Ερευνα του Χρήστου ΚάτσικαΥποβάθμιση των πτυχίων με μείωση της χρονικής διάρκειας των προπτυχιακών σπουδών, θεσμοθέτηση εθνικού φορέα αξιολόγησης, μείωση των δημοσίων δαπανών στα ΑΕΙ-ΤΕΙ, ποινές και διακοπή της χρηματοδότησης, ολοκλήρωση συστήματος μεταφοράς ακαδημαϊκών μονάδων, σταδιακή μείωση του αριθμού των εισακτέων, πλαφόν στις βαθμολογίες εισαγωγής των υποψηφίων και κατάργηση των δωρεάν συγγραμμάτων είναι μερικοί μόνο από τους στόχους που προωθεί, μέσα από τον επικείμενο διάλογο, το Υπουργείο Παιδείας.

(πίνακας 1)

Στην πρόσφατη συζήτηση στη Βουλή ο Πρωθυπουργός της χώρας επισήμανε ότι η Ελλάδα «υπογράφοντας την διακήρυξη της Μπολόνια έχει αναλάβει απέναντι στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή σημαντικές δεσμεύσεις με χρονικό όριο τον ερχόμενο Μάιο». Οι υποχρεώσεις αφορούν κυρίως το θέμα των δύο κύκλων σπουδών στα ΑΕΙ - ΤΕΙ (από τους οποίους ο πρώτος να είναι προπτυχιακός με τουλάχιστον τριετή διάρκεια και ο δεύτερος μεταπτυχιακός με διετή διάρκεια) καθώς και το θέμα της αξιολόγησης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Σύμφωνα με τον κ. Καραμανλή «για όλα αυτά η πρώτη φάση του διαλόγου είναι ανάγκη να ολοκληρωθεί έως τους πρώτους μήνες του 2005, ούτως ώστε μέχρι τον Μάιο που θα γίνει η συνάντηση των Υπουργών Παιδείας των χωρών που υπέγραψαν την Διακήρυξη της Μπολόνια να έχουμε κάνει συγκεκριμένα βήματα σε ό,τι έχει δεσμευτεί η χώρα».Αμέσως μετά, η Υπουργός Παιδείας σε συνέντευξή της (Απογευματινή 15/11) βεβαιώνει ότι θα καταθέσει νομοθετική ρύθμιση που προβλέπει ότι ο προπτυχιακός κύκλος σπουδών θα διαρκεί τουλάχιστον τρία χρόνια ενώ δεν αποκλείει τη μείωση του χρόνου σπουδών σε τρία χρόνια «αν διαπιστώσουμε ότι μπορούμε σε λιγότερο χρόνο να δώσουμε όλες τις απαιτούμενες γνώσεις».

Τι σημαίνουν όλα τα παραπάνω για την ελληνική τριτοβάθμια εκπαίδευση;

ΤΟ ΠΤΥΧΙΟ …ΚΑΤΕΒΑΙΝΕΙ ΣΚΑΛΟΠΑΤΙΑ !

Σημαίνει την υιοθέτηση ενός συστήματος σπουδών που θα στηρίζεται βασικά σε δυο κύκλους σπουδών, ένα προπτυχιακό και ένα μεταπτυχιακό όπου ο «τίτλος» του «πρώτου κύκλου σπουδών» δεν θα έχει καμιά απολύτως σχέση με τα πανεπιστημιακά πτυχία που όλοι γνωρίζουμε μέχρι σήμερα. Οι προπτυχιακές σπουδές θα αποτελούν μια κατηγορία στην οποία θα συσσωρεύεται μια χαμηλής ποιότητας μαζική εκπαίδευση χωρίς πόρους και υποδομές, αποκομμένη αναγκαστικά από το οξυγόνο της βασικής έρευνας και λειτουργικά προσαρμοσμένη στις φθηνότερες και προφανώς αναποτελεσματικότερες μορφές διδασκαλίας.

Είναι φανερό ότι η απόκτηση μέσα στην περιορισμένη διάρκεια των τριών χρόνων μιας κάποιας επαγγελματικής ικανότητας, μπορεί να επιτευχθεί μόνο σε βάρος του αναγκαίου επιστημονικού υπόβαθρου και ειδίκευσης και την παροχή στη θέση τους, απογυμνωμένων από τη θεωρητική τους θεμελίωση και εμπέδωση, ρηχών, τυποποιημένων, αποσπασματικών γνώσεων και πρακτικών συνταγών. Πρόκειται δηλαδή για ένα σύστημα στο οποίο πρωτεύοντα ρόλο έχει η ανάπτυξη δεξιοτήτων στο χειρισμό εργαλείων και όχι η δημιουργική, επιστημονική σκέψη.

Μιλάμε για γρήγορη και μαζική χορήγηση πρακτικών και άμεσα αναλώσιμων επαγγελματικών εφοδίων, με παράλληλη δραστική μείωση του δημόσιου κόστους των σπουδών. Σημαίνει ότι τα πανεπιστήμια θα βγάζουν μαζικά αποφοίτους χωρίς ολοκληρωμένες επιστημονικές γνώσεις, που θα έχουν απλά μια αρχική κατάρτιση. Χωρίς ολοκληρωμένες επιστημονικές γνώσεις δεν θα έχουν φυσικά και τα αντίστοιχα επαγγελματικά δικαιώματα που αρκετοί επιστημονικοί κλάδοι έχουν κατοχυρώσει μέχρι σήμερα.

(πίνακας 2)

H πανεπιστημιακή εκπαίδευση μετατοπίζεται στα προορισμένα για πολύ λιγότερους μεταπτυχιακά, με νέους φραγμούς και υψηλά δίδακτρα. Ήδη η εισαγωγή διδάκτρων σε αρκετά Μεταπτυχιακά τμήματα που ξεκινούν από 1000 και φτάνουν τα 9.000 (κυρίως στα προγράμματα του Οικονομικού Πανεπιστημίου και των Πανεπιστημίων Πειραιώς και Μακεδονίας) και η επιταγή βιωσιμότητας του κάθε προγράμματος μετά το πέρας της αρχικής χρηματοδότησής του από ίδιους πόρους τείνουν στη δημιουργία πολλαπλών ταχυτήτων και νέων ανισοτήτων.

ΔΗΜΟΣΙΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ

ΥΠΟ ΟΡΟΥΣ

Την ίδια στιγμή οι δημόσιες δαπάνες για κάθε φοιτητή της Ανωτάτης Εκπαίδευσης μειώνονται δραματικά. Η κρατική επιχορήγηση δεν επαρκεί, όχι για την ανανέωση και τον εκσυγχρονισμό της υποδομής, αλλά ούτε για τη συντήρηση-επισκευή της υπάρχουσας. Μόλις που καλύπτει τα λειτουργικά έξοδα εκπαιδευτικού χαρακτήρα και μάλιστα σε επίπεδα χαμηλών ρυθμών/αποδόσεων, με αποτέλεσμα να γίνεται αισθητή η έκπτωση του επιπέδου σπουδών με την αύξηση των εισακτέων.

Η υποχρηματοδότηση της, τριτοβάθμιας εκπαίδευσης «πριμοδοτεί» την οικοδόμηση του μαζικού υποχρηματοδοτούμενου και υποβαθμισμένου Πανεπιστήμιου με ραγδαία επιδείνωση των αναλογιών ανάμεσα στους διδασκόμενους φοιτητές και τους διδάσκοντες που ωθείται να αναζητά πόρους από την αγορά, από δίδακτρα ή από ίδιες επιχειρηματικές δραστηριότητες.

Στα πλαίσια αυτά λιπαίνεται το έδαφος για σταδιακή μείωση του αριθμού των εισακτέων (όλα τα στοιχεία δείχνουν ότι μπορεί να αρχίσει και από φέτος), πλαφόν στην βαθμολογία εισαγωγής των υποψηφίων ( γεγονός που θα νομιμοποιήσει τον αποκλεισμό μέσα από την κατασκευή αποτυχόντων με το γνωστό τρόπο της αύξησης της δυσκολίας των θεμάτων), ουσιαστική κατάργηση της δωρεάν διανομής των συγγραμμάτων, σε πρώτη φάση, για όσους φοιτητές, σύμφωνα με τη φορολογική δήλωση της οικογένειάς τους, υπερβαίνουν κάποιο όριο. Παράλληλα το ΥΠΕΠΘ ετοιμάζει πρόταση σύμφωνα με την οποία τα ιδρύματα θα κινούνται με βάση ένα «τετραετές επιχειρησιακό πρόγραμμα» και σε περίπτωση που υπάρχει παρέκκλιση από τους στόχους αυτού του προγράμματος, τα πανεπιστήμια θα αντιμετωπίζουν την ποινή διακοπής της χρηματοδότησης. Τι σημαίνει αυτό; Ουσιαστικά, σημαίνει επιχείρηση άρσης της υποχρέωσης του δημοσίου να χρηματοδοτεί συνολικά τη λειτουργία των ιδρυμάτων της ανώτατης εκπαίδευσης καθώς και σύνδεση των αποτελεσμάτων της αξιολόγησης με τη χρηματοδότηση των ΑΕΙ.