Ο Νέρωνας ήταν γιος της Αγριππίνας (16 - 59 μ.Χ.) από τον πρώτο της γάμο με τον πατρίκιο Δομίτιο Αενόβαρβο και υιοθετήθηκε το 50 μ.Χ. από τον αυτοκράτορα Κλαύδιο, τρίτο κατά σειράν σύζυγο της Αγριππίνας. Έτσι όταν η Αγριππίνα δολοφόνησε τον Κλαύδιο και τον νόμιμο διάδοχο Βρεταννικό (55 μ.Χ.) άνοιξε το δρόμο να γίνει αυτοκράτορας ο γιος της ο Νέρωνας. Μπορούσε έτσι η Αγριππίνα να ανακατεύεται στη διοίκηση της Αυτοκρατορίας, κάτι όμως που ενόχλησε τον Νέρωνα. Η τύχη της ήταν ανάλογη της δικής της πορείας. Δολοφονήθηκε από τον γιο της.

Όμως αυτό δεν ήταν το μοναδικό έγκλημα του Νέρωνα. Όχι μόνο σκότωσε μέλη της του περιβάλλοντός του, και παντρεύτηκε τον ευνούχο Σπόρο, αλλά κατάκλεψε την πολιτισμική κληρονομιά της Ιταλίας και των αρχαίων Ναών, και προέβη στους σαδιστικότερους διωγμούς των Χριστιανών, και στο κάψιμο της Ρώμης. Στο άρθρο αυτό, δεν θα ασχοληθούμε ιδιαίτερα με τα άλλα του εγκλήματα, αλλά μόνο με τη φωτιά της Ρώμης. Γιατί οι σύγχρονοι αρχαιολάτρες οπαδοί του, προσπαθούν (όπως έκανε και ο ίδιος ο Νέρωνας), να ρίξουν την ευθύνη της φωτιάς στους Χριστιανούς, για να τους κατηγορήσουν, και να «αθωώσουν» το ίνδαλμά τους.

Με τα εξής λόγια περιγράφει τα γεγονότα ο Ernest Renan στο βιβλίο του: «Ο Αντίχριστος» :

«Στις 19 Ιουλίου του 64 μ.Χ. η φωτιά άναψε στη Ρώμη με ορμή και άρχισε εκεί κοντά στην πύλη Καπίνη προς το μέρος του μεγάλου Αμφιθεάτρου που αποτελεί συνέχεια με τον Παλατίνο λόφο και το Καίλιον. Η συνοικία αυτή είχε πολλά καταστήματα γεμάτα από εύφλεκτες ύλες, πάνω στα οποία η φωτιά μεταδόθηκε με καταπληκτική ταχύτητα. Από εκεί έκανε το γύρο του Παλατίνου, κατέστρεψε το Βήλαυρο, (Ναός του Ηρακλή κατά τον Τάκιτο Χρ. 15: 41), την Αγορά, τις Καρίνες (Συνοικία των Υπατικών για την οποία μιλάει ο Σουετώνιος στον Νέρωνα 38), ανέβηκε στους λόφους και προκάλεσε μεγάλες ζημιές στο Παλατίνο (Ο ναός του Στήσιου Δία βρισκόταν στο Παλατίνο. Η φωτιά έφθασε χωρίς αμφιβολία στο λόφο απ' τον ισθμό που στο ύψος της στοάς του Τίτου συνδέει το οροπέδιο με την SUMMA SAGRA VIA. - Τάκιτος χρον. 15: 39,41, Δίων Κάσιος LXII), κατέβηκε πάλι στις κοιλάδες καταβροχθίζοντας πυκνοκατοικημένες συνοικίες με στενούς δρόμους. Κράτησε έξη μέρες και επτά νύχτες. Σταμάτησε προσωρινά μπροστά σ' ένα όγκο από σπίτια που φτιάχτηκαν στις υπώρειες των Ησκυλίνων λόφων αλλά ξανάρχισε και συνέχισε ακόμα τρεις μέρες. Ο αριθμός των νεκρών ήταν μεγάλος. Απ' τα δεκατέσσερα διαμερίσματα που αποτελούνταν η πόλη, τα τρία καταστράφηκαν ολοκληρωτικά, άλλα επτά μεταβλήθηκαν σε μαυρισμένους τοίχους…

…Ο Νέρων ήταν στο Άντιο όταν ξέσπασε η πυρκαγιά και γύρισε στην πόλη μοναχά όταν η φωτιά έφθασε στην προσωρινή του κατοικία και στάθηκε αδύνατο να περισώσουν οτιδήποτε από τις φλόγες… Φαίνεται ότι ο Νέρων δεν νοιάστηκε και πολύ να διασώσει την κατοικία του, γιατί τον παρέσυρε η φρίκη του θεάματος…

…εκείνο στο οποίο συμφωνούν όλες οι γνώμες, είναι ότι η πυρκαγιά είχε διαταχθεί από τον Νέρωνα, ή το λιγότερο ότι ξαναφούντωσε με διαταγή του τη στιγμή που επρόκειτο σβήσει. Ο Σουετώνιος (Νέρων 38), ο Δίων Κάσιος (LX. XII 16) και ο Πλίνιος ο αρχαίος (Φυς. Ιστορ. ΧVII) το λένε κατηγορηματικά. Ο Τάκιτος (Χρον. ΧV, 38) δεν εκφέρει γνώμη. Πίστεψαν ακόμα ότι γνώρισαν πρόσωπα του άμεσου περιβάλλοντός του που έβαζαν τη φωτιά από διάφορα σημεία της πόλης. Σε μερικά σημεία, καθώς λένε, η φωτιά άναψε από ανθρώπους που έκαναν τον μεθυσμένο. Το άναμα της φωτιάς έγινε αυτόματα και ταυτόχρονα σε πολλά μέρη. Διηγούνται ακόμα ότι στη διάρκεια της πυρκαγιάς, είδαν στρατιώτες και αυτούς που ήταν επιφορτισμένοι με την κατάσβεσή της να την υποδαυλίζουν και να εμποδίζουν τις καταβαλλόμενες προσπάθειες για τον περιορισμό της, και όλα αυτά με απειλητικό ύφος σαν άνθρωποι που εκτελούσαν επίσημες διαταγές.

Μεγάλες οικοδομές, κτισμένες με πέτρα, που γειτόνευαν με την αυτοκρατορική κατοικία και που την θέση τους επιθυμούσε με απληστία ο Νέρων, γκρεμίστηκαν όπως σε πολιορκία. Όταν η φωτιά ξανάρχισε, ξεκίνησε από οικοδομές που ανήκαν στον Τιγγελίνο. Αυτό που επιβεβαιώνει τις υποψίες, είναι ότι ύστερ' απ' την πυρκαγιά, ο Νέρων με το πρόσχημα να καθαρίσει τα ερείπια με δικές τους δαπάνες, για ν' αφήσει το χώρο ελεύθερο στους ιδιοκτήτες, ανέλαβε να σηκώσει τα χαλάσματα με τέτοιες προφυλάξεις, που δεν επέτρεψε σε κανέναν πλησιάσει. Το χειρότερο γι' αυτόν ήταν όταν τον είδαν ν' αρπάζει μια μεγάλη έκταση που άφησαν τα ερείπια και να κτίζει πάνω σ' αυτή και στη θέση της παλαιάς προσωρινής διαμονής του τον «Χρυσούν εκείνον οίκον» που από πολύ καιρό ήταν το όνειρο της εξημμένης φαντασίας του. Σκέφθηκαν ότι ο Νέρων ήθελε να προετοιμάσει τα οικόπεδα του καινούργιου του ανακτόρου και να κτίσει με τα χρήματα που θα απέφερε η εκποίηση από τα υπολείμματα της πυρκαγιάς, και ταυτόχρονα ν' ανοικοδομήσει τη Ρώμη, για να μπορέσει να της δώσει το όνομά του……Η Ρώμη ήταν γεμάτη από βωμούς, ιερούς τόπους, παλαίστρες, οικοδομήματα που κανένας νόμος δεν μπορούσε ν' απαλλοτριώσει. Ο Καίσαρ και πολλοί άλλοι αυτοκράτορες είδαν τα σχέδιά τους για έργα κοινής ωφέλειας και προ παντός την διόρθωση του ρεύματος του Τίβερη ν' ανατρέπονται μπροστά σ' αυτά τα εμπόδια. Για να εκτελέσει τα ανόητα σχέδιά του ο Νέρων μοναχά ένα μέσον είχε, την πυρκαγιά……Όσοι τίμιοι άνθρωποι έμειναν ακόμη στην πόλη είχαν αγανακτήσει. Οι πιο πολύτιμες αρχαιότητες της Ρώμης, τα σπίτια των παλιών αρχόντων, τα πιο ιερά πράγματα, τα τρόπαια, τα αρχαϊκά αναθήματα, οι ναοί, όλο το υλικό της αρχαίας θρησκείας των Ρωμαίων εξαφανίστηκε… παρέμενε το μυστικό αίσθημα μιας ατιμίας, ενός εγκλήματος. Ο Νέρων άρχισε να καταλαβαίνει ότι είχε προχωρήσει πολύ».Ο Νέρων λοιπόν, βρήκε εξιλαστήρια θύματα τους Χριστιανούς, επειδή ήταν οι μόνοι που δεν λυπήθηκαν για τους ναούς των θεών που κάηκαν, επειδή ήταν αυτοί που μιλούσαν για αποκαλυπτικές καταστροφές, επειδή ήταν οι μόνοι που «ξεχώριζαν» και δεν τιμούσαν ως θεό τον αυτοκράτορα. Έτσι ο Νέρων αφού τους κατηγόρησε, άρχισε τους διωγμούς.