Οι Ολυμπιακοί Αγώνες ξαναγυρνούν στη γενέτειρα. Κάπως έτσι σκέφτονταν και το 1896 όταν στο ανακαινισμένο τότε Παναθηναϊκό Στάδιο αναβίωσαν οι πρώτοι σύγχρονοι Oλυμπιακοί Aγώνες.

Σήμερα οι ολυμπιακοί «επιστρέφουν σπίτι», αλλά ευτυχώς για την Ελλάδα δεν την βρίσκουν στο ίδιο χάλι. Σήμερα η χώρα μας είναι μέσα στο κλαμπ των ισχυρών της Ευρώπης και του ΝΑΤΟ, παίζει ένα ρόλο διεθνώς και μπορεί να ελπίζει σε κάτι καλύτερο. Τότε η Ελλάδα εξερχόταν από μία οδυνηρή χρεοκοπία και έβλεπε να έρχεται ένας πόλεμος που θα κατέληγε σε μια ντροπιαστική ήττα -το μαύρο 97.

Στις 25 Μαρτίου του 1896 στις 3 το μεσημέρι ο βασιλιάς Γεώργιος κήρυξε την έναρξη των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών Aγώνων στο Παναθηναϊκό στάδιο. Σ’ αυτούς τους αγώνες έλαβαν μέρος 285 αθλητές από 13 χώρες σε 19 αθλήματα. Η χώρα ζούσε ένα όνειρο. Μικρής διάρκειας όμως. Διότι οι Έλληνες ζούσαν ένα εφιάλτη. Που λίγα χρόνια πριν είχε μετατραπεί σε σκληρή πραγματικότητα με το «δυστυχώς επτωχεύσαμεν» του Χαρίλαου Τρικούπη. Για την Ελλάδα το πρώτο ουσιαστικό κύμα ανάπτυξης ήρθε «στις δεκαετίες του 1860 και του 1870. Mετά την κρίση του Kριμαϊκού πολέμου και την ανάδειξη των αδιεξόδων της αλυτρωτικής πολιτικής οι προτεραιότητες στράφηκαν προς την οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Διάφοροι παράγοντες διαμόρφωσαν το ευνοϊκό κλίμα για επενδύσεις ξένων κεφαλαίων στην Eλλάδα. Ένας από τους πιο σημαντικούς ήταν η διεθνής ύφεση που κλιμακώθηκε μετά το 1873, η οποία οδήγησε στην πτώση των επιτοκίων στο εξωτερικό. Aπό το 1878, μετά τη διευθέτηση των εκκρεμοτήτων του ελληνικού κράτους για τα παλαιότερα εξωτερικά δάνεια και εξαιτίας των υψηλότερων ελληνικών επιτοκίων σε σχέση με αυτά των ευρωπαϊκών χρηματαγορών, παρατηρήθηκε μια ροή κεφαλαίων από τις δυτικές χώρες με τη μορφή εξωτερικών δανείων, τάση η οποία παρατηρήθηκε τότε και σε άλλες χώρες της περιφέρειας. Παράλληλα, η αγροτική μεταρρύθμιση του 1871 αποτέλεσε μία από τις σημαντικότερες τομές στο εσωτερικό». Oι μικροί κλήροι που δημιουργήθηκαν επέτειναν την εφαρμογή συστημάτων εντατικής καλλιέργειας, με χαρακτηριστικότερη την περίπτωση της κορινθιακής σταφίδας. H συγκυριακή αύξηση των εξαγωγών της σταφίδας συντέλεσε ακόμη περισσότερο στη θετική πορεία της οικονομίας. O Aλέξανδρος Kουμουνδούρος σημάδεψε την περίοδο των δύο αυτών δεκαετιών. Tο έργο του αποτέλεσε αφετηριακό σημείο για το Xαρίλαο Tρικούπη, την πολιτική προσωπικότητα που δέσποσε στο τελευταίο τέταρτο του αιώνα. O τελευταίος εφάρμοσε ένα πρόγραμμα επενδύσεων με σκοπό την κατασκευή σημαντικών έργων υποδομής. H χρηματοδότηση αυτών των έργων στηρίχτηκε σε εξωτερικά δάνεια, τα οποία σε όλη τη δεκαετία του 1880 συνάπτονταν με χαρακτηριστική ευκολία. Στις αρχές όμως της δεκαετίας του 1890 έγινε σαφές ότι η δανειοληπτική ικανότητα της χώρας είχε εξαντληθεί, εξέλιξη που οδήγησε στην πτώχευση του 1893.

Τα εθνικά θέματα

Τα πράγματα δεν ήταν καλύτερα και στα εθνικά θέματα. Συνήθως πάνε και μαζί με τα ζητήματα οικονομίας. Οι ώς τότε ρυθμίσεις του Ανατολικού Ζητήματος - στις κρίσεις του 1875-1878 και του 1885 - δεν είχαν ικανοποιήσει τους Ελληνες, που συνειδητοποιούσαν ότι δεν αποτελούσαν τους μοναδικούς κληρονόμους του «μεγάλου ασθενούς», της καταρρέουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οσα εδάφη είχε κερδίσει εξάλλου η Ελλάδα δεν είχαν προέλθει από ένοπλη σύγκρουση - αλλά παραχωρήθηκαν με διπλωματική μεσολάβηση: το 1864 τα Επτάνησα, το 1881 η Θεσσαλία και η Αρτα, όπως αναφέρει η κ.Χρ.Κουλούρη.

Η επέκταση των συνόρων στόχευε πρωτίστως, όπως ήταν φυσικό, στην προσάρτηση των επαρχιών που συνόρευαν με το ελληνικό κράτος και της Κρήτης. Οι Κρητικοί είχαν βασικό αίτημα την ένωση με την Ελλάδα αλλά προωθούσαν και το αίτημα της αυτονομίας, ως ρεαλιστικότερο. Το 1896-1897 το Κρητικό ζήτημα διερχόταν νέα φάση κρίσης. Τον Ιανουάριο του 1897 οι Κρητικοί κήρυξαν την ένωση με την Ελλάδα ενώ το ελληνικό κράτος έστειλε στρατό με αρχηγό τον συνταγματάρχη Βάσσο για να καταλάβει το νησί στο όνομα του βασιλιά Γεωργίου. Οι Δυνάμεις αντέδρασαν αμέσως κηρύσσοντας τον αποκλεισμό της Κρήτης με την παρουσία των στόλων τους ενώ κάλεσαν την Ελλάδα να αποσύρει τον στρατό της.

Στην Αθήνα η κοινή γνώμη πίεζε την κυβέρνηση να αναλάβει δράση υπέρ της Κρήτης. Το φιλοπόλεμο κλίμα ενορχηστρωνόταν από την «Εθνική Εταιρεία», η οποία είχε ιδρυθεί το 1894 από νεαρούς αξιωματικούς με βασικό αίτημα τη στρατιωτική ανασυγκρότηση του κράτους. Η «Εθνική Εταιρεία» διεύρυνε γρήγορα τους στόχους και τα μέλη της και δύο χρόνια μετά την ίδρυσή της αποτελούσε ήδη κράτος εν κράτει. Το «εθνικό έργο» της Εταιρείας, που προσανατολιζόταν προς τρεις γεωγραφικούς χώρους, τη Μακεδονία, την Ηπειρο και την Κρήτη, συνίστατο στην «αναζωπύρωσιν του εθνικού φρονήματος, την επαγρύπνησιν επί των συμφερόντων των δούλων Ελλήνων και την παρασκευήν της απελευθερώσεως αυτών διά πάσης θυσίας». Το καλοκαίρι του 1896 η Εταιρεία έστειλε ανταρτικά σώματα στη Μακεδονία παρά την αντίθεση της κυβέρνησης.

Στις αρχές του 1897 λοιπόν, και λόγω του Κρητικού ζητήματος και λόγω της δράσης διαφόρων «εθνικών» εταιρειών, η ένταση ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Τουρκία φαινόταν αυξημένη, ενώ ο πόλεμος αναμενόταν με αγωνία. Η αφορμή δεν άργησε να δοθεί. Στα τέλη Μαρτίου, 3.000 ένοπλοι της «Εθνικής Εταιρείας» εισέβαλαν και πάλι στη Μακεδονία, απωθήθηκαν από τις τουρκικές δυνάμεις και επέστρεψαν γρήγορα στο ελληνικό έδαφος. Η άστοχη αυτή ενέργεια υπήρξε και η αφορμή του πολέμου. Στις 5 Απριλίου η Πύλη ανακοίνωσε τη διακοπή των ελληνοτουρκικών σχέσεων και την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων. Την επομένη, στην ελληνική Βουλή, κυβέρνηση και αντιπολίτευση, σε αγαστή σύμπνοια, εμφανίζονται να αποδέχονται ενθουσιωδώς τον πόλεμο που παρουσιάζουν να έχει κηρύξει πρώτη η Τουρκία. Σε ελάχιστο χρόνο ωστόσο τον αρχικό ενθουσιασμό θα αντικαταστήσουν η απογοήτευση και ο πανικός.

Πραγματικά το 1897 η Ελλάδα γνώρισε μια από τις πιο οδυνηρές ήττες της ιστορίας της. Ηττα στρατιωτική, ήττα πολιτική, αλλά κυρίως ήττα ιδεολογική. Το «μεγαλοϊδεατικό» οικοδόμημα που ενέπνεε τη χώρα από το 1844 κατέρρευσε στα πεδία των μαχών. Σε πεδία στα οποία το έθνος οδηγήθηκε απαράσκευο, ανοργάνωτο, ακαθοδήγητο, ανίσχυρο, αλλά πάντως ενθουσιώδες.

Η Ελλάδα ενεπλάκη σε μια μείζονα αναμέτρηση όχι επειδή είχε σαφή επίγνωση των στόχων της, όχι επειδή είχε θέσει ισχυρά τα θεμέλια της νίκης, όχι επειδή επέλεξε τη σύγκρουση μέσα από μια ψυχρή και στέρεη εκτίμηση των πραγματικών διπλωματικών και στρατιωτικών δεδομένων. Ενεπλάκη σ' αυτήν σχεδόν συμπτωματικώς, μέσα από μια ανεξέλεγκτη εθνική πλειοδοσία ανεύθυνων (με την έννοια της προσδιορισμένης ευθύνης στη διαχείριση των κοινών...) παραγόντων που έσπρωχναν στον πόλεμο. H «εμπορία εθνικής συνείδησης» είναι διαχρονικό φαινόμενο. Μας απειλούσε τότε, όπως και τώρα...

Τα οικονομικά

Ο πόλεμος του '97 προκάλεσε έκτακτα κονδύλια 60.002.215 δρχ, ποσό αστρονομικό για την εποχή. Με αυτόν τον τρόπο δεν αποτιμάται ολοκληρωμένα η επίδραση του πολέμου στην αύξηση των δημοσίων δαπανών γιατί ο πόλεμος δεν επέδρασε μόνο σε ορισμένους ειδικά για τον πόλεμο λογαριασμούς αλλά στο σύνολο των απολογισμών, των οποίων αλλά κονδύλια αύξησε και άλλα μείωσε. Οι ετήσιοι απολογισμοί μάς βεβαιώνουν ότι το ελληνικό κράτος επιβαρύνθηκε με πληρωμές 140 εκατ. δρχ., ποσόν που ισοδυναμούσε με τις δαπάνες του κράτους για ενάμιση χρόνο. Η εκτίμησή μας αυτή βασίζεται στην αποτίμηση της έξαρσης των πληρωμών του Δημοσίου που παρουσιάστηκε το 1897 και το 1898 σε σχέση με τα τρία προηγούμενα και τα τρία επόμενα χρόνια. Το ανωτέρω ποσόν, που συμπεριλαμβάνει και την αποζημίωση στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, μας δίνει μια ακριβέστερη εικόνα της επιβάρυνσης των δημοσίων δαπανών. Αν στα ανωτέρω ποσά προστεθεί και η επιβάρυνση από την αύξηση των πληρωμών του δημόσιου χρέους κατά το 1898, που επιβλήθηκε στο ελληνικό κράτος στα πλαίσια των δυσβάστακτων οικονομικών όρων που ακολούθησαν την ήττα, τότε φθάνουμε στο ποσόν των 210 εκατ. δρχ. (σε δραχμές του 1897), ένα ποσόν που μας δίνει την εικόνα της προκληθείσης ταμειακής δυσχέρειας αφού είναι υπερδιπλάσιο των συνολικών πληρωμών του κράτους για δύο χρόνια. Η τεράστια αυτή επιβάρυνση του δημόσιου ταμείου δεν έγινε, όσο θα περίμενε κανείς, αισθητή γιατί πραγματοποιήθηκε σε περίοδο υπερχρέωσης.

ΠΗΓEΣ

-Χριστίνα Κουλούρη, Tο ‘97

-Ιδρυμα μείζονος ελληνισμού

-Μαρκεζίνης, Σ., Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος 1828-1964: Η Συνταγματική βασιλεία 1863-1909

-Ι.Πρετεντέρης

Γ.Ρούσος, ελληνική ιστορία

Α.Αντωνίου «Tο κόστος πολέμου»