Οταν κηρύχτηκε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος (1914), είχαν αλυσιδωτά εμπλακεί σ’ αυτόν σχεδόν άμεσα πολλές χώρες.

Η Αυστρία κατά της Σερβίας (για τη δολοφονία που διαπράχτηκε από Σέρβο πατριώτη στο Σεράγεβο στις 28 Ιουνίου 1914, με θύμα τον αρχιδούκα του αυστριακού θρόνου).

Η Ρωσία υπέρ της Σερβίας (ως χώρας σλαβικής).

Η Γερμανία υπέρ της Αυστροουγγαρίας και εναντίον τη Ρωσίας μέσω Πολωνίας αλλά και εναντίον της Γαλλίας διαμέσου του ουδετέρου Βελγίου.

Η Αγγλία ως εγγυήτρια της ουδετερότητας του Βελγίου χώρα και σύμμαχος της Γαλλίας και της Ρωσίας, που συναποτελούσαν μαζί της την Entente (Τριπλή Συνεννόηση : Αγγλία – Γαλλία – Ρωσία).

Σε λίγο ( Οκτώβριος του 1914) προσχώρησε στην Τριπλή Συμμαχία και η Οθωμανική Αυτοκρατορία, που πρόσφατα είχε νικηθεί από τους Βαλκάνιους και είχε αναγκαστεί να αποσυρθεί από τη Βαλκανική Χερσόνησο και από τα νησιά του Αιγαίου Πελάγους.

Τον Οκτώβριο του 1915 προσχώρησε στην Τριπλή Συμμαχία και η Βουλγαρία, η οποία είχε ιδιαίτερα οχληθεί από την επικράτηση των ελληνικών απόψεων στην πρόσφατη συνθήκη του Βουκουρεστίου (Αύγουστος 1913), γιατί έχασε (η Βουλγαρία) όσα διεκδικούσε στο μακεδονικό χώρο από Καβάλα ως Θεσσαλονίκη.

Μπροστά σε αυτές τις εξελίξεις η Ελλάδα δεν μπορούσε να μείνει ουδέτερη, αφού γείτονες αντίπαλοί της εντάχθηκαν διαδοχικά στην Τριπλή Συμμαχία και , αν νικούσαν, αυτονόητο ήταν ότι θα ρίχνονταν στα εδάφη που η Ελλάδα είχε πρόσφατα απελευθερώσει (Μακεδονία – νησιά του Αιγαίου). Επιπλέον, η Συμμαχία των Κεντρικών Αυτοκρατοριών ή Τριπλή Συμμαχία (Γερμανία και Αυστροουγγαρία) δεν μπορούσε να υποσχεθεί στην Ελλάδα κέρδη, αφού είχε μαζί της δυο εταίρους (Βουλγαρία, Τουρκία) με προφανείς βλέψεις αντίθετες προς τα ελληνικά συμφέροντα. Ενώ, αντίθετα, από την Τριπλή Συνεννόηση, η Αγγλία έφτασε να υποσχεθεί (το 1915) και παραχώρηση της Κύπρου, αν η Ελλάδα δεχόταν να συμπολεμήσει με την Αγγλία στο Βαλκανικό Μέτωπο ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (εδώ διακυβεύονταν πολύ μεγάλα βρετανικά συμφέροντα, κυρίως αφότου άρχισε η ιστορία των πετρελαίων Μοσούλης, τότε οθωμανικής επαρχίας). Και γενικότερα: η Ελλάδα, χώρα μεσογειακή – ναυτική, είχε λόγους να επιδιώξει σύμπραξη με τη θαλασσοκράτειρα Βρετανία

Για την ελληνική πολιτική, λοιπόν, έμπαινε επιτακτικά το ερώτημα: Να ενεργήσουμε με ποιους, με ποιες προσδοκίες και με ποιες εγγυήσεις και πιθανότητες .

Σύμφωνα με τα συνταγματικά πλαίσια και τη διαμορφωμένη πρακτική τότε , την εξωτερική πολιτική εισηγείται ο πρωθυπουργός, αλλά τα συναφή Διατάγματα υπογράφει ο βασιλιάς, άρα έμμεσα ο βασιλιάς ελέγχει την εξωτερική πολιτική, αφού μπορεί να μην υπογράψει τα Διατάγματα. Μέσα σε αυτά τα συνταγματικά πλαίσια (άρθρα 32, 38)

Ο πρωθυπουργός Ε. Βενιζέλος εκτιμούσε ότι οι περιστάσεις όλες συνηγορούσαν για σύμπραξη με την Αντάντ (Entente, Τριπλή Συνεννόηση ), γιατί προβλεπόταν τελική επικράτηση της Αντάντ, γιατί….Ειδικότερα για την Ελλάδα, χώρα μεσογειακή, η σύμπραξη με τη θαλασσοκράτειρα Αγγλία ήταν ανάγκη.

Σκόπιμο να θυμίσουμε ότι ο Βενιζέλος είχε επικρατήσει στην ελλαδική πολιτική σκηνή από τις αρχές του 1910: αρχικά θεωρούμενος αντιδυναστικός, έπειτα προς το βασιλιά Γεώργιο διαλλακτικός και προς τον αποτυχημένο –από το 1897 και ύστερα- Διάδοχο θωπευτικός, ώσπου τον επανέφερε και στο Στράτευμα ως Γενικό Επιθεωρητή. Και συνέβαλε πολύ με τους χειρισμούς του (ο Βενιζέλος) για την ανάδειξη του Κωνσταντίνου σε ήρωα, θρύλο, μολονότι όλες οι ενδείξεις συνηγορούν στο ότι ο Κωνσταντίνος ήταν μια μετριότητα, την οποία ο Βενιζέλος αξιοποιούσε για προώθηση της εθνικής πολιτικής του, ενώ οι κόλακες του βασιλικού περιβάλλοντος πότιζαν με κολακείες περί στρατηγικής ιδιοφυΐας την ίδια μετριότητα ως δύναμη αντίπαλη στο φωτεινό ήλιο Βενιζέλο.

Ο Κωνσταντίνος είχε όλες τις προϋποθέσεις (καταγωγής, παιδείας, αυλοκολακείας), ώστε να εκτρέφει αυτοθαυμασμό και ενδεχόμενα να ζηλεύει τον ιδιοφυή ευεργέτη του, διπλωμάτη, οικοδόμο της θριαμβικής πορείας του ελληνικού Στρατού – Στόλου κατά το 1912-13.

Επιπλέον, είχε ο Κωνσταντίνος συγγενικό δεσμό με τον αυτοκράτορα της Γερμανίας και πρωταγωνιστή της Τριπλής Συμμαχίας (είχε νυμφευτεί την αδελφή του αυτοκράτορα Σοφία) και είχε δεχτεί από τον ίδιο την πολύ κολακευτική διάκριση του στρατάρχη. Όταν έφτασε η κρίσιμη ώρα του πολέμου, ο Κωνσταντίνος: πίστευε ότι ο πρωσικός (γερμανικός) στρατός ήταν ανίκητος και ένιωθε και προσωπική ευγνωμοσύνη προς τον γυναικάδερφό του και είχε ίσως καθημερινή υπόμνηση της συγγενικής σχέσης τους από τη σύζυγο.