποία θα ενισχυθούν από την Ευρωπαϊκή Ένωση, με διόλου ευκαταφρόνητα ποσά.
Αυτά προκύπτουν από όσα είπε στην «Π» ο κύριος ερευνητής του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών δρ Γιώργος Σακελάρης, ο οποίος έχει ασχοληθεί επί σειρά ετών με τον τομέα.
Σήμερα, η επιστήμη, θέλοντας να αποφύγει τη χρήση πετρελαίου, για οικονομικούς και περιβαλλοντικούς λόγους, καταλήγει στην αξιοποίηση φυτών, τα παράγωγα των οποίων είναι βιοαποικοδομήσιμα.
Επιπλέον, εξασφαλίζει την παραγωγή ενέργειας από φυτά, αποφεύγοντας τη χρήση πετρελαίου. Πρόκειται για τα βιοκαύσιμα ή ενεργειακά φυτά, με μεγάλες αποδόσεις ενέργειας, μετά βέβαια από τη σχετική επεξεργασία.
Ο κ. Σακελάρης που κατάγεται από το Λασίθι, ασχολείται με τα γενετικά τροποποιημένα φυτά. Αλλά ενέργεια, είναι δυνατόν να παραχθεί και από φυτά συμβατικής γεωργίας, όπως τα γνωστά σε όλους μας παντζάρια και τα χαρούπια. Κατά τον δρ. Σακελάρη, η Kρήτη είναι ιδανικό μέρος για την παραγωγή βιοκαυσίμων.
Φυτά για την παραγωγή ενέργειας
O δρ Γ. Σακελάρης λέει ότι φυτά που είναι δυνατόν να αξιοποιηθούν για την παραγωγή ενέργειας είναι μεταξύ άλλων τα ζαχαροκάλαμα, τα χαρούπια και τα παντζάρια.
Μετά την παραγωγή χρειάζεται επεξεργασία, από εργοστάσια όχι ιδιαιτέρως υψηλής τεχνολογίας, σύμφωνα με τον δρ. Γιώργο Σακελάρη.
Να σημειωθεί ότι η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ηρακλείου μελετά την οικονομική υποστήριξη δημιουργίας εργοστασίου βιομάζας στη Μεσαρά.
«Μετά από επεξεργασία τα φυτά αποδίδουν μεθάνιο ή αλκοόλη, η οποία μπορεί να υποκαταστήσει την βενζίνη» εξηγεί ο επιστήμονας.
Η βενζίνη αυτή είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί σε κινητήρες εσωτερικής καύσης, κυρίως στα αυτοκίνητα, για θέρμανση και παραγωγή ενέργειας στη βιομηχανία.
«Η γενετική τροποποίηση βοηθά στην απόδοση των φυτών. Πριν δεκαπέντε χρόνια μπορούσαμε να υποκαταστήσουμε μόνο το 5% της ενέργειας. Το υπόλοιπο θα έπρεπε να το παίρναμε από τη ΔΕΗ. Τώρα, μπορούμε να υποκαταστήσουμε το πενταπλάσιο ποσοστό» λέει ο δρ. Γιώργος Σακελάρης. Σύμφωνα με τον επιστήμονα, μέσα στο 2005 η Βραζιλία θα είναι σε θέση να υποκαταστήσει με βιοκαύσιμα, 15 εκατ. βαρέλια βενζίνης κάθε μέρα.
Οι ΗΠΑ, το 2012 θα έχουν υποκαταστήσει σχεδόν το 30% της ενέργειας τους από βιοκαύσιμα και η Ευρώπη μόλις το 7%. «Η Ευρώπη έχει καλύτερες σχέσεις με τις Αραβικές χώρες. Ίσως το θέμα να είναι τελικά πολιτικό» σχολιάζει ο ίδιος.
CD από… καλαμπόκι
Τα φυτά που προέρχονται από μοριακή καλλιέργεια έχουν και άλλες εφαρμογές. «Για την παραγωγή υλικών φιλικών προς το περιβάλλον που θα υποκαταστήσουν το πλαστικό. Τα υλικά αυτά βιοαποικοδομούνται» επισημαίνει ο δρ. Γ. Σακελάρης. Τονίζει μάλιστα ότι η SANYO έχει επιτύχει γραμμή παραγωγής CD από καλαμπόκι. «Μόνο το 0,1% της παγκόσμιας παραγωγής καλαμποκιού αρκεί, για την παραγωγή 10 δισεκατομμυρίων CD» επισημαίνει.
Υψηλές
χρηματοδοτήσεις από την Ε.Ε.
Στις αρχές του 2006 ξεκινά στην Ευρωπαϊκή Ένωση με χρηματοδότηση 3,4 δις ευρώ, το 7ο πρόγραμμα πλαίσιο διάρκειας τριών ετών. Τα ποσά θα δίδονται μόνο στην έρευνα που θα έχει ως κύριο στόχο τα φυτά για το μέλλον.
Όπως επισημαίνει ο δρ Γ. Σακελάρης, τα ερευνητικά ιδρύματα αναζητούν συνεργάτες που θα γίνουν χρήστες των προγραμμάτων. Και συνεργάτες μπορούν να γίνουν συνεταιριστικές οργανώσεις ή βιομηχανίες. «Στην Ελλάδα ενώ έχουμε καλά Πανεπιστήμια και ερευνητές, δεν έχουμε όμως φορείς χρήστες. Είναι αποκομμένοι από τις διαδικασίες της παραγωγής» σχολιάζει ο κ. Σακελάρης και προσθέτει: «Λείπουν οι φορείς χρήστες των ερευνητικών μας προγραμμάτων, όπως οι συνεταιριστικές οργανώσεις».
Σύμφωνα με τον δρ. Γιώργο Σακελάρη, η Κομισιόν «έχει πετάξει το μπαλάκι» της συνύπαρξης γενετικά τροποποιημένων και φυτών συμβατικής γεωργίας στα κράτη μέλη της Ε.Ε. Τα γενετικά τροποποιημένα φυτά είναι δυνατόν να αξιοποιούνται για την παραγωγή ειδών που δεν θα χρησιμοποιούνται ως τρόφιμα. Στην Ελλάδα, “καταλήγει ο επιστήμονας”, έχει συσταθεί επιτροπή, η οποία όμως, τουλάχιστον μέχρι πρόσφατα, προχωρούσε με αργούς ρυθμούς».

